Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Το κρέας του λαού-Υπόθεση ΕΛΒΙΚ

Οι πραξικοπηματίες είχαν φετίχ με το κρέας. Μην πάει το μυαλό σας στις γνωστές κρεατομηχανές που είχαν ιδρύσει (Μπουμπουλίνας, ΕΣΑ. κλπ). Μιλάω κυριολεκτικά. Είχαν (όπως λέει και μια έκφραση της μόδας) θέμα με τα ζωοκομικά προϊόντα.

Δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος από την 21η Απριλίου του 1967 και άρχισαν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις για την ανάγκη να εξασφαλίσει η χώρα επάρκεια σε ζωοκομικά προϊόντα που να φτάνει τα 100%.



Εντυπωσιακές δηλώσεις και ακόμα περισσότερο εντυπωσιακή η συνέχεια αυτού του project, που κατέληξε να θεωρείται ως ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα της επταετίας, σκάνδαλο που στοίχισε στο ελληνικό δημόσιο το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 450.000.000 δραχμών.

Ας δούμε λίγο το ιστορικό της ΕΛΒΙΚ, της ελληνικής βιομηχανίας κρέατος, που ανέλαβε να υλοποιήσει τους πόθους των απριλιανών για την εξασφάσλιση κρέατος και αλαντικών στον ελληνικό λαό.

- Τον Απρίλιο του 1968, ιδρύεται ανώνυμη εταιρία με σκοπό την παραγωγή και βιομηχανοποίηση κρέατος, με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Κρέατος", Ε.Λ.Β.Ι.Κ. ή Ε.Λ.ΒΙΟ.Κ. Το αρχικό κεφάλαιο ανήλθε στα 60 εκατομμύρια δραχμές. Το 96% των χρημάτων το διέθεσε η ΕΤΒΑ, ενώ το υπόλοιπο ένας Έλληνας επιχειρηματίας από την Ουγκάντα, ο οποίος για ανταμοιβή διορίσθηκε και γενικός διευθυντής της Α.Ε., με εξαιρετικά αυξημένες και διευρυμένες αρμοδιότητες (αν μελετήσει κανείς τις εφημερίδες της Μεταπολίτευσης, θα χαρακτηριζόταν άνετα ως Φύρερ).

- Απευθείας ανατίθεται η μελέτη για την κατασκευή των κτιριακών, μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στην Νοτιοαφρικανική Hudamech, θυγατρική της Hubert & Davis. Ένας φοιτητής του Πολυτεχνείο στο τρίτο έτος, όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν σε επερώτησή τους στη Βουλή το 1975 βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου-Νέες Δυνάμεις, θα μπορούσε να διακρίνει ότι το σύνολο της μελέτης που παραδόθηκε ήταν λανθασμένο. Τεχνικά λανθασμένο, αλλά και τεχνικοοικονομικά.

- Στην ίδια εταιρία, ανατίθεται μετά τη σκανδαλώδη έγκριση της μελέτης και η εκτέλεσε του έργου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είθισται, άλλος να είναι ο μελετητής και άλλος ο κατασκευαστής ενός έργου. Έτσι διασφαλίζεται η διαφάνεια και ο έλεγχος. Αλλά για τους χουντικούς φωστήρες, το "Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει" ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση.

- Επιβλέπων για την κατασκευή ορίζεται ένας ξένος, ο οποίος δεν είχε καν πτυχίο μηχανικού, Απλά ήταν υπάλληλος της Νοτιοαφροαμερικανικής εταιρίας. Κατασκευαστής και ελεγκτής της κατασκευής, πάλι ταυτίζανται.

- Ο αδελφός του επιχειρηματία από την Ουγκάντα, ορίζεται υπεύθυνος για τη μελέτη και επίβλεψη των κτιριακών εγκαταστάσεων, καθώς και των τυχόν μεταβολών του έργου.

Ακολουθεί φαύλος κύκλος.

- Δεσμεύεται με τη βία μια έκταση 820 στρεμμάτων, έκταση ανήκουσα στην Κοινότητα "Μεγάλα Καλύβια" Τρικάλων. Οι κάτοικοι αντιδρούν βίαια, για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις καταστολής της χουντικής κατοχής. Μιλάμε ουσιαστικά για την πρώτη λαϊκή αντίδραση στη Χούντα, μόλις το 1968. εξέγερση που απασχόλησε πολύ τον ξένο τύπο της εποχής.

- Η πρόοδος του έργου καθυστερεί πολύ. Αλεπάλληλες, άσκοπες αλλαγές, προσθήκες, κλπ. Το κόστος ανεβαίνει δραματικά. Από το αρχικό ποσό των 26 εκατομμυρίων δραχμών, θα φτάσουμε στα 320 εκταομμύρια, μόνο για τις πάγιες εγκαταστάσεις. Και τι εγκαταστάσεις. Ένα τεράστιο, κακότεχνο τσιμεντένιο κτίριο, που θα στοιχειώσει για χρόνια τους κατοίκους της θεσσαλικής περιοχής.

- Στα 320 εκατομμύρια προστίθενται 110 εκατομμύρια που διεκδίκησε η εταιρία κατασκευής από το ελληνικό Δημόσιο. Συν 15 εκταομμύρια που διεκδίκησε ο Ουγκαντιανός.

- Προστίθενται ακόμα δαπάνες συντηρήσεως, κάπου 2,5 εκατομμύρια δραχμές το μήνα, συν αρκετά εκατομμύρια για να διορθωθούν οι κακοτεχνίες.

Το έργο δεν παραδόθηκε το 1972 όπως οι γκαουλάιτερς της χουντικής κατοχής είχαν υποσχεθεί, ούτε τον Ιούλιο του 1973, όπως υποσχέθηκαν στη συνέχεια. Το 1976, δεν λειτουργούσε ακόμα.

Τελικά θα λειτουργήσει δυο χρόνια μετά, για να ακολουθήσει την θλιβερή πορεία της ελληνικής βιομηχανίας μετά την δεκαετία του 1990.

Η πορεία της επιχείρησης αναλυτικά στην ενδιαφέρουσα αυτή ιστοσελίδα.
ΕΛΒΙΚ: Μια ιστορία χαμένων ευκαιριών