Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Η συναδέλφωση Ελλήνων και Βουλγάρων πατριωτών



Η συναδέλφωση Ελλήνων και Βουλγάρων πατριωτών

Για τη στάση γενικά του βουλγάρικου λαού απέναντι στην Ελλάδα και το λαό της και ειδικά των Βουλγάρων κομουνιστών και αντιφασιστών και περιπτώσεις συναδέλφωσης και διεξαγωγής κοινού αγώνα κατά του βουλγαρικού φασισμού και των Γερμανών κατακτητών, ο Παντελέι Στέρεφ έγραψε ειδική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Βαλκανικές σπουδές» Τεύχος 2 - 3/1965 της Ακαδημίας Επιστημών της Λ.Δ. της Βουλγαρίας με τον τίτλο «Ορισμένες Εκδηλώσεις της συναδέλφωσης στα όπλα των Ελλήνων, και Βουλγάρων πατριωτών». Το 1966, ο ίδιος ιστορικός εξέδωσε στη σειρά των ιστορικών εκδόσεων του Βαλκανικού Ινστιτούτου της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών το βιβλίο "Κοινοί αγώνες του βουλγαρικού και του ελληνικού λαού κατά του φασισμού".


"Αυγή", 18/9/1966, παρουσίαση του βιβλίου του Π. Στέρεφ.

Δημοσιεύουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτή την περιεκτική μελέτη που απεικονίζουν την κοινή δράση ...

«Στις αρχές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου η μοναρχοφασιστική δικτατορία της Βουλγαρίας, που είχε εργαστεί δραστήρια για να δέσει τη χώρα στην πολεμική μηχανή του γερμανικού ιμπεριαλισμού, ανάλαβε να την εντάξει στον φασιστικό συνασπισμό. Το κορύφωμα της προδοσίας ήταν η προσχώρηση, την 1η Μαρτίου 1941, στο Τριμερές Σύμφωνο και η συγκατάθεσή της για ελεύθερο πέρασμα των γερμανικών στρατευμάτων από το βουλγαρικό έδαφος. Έτσι δόθηκε η δυνατότητα στους χιτλερικούς να χτυπήσουν πισώπλατα την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η προδοσία της άρχουσας τάξης ποτέ δεν βρήκε την υποστήριξη του βουλγάρικου λαού, πλειοψηφία των εργαζόμενων μαζών κράτησε αρνητική στάση, απέναντι στις ενέργειες της βασιλικής καμαρίλας. Αυτό εκφράστηκε στους αγώνες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας. Στις 6 Απριλίου 1941, τη στιγμή που άρχιζε η χιτλερική επίθεση κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΒ κυκλοφόρησε μία έκκληση προς τους Βούλγαρους πολίτες στην οποία ξεσκέπαζε τους υπαίτιους αυτού του εγκλήματος και διαχώριζε τη θέση του οπό τη θέση που έπαιρναν οι προδότες των ΕΘΝΙΚΩΝ συμφερόντων. Η έκκληση τόνιζε:

«Ποιος φέρει την ευθύνη των όσων συνέβησαν και των άσων πρόκειται να συμβούν; Το Εργατικό κόμμα της Βουλγαρίας διακηρύσσει μαζί με όλους τους τίμιους ανθρώπους της Βουλγαρίας: Μόνο η κυβέρνηση του βασιλιά και η αντεθνική κυβερνητική κλίκα που είναι στην υπηρεσία των ξένων συμφερόντων. Το Εργατικό κόμμα καταδικάζει ανοιχτά τα σημερινά γεγονότα που είναι λογική συνέπεια μιας εγκληματικής πολιτικής και καλεί σε δραστήρια πάλη για την κατάπαυση του πολέμου, για την ειρήνη».

Οι Βούλγαροι μοναρχοφασίστες, επειδή φοβούνταν τις λαϊκές μάζες, δεν αποφάσισαν να πάρουν ανοιχτά μέρος στην Φασιστική επίθεση στα Βαλκάνια.

Από το 1941 έκαμαν την εμφάνισή τους τα πρώτα τμήματα των παρτιζάνων.

Εικόνα
Νικολάι Παραπούνωφ : Ο Βούλγαρος Άρης Βελουχιώτης . Έλαβε την εντολή από την ΚΕ του ΚΚΒ , να οργανώσει άμεσα παρτιζάνικο αγώνα .

Κάτω από την επίδραση των νικών της Σοβιετικής Ένωσης, το κίνημα των Βουλγάρων παρτιζάνων επεκτάθηκε γρήγορα και το 1943 δημιουργήθηκε ο Επαναστατικός Εθνικοαπελευθερωτικός Στρατός (ΕΕΣ), τις παραμονές της απελευθέρωσης ο ΕΕΣ είχε 11 ταξιαρχίες παρτιζάνων και 39 τάγματα. Στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας βρίσκονταν άλλοι 7 σχηματισμοί παρτιζάνων που αποτελούνταν από στρατιώτες.

Μετά το τέλος των επιχειρήσεων στα Βαλκάνια η βουλγαρική φασιστική κυβέρνηση έστειλε στρατεύματα στη Δυτική Θράκη και στην Ανατολική Μακεδονία και άρχισε να εγκαθιστά την διοίκησή της σ' αυτά τα εδάφη. Εκτελώντας το ρόλο του χωροφύλακα, ανέλαβε να πνίξει τον αγώνα του πληθυσμού των περιοχών αυτών ενάντια στο Φασισμό και τη χιτλερική κατοχή. Ο βουλγαρικός Φασισμός έδειξε απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό την ίδια αγριότητα που είχε δείξει όταν κατέπνιγε την εξέγερση του Σεπτέμβρη 1923 στη Βουλγαρία και μάλιστα οπό τους πρώτους κιόλας μήνες της εγκατάστασης του, όπως έγινε με τους εξεγερμένους της Δράμας.



Zoom in (real  dimensions: 426 x 631)Εικόνα
Ιούλιος 1943.

Το ΚΚΒ εξακολούθησε να ξεσκεπάζει την δράση των φασιστών κυβερνητών που βάλθηκαν να σπέρνουν την διχόνοια ανάμεσα στους Έλληνες και τους Βούλγαρους. Στις 1Ο Οκτωβρίου 1941 ο ραδιοσταθμός «Χρήστο Μπότεφ» μετέδιδε, με την ευκαιρία των γεγονότων της Δράμας

« ... 0ι αιτίες της εξέγερσης της Δράμας βρίσκονται επίσης στην ληστρική κατοχή των εδαφών της Θράκης, στους Γερμανούς ληστές και τους χωροφύλακές τους, στα Βαλκάνια. Ο λαός μας το βλέπει και το ξέρει. Και όχι μόνο δεν καταδικάζει τους επαναστάτες της Δράμας ... αλλά εκφράζει την αλληλεγγύη του προς αυτούς, στιγματίζει με τη σφραγίδα της ατίμωσης τον προδοτικό ρόλο της βουλγάρικης κυβέρνησης. Ο αγώνας δεν τελείωσε. Ο αγώνας τώρα αρχίζει. Και θα συνενωθεί με τον αγώνα του λαού μας κατά της σιχαμερής κλίκας του Φίλοφ, που ατιμάζει το όνομα της Βουλγαρίας».

«Ας καταλάβουν οι κυβερνήσεις μας ότι όσα έκλεψαν θα τα πληρώσουν ακριβά - γράφει σ' ένα γράμμα του ένας Βούλγαρος στρατιώτης. μάρτυρας της καταστολής της εξέγερσης της Δράμας. Χιλιάδες είναι τα θύματα, ποτάμια τα δάκρυα των μανάδων, ενώ εκείνοι καθισμένοι στις πολυθρόνες τους στην Σόφια, κουνούν σκιάχτρα αποκοιμίζουν το λαό και μας κάνουν να υποφέρουμε. Μας προβάλλουν το όραμα μιας μεγάλης Βουλγαρίας ρημαγμένης όμως. Η υπομονή μας έxει φτάσει στο απροχώρητο».

Άλλοι προσπαθούν να βοηθήσουν τον ελληνικό πληθυσμό, σ' αυτές τις τραγικές στιγμές. Ο Κωνσταντίν Αγγέλωφ Τιτζάνωφ οπό το Νευροκόπι ήταν την εποχή εκείνη κοινοτικός υπάλληλος του χωριού Κοκκινόγεια στο νομό Δράμας. Αν και νεοφερμένος στο χωριό κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων. Λίγο πριν την εξέγερση, ένας από τους οργανωτές ήρθε να διεξάγει συνομιλίες με τον Τιτζάνωφ και να τον ρωτήσει πώς θ' αντιδρούσε η τοπική διοίκηση. Ο Τιτζάνωφ τού είπε: «Σήμερα, στην αποφασιστική στιγμή της πάλης ενάντια στην φασιστική κατοχή, δεν πρέπει να υπάρχουν πια 'Ελληνες και Βούλγαροι - είμαστε όλοι αδέρφια». Υποσχέθηκε να βοηθήσει τους εξεγερμένους και το έκαμε, παρ' όλο που τα γεγονότα πήρανε μιαν απροσδόκητη στροφή. Όταν οι φασίστες άρχισαν τις φρικαλεότητες, ο Τιτζάνωφ και ένας άλλος Βούλγαρος πήγανε στην Προσοτσάνη και μεσολάβησαν για το σταμάτημά τους. Όταν επιστρέψανε στην Κοκκινόγεια ο Τιτζάνωφ και ο σύντροφός του βρήκανε μερικούς τραυματίες Έλληνες που είχαν καταφύγει εκεί . Τους προσφέρανε την πιο επείγουσα ιατρική βοήθεια.

Την ίδια εποxή, ο Ιβάν Τοντόρωφ Κουτίνωφ, κάτοικος κι αυτός Νευροκοπίου, βρισκόταν επίσης σαν στρατιώτης στην περιοχή Ανατολικής Μακεδονίας - Δυτικής Θράκης και είχε χρησιμοποιήσει μιαν άδεια για να επισκεφθεί μαζί με μερικούς συντρόφους του, ορισμένες πόλεις της περιοχής. Τα γεγονότα της Δράμας τον βρίσκουν στην Καβάλα. Επιστρέφοντας, ο Κουτίνωφ και οι σύντροφοί του προσπερνούν μιαν ομάδα Ελλήνων αιχμαλώτων.

Η στρατιωτική στολή τους δίνει τη δυνατότητα να πιάσουν κουβέντα με τους αιχμαλώτους οπό τους οποίους ένας γνώριζε τα βουλγάρικα. Από τη συζήτηση βγήκε ότι πιάστηκε γιατί πήρε δραστήριο μέρος στην εξέγερση και ότι τώρα διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Ο Κουτίνωφ και η ομάδα του κατορθώνουν να πείσουν τους στρατιώτες να τους παραδώσουν τον αιχμάλωτο τον οποίο κατόπιν απελευθέρωσαν.

Το 1941 ένα παράνομο δίχτυ αντίστασης άρχισε να οργανώνεται στο 250 Σύνταγμα στην Κομοτηνή και στην Ξάνθη, υπό την καθοδήγηση του Ντόμπρι Ντζούροφ. Χάρη στη δουλειά του Ντζούροφ, η παράνομη οργάνωση κατόρθωσε να επηρεάσει ένα μεγάλο μέρος των στρατιωτών και των υπαξιωματικών του Συντάγματος. Η επαναστατική δράση των στρατιωτών έγινε αισθητή και από τον πληθυσμό των γύρω χωριών. Στην διάρκεια ερευνών και μπλόκων, οι στρατιώτες δεν παράδιναν στους ανώτερους τους τα άπλα που ανακάλυπταν, παρά συμβούλευαν τους χωρικούς πώς να τα κρύβουν καλύτερα. Αργότερα, αρκετά μέλη της οργάνωσης αυτής στάλθηκαν στα παλιά σύνορα της χώρας, όπου συνέχιζαν να αγωνίζονται μέσα σε νέες οργανώσεις αντίστασης που σχηματίστηκαν σε δύο στρατιωτικές μονάδες. Το 1942 η οργάνωση ανακαλύφθηκε και 23 άτομα δικάστηκαν οπό Φασιστικό δικαστήριο. Ο Ντόμπρι Ντούροφ καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Πέντε άτομα καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά και άλλα 7 σε 15 χρόνια φυλακή.


Το 1942 συγκροτήθηκε παράνομη οργάνωση στη φρουρά της Καβάλας που περιλάβαινε το Επιτελείο του στόλου του Αιγαίου και τα συντάγματα πεζικού και Ιππικού. Που στρατοπέδευσαν στην Καβάλα. Η δράση αυτού τού δικτύου δείχνει καθαρά την εν όπλοις συναδέλφωση του βουλγαρικού και του ελληνικού λαού καθώς και τις προσπάθειες που καταβάλανε οι Βούλγαροι πατριώτες για να συνεργαστούν με τις δυνάμεις της ελληνικής Αντίστασης, που αγωνιζόταν δραστήρια ενάντια στους Βούλγαρους φασίστες κατακτητές. Τα μέλη της παράνομης οργάνωσης πραγματοποίησαν επαφές με την τοπική οργάνωση του Κομουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας μέσω του Έλληνα Στέριου Προχόπουλου, συντόνισαν τις ενέργειες τους με τις ενέργειες των Ελλήνων αντιφασιστών και μοίραζαν παράνομες προκηρύξεις ανάμεσα στις μονάδες της φρουράς. Η παράνομη οργάνωση παράστεκε τον ντόπιο πληθυσμό στην πάλη του ενάντια στην πείνα καθώς και στον ένοπλο αγώνα του, εφοδιάζοντάς τον με τρόφιμα και πολεμοφόδια, που έπαιρνε από τις στρατιωτικές αποθήκες. Οι στρατιώτες και οι ναύτες, μέλη της οργάνωσης, ήταν έτοιμοι να περάσουν, μόλις παρουσιαζόταν η ανάγκη, στις γραμμές των Ελλήνων παρτιζάνων. Οι συλλήψεις εμπόδισαν και εδώ την πλήρη εκτέλεση του σχεδίου. Την άνοιξη τού 1943 το παράνομο δίχτυ είχε εξαρθρωθεί. Στη μονάδα του ναυτικού πιάστηκαν και καταδικάστηκαν 10 μέλη της οργάνωσης από τα οποία 5 σε θάνατο και 5 σε φυλάκιση οπό 8 ως 121 χρόνια. Ο Στέργιος Προχόπουλος καταδικάστηκε κι αυτός σε θάνατο.


Τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε οργάνωση τού Κ.Κ. της Βουλγαρίας στην Κομοτηνή, από πολίτες. Η οργάνωση αυτή συγκρότησε μιαν ομάδα σαμποτάζ. Κατάφερε να εμποδίσει τη μεταφορά εκατοντάδων τόνων σταριού στον προορισμό τους - τη Γερμανία - και να τους κρατήσει για τον ντόπιο πληθυσμό.

Οι μεγάλες νίκες τού Σοβιετικού Στρατού στα 1943 - 1944 καθώς και το δυνάμωμα του παρτιζάνικου κινήματος στη Βουλγαρία έδωσαν ισχυρή ώθηση στην Αντίσταση στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας - Δυτικής Θράκης. Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ Βουλγαρίας, τον Φεβρουάριο τού 1943, δίνει οδηγίες για την προετοιμασία του στρατού εν όψει επικείμενης ένοπλης εξέγερσης. Αυτές οι οδηγίες χαρακτήριζαν την πάλη των βαλκανικών λαών ενάντια στη φασιστική κατοχή σαν μία μάχη που διεξαγόταν άπά κοινού ... που ενώνει με αδελφική αγάπη τις καρδιές των αντιφασιστών των Βαλκανίων και καλούσαν τους στρατιωτικούς να μην αφήσουν το βουλγάρικο στρατό να γίνει ο χωροφύλακας των χιτλερικών στην πάλη κατά των γειτονικών λαών. Η εγκύκλιος αριθ. 2 περιείχε το σύνθημα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΒ βάσει του οποίου θα γινόταν ή ζύμωση στις λαϊκές δυνάμεις για την ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ένοπλη εξέγερση: «άμεση ανάκληση των βουλγαρικών στρατευμάτων οπό τη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα και την Αλβανία».

Τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου, το Επιτελείο του Επαναστατικού Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού δημοσίευε ημερήσια διαταγή όπου καθόριζε τα καθήκοντα των πυρήνων της Αντίστασης στις στρατιωτικές μονάδες, καθήκοντα που προέκυπταν από τις νέες συνθήκες. Το πρώτο σημείο της ημερήσιας διαταγής πρόβλεπε ότι οι παράνομες οργανώσεις του στρατού έπρεπε «να οργανώσουν πράξεις σαμποτάζ στις μονάδες που στάλθηκαν ενάντια στους λαούς της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας ... να συντελέσουν στην ήττα αυτών των μονάδων».

Οι οδηγίες της Κεντρικής Επιτροπής και του Επιτελείου του Επαναστατικού Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού μπήκαν αμέσως σε εφαρμογή.

Το καλοκαίρι τού 1943 παράνομες οργανώσεις αρχίζουν να δρουν μέσα στο 2ο και 3ο λόχο τού 3ου Συντάγματος Σκαπανέων στο χωριό Νέα Τρίγλια και στο μοναστήρι του Χιλεντάρ. Η οργάνωση του 2ου λόχου είχε αποκαταστήσει συνεργασία με την ελληνική οργάνωση του χωριού, Αργότερα ο αρχηγός της Ατανάς Χ. Κλιγιάσεφ θα περάσει στις γραμμές των παρτιζάνων του ΕΛΑΣ). Οι αντιφασίστες του 3ου λόχου αποκαθιστούν επαφές με τους Έλληνες παρτιζάνους της περιοχής και τους βοηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις.

Ένα σημαντικό παράνομο δίχτυ δημιουργήθηκε στην διάρκεια του ίδιου χρόνου στην Αλεξανδρούπολη (Δεδεαγάτς). Περιλάβαινε την μονάδα του ναυτικού που στρατοπέδευε εκεί το Σύνταγμα ακτοφυλάκων, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, τη μονάδα λιμενικής φρουράς, τους λιμενεργάτες. τους σιδηροδρομικούς κλπ. και καθοδηγιόταν από μία κομματική επιτροπή της φρουράς. Το δίχτυ έχει στο ενεργητικό του πράξεις σαμποτάζ.

Λίγο αργότερα δημιουργείται ένα άλλο δίχτυ στο 3ο τάγμα του 1ου Εφεδρικού Συντάγματος στο χωριό Λαχανά, περιφέρεια Λαγκαδά. Η καλή στάση που κράτησαν τα μέλη του απέναντι στον πληθυσμό έκανε εντύπωση.

Στις αρχές του 1944 οι υπηρεσίες πληροφοριών ανακαλύπτουν ένα παράνομο δίχτυ στο 3/57 τάγμα πεζικού. Εννιά μέλη του καταδικάζονται σε θάνατο και δεκατρία άλλα σε ποινές 13 χρόνια και 9 μήνες φυλακή. Αυστηρές ποινές επιβάλλονται επίσης σε 32 αντιφασιστές στρατιώτες του Συντάγματος Ακτοφυλακής του Αιγαίου. Η κύρια κατηγορία που τους απαγγέλθηκε, ήταν ότι είχαν σχεδιάσει να καταστρέψουν, στην κατάλληλη στιγμή, τα υλικά του Συντάγματος και να περάσουν με το μέρος των Ελλήνων παρτιζάνων, συναποκομίζοντας όπλα και πολεμοφόδια .

Το καλοκαίρι του 1944 δημιουργήθηκαν στενές σχέσεις ανάμεσα στη στρατιωτική οργάνωση τού·2ου τάγματος του 68ου Συντάγματος Πεζικού, την ελληνική οργάνωση Αντίστασης και τους παρτιζάνους της Νιγρίτας. Αντιπρόσωποι της οργάνωσης που είχε στις γραμμές της και αξιωματικούς είχαν επανειλημμένα επαφές με τους αρχηγούς των Ελλήνων παρτιζάνων. Στη διάρκεια αυτών των επαφών συζητούνταν οι δυνατότητες δουλειάς μέσα στο τάγμα και τα καθήκοντα που μπορούσαν να πραγματοποιηθούν από κοινού. Σε συνέχεια η οργάνωση δημιούργησε ένα μηχανισμό που επέτρεπε στους παράνομους Έλληνες αγωνιστές να μπαίνουν και να βγαίνουν ελεύθερα στην πόλη. Με τη μεσολάβηση ενός από τους αξιωματικούς που ήταν επιφορτισμένος να δίνει τις καταστάσεις των όπλων του Συντάγματος, η οργάνωση στέλνει στους παρτιζάνους 6 τουφέκια, ένα κιβώτιο χειροβομβίδες καί μεγάλες ποσότητες φυσίγγια. Τον Ιούνη και τον Ιούλη τα μέλη της οργάνωσης σαμποτάρουν δυο επιχειρήσεις που οργάνωσε η Φασιστική διοίκηση ενάντια στους παρτιζάνους των βουνών Μπιάλα Βόντα και Κρούσα.

Τον Αύγουστο οι ναύτες της φρουράς της Καβάλας ξανασυνδέονται με τις ελληνικές οργανώσεις Αντίστασης.

Η αντιστασιακή δράση στις στρατιωτικές μονάδες που στρατοπεδεύανε στην περιοχή Ανατολικής Μακεδονίας - Δυτικής Θράκης και η εν όπλοις συναδέλφωση των Βουλγάρων και Ελλήνων αντιφασιστών είχε σαν αποτέλεσμα να δυναμώσουν τα κτυπήματα κατά των χιτλερικών κατακτητών. Η στρατιωτική πειθαρχία χαλάρωνε διαρκώς. Σύμφωνα με όχι πλήρη στοιχεία, το στρατοδικείο της Ξάνθης που όφειλε, σύμφωνα με τον ισχύοντα στρατιωτικό κώδικα, να δικάζει όχι πειθαρχικές παραβάσεις αλλά εγκλήματα στρατιωτικής φύσης, εξέδωσε, από τον Μάη 1941 ως τον Σεπτέμβρη 1944, 469 καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον στρατιωτικών. Στον αριθμό αυτό περιλαβαίνονται μόνο οι αποφάσεις που εκδόθηκαν για περιπτώσεις καταστροφής πολεμικού υλικού και όπλων, μη εκτέλεση διαταγών και άρνηση στρατιωτικών να πάρουν μέρος σε μάχες, εγκατάλειψη θέσης και λιποταξία προς τους Βούλγαρους και Έλληνες παρτιζάνους. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι τα δύο τρίτα των καταδικαστικών αυτών αποφάσεων εκδοθήκαν στα 1943 και 1944.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η άρνηση των στρατιωτών να πολεμήσουν ενάντια στους Έλληνες παρτιζάνους είχε σα συνέπεια την αποτυχία των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων.

Οι περιπτώσεις προσχώρησης Βουλγάρων στρατιωτών στους παρτιζάνους γίνονταν όλο και συχνότερες. Αυτό δείχνει την αυξανόμενη αντιστασιακή δράση των Βουλγάρων αντιφασιστών που υπηρετούσαν στις μονάδες της περιοχής Ανατολικής Μακεδονίας-Δυτικής Θράκης. Σύμφωνα με μιαν Έκθεση του επιτελείου του Β' Σώματος Στρατού προς το Υπουργείο Στρατιωτικών, από τις αρχές Μάη ως τα τέλη Αυγούστου 1944, 114 άνδρες του Β' Σώματος «εγκατέλειψαν τη μονάδα των άνευ αδείας». Απ' αυτούς 58 προσχώρησαν στους παρτιζάνους, 46 εξαφανίστηκαν σε άγνωστη κατεύθυνση και μόνο 10 ξαναγύρισαν στις μονάδες τους. Στο γράμμα που συνόδευε την έκθεση αναφέρεται. «Η ανάκριση απέδειξε ότι η πλειοψηφία των ανδρών οι οποίοι δεν επέστρεψαν εις τας μονάδας των ήσαν κομμουνισταί ή συμπαθούντες και ότι περιήλθαν εις παρανομία».

Η αποκατάσταση στενών επαφών και μιας συχνότερης συνεργασίας ανάμεσα στις οργανώσεις Αντίστασης των Βουλγάρων και των Ελλήνων καθώς και οι συχνές λιποταξίες στρατιωτικών, έκαμαν και πολλούς άλλους Βούλγαρους να περάσουν με το μέρος των Ελλήνων ανταρτών.

Το Μάη του 1943,ο Στόζο Μπέλκιν, από το χωριό Σι Κλάντενιτς της περιφέρειας Ιβάϊλόίγκραντ, καταζητούνταν από την αστυνομία. Οι επαφές που, σύμφωνα με τις οδηγίες της κομματικής οργάνωσης του Ιβάϊλόίγκραντ, είχε αποκτήσει με τους Έλληνες πατριώτες των χωριών Μεταξάδες και Παλιούρα, του επέτρεψαν να κρυφτεί και να μη συλληφθεί. Αφού έμεινε μία βδομάδα στο σπίτι του Μόσχου Πατσάρη, στο χωριό Παλιούρα, ο Μπέλκιν εντάχθηκε στις μονάδες του ΕΛΑΣ της ουδέτερης ζώνης του Έβρου. Λίγους μήνες αργότερα ο στρατιώτης Κυρίλ Ιβανώφ Ντιμιτρόφ περνά κι αυτός με το μέρος των παρτιζάνων. Επιστρατευμένος το 1942, ο Ντιμιτρόφ παίρνει επαφή με τους Έλληνες αντιφασίστες της περιοχής Σουφλίου. Με τη βοήθεια μερικών συντρόφων του 6ου Συντάγματος μεταφέρει τρόφιμα και πολεμοφόδια στους Έλληνες παρτιζάνους. Τον Νοέμβρη του 1943 κινδυνεύει να συλληφθεί και περνά στην παρανομία.

Μέσα στο 1943 ΟΙ Γκεόργκι Μανόλοφ Ντιμιτρόφ, Κόστα Μιλούσεφ, Μπορίς Ν, Ικολόφ και Άρι Ντζενίν περνούν επίσης στα τμήματα των Ελλήνων ανταρτών.

Στις αρχές του Γενάρη 1944 η οργάνωση του ΚΚΕ του χωριού Νέα Καλλικράτεια έκρινε ότι ο αρχηγός της αντιφασιστικής οργάνωσης του 3ου τάγματος σκαπανέων Ατανάς Κλιάσεφ, κινδύνευε να συλληφθεί και ήταν απαραίτητο να περάσει στην παρανομία. Στις 2 του Γενάρη ο Κλιάσεφ εντάχθηκε σ' ένα τμήμα του ΕΛΑΣ που δρούσε στη Χαλκιδική. Αργότερα πέρασε στο 19ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ της περιοχής Νιγρίτας. Τον Απρίλη του ίδιου χρόνου ο στρατιώτης Χρίστο Τσέρνεφ πέρασε επίσης στο ίδιο Σύνταγμα. Είχε δραπετεύσει από τη μονάδα του που βρισκόταν στο χωριό Στρατονίκη όταν είχε αποφασιστεί η συγκρότηση ενός εκκαθαριστικoύ αποσπάσματος ενάντια στους Έλληνες παρτιζάνους και στο οποίο δεν ήθελε να πάρει μέρος.

Στις 14 Γενάρη 1944 οι στρατιώτες Ατανάς Βελικόφ Μποζανίν και Βασίλη Γκριγκόροφ Βασίλεφ δραπετεύουν παίρνοντας μαζί τους ένα τουφέκι από τη σχολή υπαξιωματικών του χωριού Ζωγράφος. Αφού κρύφτηκαν επί δέκα μέρες, με τη βοήθεια Ελλήνων αντιφασιστών της Θεσσαλονίκης οδηγήθηκαν σε ένα τμήμα του ΕΛΑΣ πού δρούσε στην περιοχή των Κρουσίων. Στην ίδια περιοχή συγκροτήθηκε ο "ρωσικός λόχος" από σοβιετικούς αξιωματικούς καί στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από γερμανικά στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Ελλάδα. Και οι δυο αυτοί Βούλγαροι κατατάχθηκαν στο λόχο αυτό και πήραν μέρος σε σκληρές μάχες εναντίον των κατακτητών. Το Μάη όλος ο «ρωσικός λόχος» πέρασε στη Γιουγκοσλαβία στη σύνθεση του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας.

Η απόδραση του στρατιώτη Αγγελή Πετρώφ Μαρίν του 16ου ανεξάρτητου τάγματος μεταφορών αποτελεί ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τις σχέσεις που υπήρχαν μεταξύ Βουλγάρων αντιφασιστών και ελληνικού πληθυσμού. Το τάγμα ήταν στρατοπεδευμένο στο χωριό Κουγιούνκγιοϊ της περιφέρειας Ξάνθης. Ο Μαρίν ειδοποιήθηκε οπό τον ταχυδρόμο της μονάδας, που ήταν επιφορτισμένος και με την μυστική αλληλογραφία, ότι η σύλληψή του είχε αποφασιστεί για τις 24 Μάρτη 1944. Δραπέτευσε λοιπόν, και κρύφτηκε στο χωριό Κιμμέρια. Οι ντόπιοι πατριώτες τού έδειξαν τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, αλλά το πυκνό χιόνι τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω και να κρυφτεί σε μία καλύβα, όπου οι Έλληνες χωρικοί τού έφεραν τροφή. Στις αρχές Απρίλη ο Μαρίν οδηγήθηκε στους αντάρτες κι έγινε λίγο αργότερα λοχίας στο 26ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Δυο μήνες αργότερα μετατέθηκε στο 81ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που δρούσε στην ουδέτερη ζώνη Έβρου.

Στα τέλη του Μάρτη ο στρατιώτης των ταγμάτων εργασίας Νεντέλκο Ντεμερτζίεφ προσχώρησε στο 26ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ φέρνοντας μαζί του ένα οπλοπολυβόλο, ένα τουφέκι και πυρομαχικά. Δυο μήνες αργότερα ο στρατιώτης Γκεόργκι Στοϊμένοφ έκανε το ίδιο, καθώς και ο Κολιό Χρίστοφ τον Ιούνη.

Τον Μάη Οι Χρίστο Γιορντάνοφ, Βίκτορ Κράσιεφ και Κράστιου Ατανάσωφ προσχωρούν επίσης στον ΕΛΑΣ. Το Επιτελείο του Συντάγματος αποφάσισε οι Βούλγαροι παρτιζάνοι να συγκροτήσουν μία ομάδα μάχης κάτω από τη διοίκηση του Στόγιο Μπέλκιν.

Οι Βούλγαροι παρτιζάνοι δεν θεωρούσαν ότι είχαν εκπληρώσει στο ακέραιο το χρέος τους μόνο με το να μπουν στις γραμμές της Ελληνικής Αντίστασης και να παίρνουν μέρος στις μάχες κατά των φασιστών. Ένα από τα μεγάλα καθήκοντα που αναλάβαιναν ήταν να προσελκύσουν στους παρτιζάνους τους Βούλγαρους στρατιωτικούς και πολίτες κατοίκους της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Χάρη στις προσπάθειές τους πέρασαν στον ΕΛΑΣ οι στρατιώτες Στογιάν Ντουμπέλοφ, Μλόντεν Μάρκοφ, Αλεξάντερ Πετρούνοφ, Πρόεφ, Ντούρτσεφ, ο αξιωματικός Κίρο Γιάνεφ και πέντε άλλοι στρατιώτες.

Οι απεγνωσμένες προσπάθειες της φασιστικής εξουσίας να πνίξει στα τέλη ταυ καλοκαιριού του 1944, την επαναστατική πάλη με κατασταλτικά μέτρα, υποχρέωσαν ορισμένους Βούλγαρους πού κατείχαν ως τότε επίσημες θέσεις και βοηθούσαν κρυφά το κίνημα της Αντίστασης, να περάσουν στην παρανομία. Τον Αύγουστο του 1944 προσχωρούν στους παρτιζάνους του 21ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του χωριού Κουρουντερέ Ιβάν Ντεμερτζίεφ, ο αποθηκάριος της κρατικής αποθήκης βαμβακιού ταυ Πρόσενικ, Γκεόργκι Λούκοφ και ο αδελφός του έφεδρος αξιωματικός Λιούμπεν Λούκοφ, διοικητής ενός τμήματος μεταφορών στις Σέρρες.

Ο αριθμός των Βουλγάρων που προσχωρούν στους Έλληνες παρτιζάνους μεγαλώνει προς τα τέλη του Αυγούστου, αρχές Σεπτέμβρη 1944, όταν η ατμόσφαιρα στην Βουλγαρία γίνεται έντονα επαναστατική.

Όλα αυτά συνέτειναν να δημιουργηθούν την άνοιξη του 1944, ομάδες Βουλγάρων ανταρτών στα πλαίσια του ΕΛΑΣ. Τον Ιούνη συγκροτήθηκε και εντάχτηκε στο 81ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ η ομάδα «Βασίλη Λέφσκυ», που πήρε ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της ουδέτερης ζώνης. Τον Αύγουστο, η βουλγαρική ομάδα του 81ου Συντάγματος ταυ ΕΛΑΣ αριθμεί 19 μαχητές και στις 7 Σεπτέμβρη σχηματίζονταν «τμήμα Βουλγάρων παρτιζάνων» από 21 μαχητές ενταγμένους στο 21 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ.

Το παρτιζάνικο τάγμα «Χρίστο Μπότεφ» συγκροτήθηκε το 1943 σε βουλγάρικο έδαφος. Η δημιουργία της μονάδας αυτής οφείλεται αποκλειστικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας. Αξίζει όμως να υπογραμμιστεί ότι στις σκληρές στιγμές της δημιουργίας του τάγματος και στην διάρκεια της μεγάλης πορείας προς την Βουλγαρία, στις αρχές του 1944 οι μαχητές είχαν τη βοήθεια των Ελλήνων αντιφασιστών. Μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ το τάγμα «Μπότεφ» πάλεψε εναντίον των κατακτητών .

Εικόνα
Το Τάγμα "Χρίστο Μπότεφ".

Το καλοκαίρι του 1944 αποκαθίστανται οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων παρτιζάνων. Το βουλγάρικο τμήμα «Αντόν Ποπόφ» πέρασε τον Αύγουστο του 1944 στην περιοχή του ορεινού συγκροτήματος Αλί Μποτούς, και διεξήγαγε επί ένα μήνα στρατιωτικές επιχειρήσεις και έκανε πολιτική δουλιά μαζί με το 21ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ.

Οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την εν όπλοις συναδέλφωση των Βουλγάρων και Ελλήνων απέδωσαν τους καρπούς τους στην περίοδο της εξέγερσης της 9ης Σεπτέμβρη 1944, όταν Βούλγαροι και Έλληνες έδρασαν από κοινού στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας - Δυτικής Θράκης.



Zoom in (real  dimensions: 430 x 415)Εικόνα



Εικόνα

Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει τη Σόφια .

Zoom in (real  dimensions: 466 x 411)Εικόνα



Εικόνα

Στο Βερολίνο !!!


Η αντίσταση του ελληνικού λαού εναντίον της Φασιστικής κατοχής, και η συμβολή του στην αντιφασιστική απελευθερωτική πάλη των λαών άφησε βαθιά ίχνη στην Ιστορία του. Οι Ερχόμενες Γενιές θα ξαναβρούν σε αυτήν τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των εκατοντάδων χιλιάδων αγωνιστών. Ενάντια στον ξένο ζυγό οι Έλληνες και Βούλγαροι αντιφασίστες μπορούν νάναι κι αυτοί περήφανοι που βρήκαν στις τραγικές στιγμές τού Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τη δύναμη να υπερνικήσουν το Εθνικό μίσος που καλλιεργούσε η Φασιστική αντίδραση των δύο χωρών και να θέσουν τις βάσεις της εν όπλοις συναδέλφωσης ανάμεσα στους δύο γειτονικούς λαούς.



Εικόνα



Υ.Γ : Αφιερωμένο στους όψιμους βουλγαροκτόνους, συκοφάντες των απελευθερωτικών αγώνων των λαών.