Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

ΚΚΕ και Μικρασιατική εκστρατεία – Πρώτο Μέρος.

-->
Μια αγαπημένη κατηγορία των εθνοκάπηλων ενάντια στο ΚΚΕ, είναι ότι πρόδωσε τον «αγώνα του ελληνισμού» στην μικρασιατική εκστρατεία!!! Χωρίς βέβαια να θεωρούμε ότι θα υπήρχε κάτι μεμπτό σε μια τέτοια «προδοσία» (το αντίθετο μάλιστα), ας δούμε λίγο καλύτερα το ζήτημα:

Τη συγκεκριμένη κατηγορία μπορεί κανείς να την δει σε δύο εκδοχές. Μια light, που ισχυρίζεται ότι η αντιπολεμική δράση του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ στο μικρασιατικό μέτωπο συνέβαλε (σε κάποιο βαθμό) στην ήττα του ελληνικού στρατού και μια περισσότερο σκληροπυρηνική (hardcore), όπου το νεαρό ΣΕΚΕ κατηγορείται ως ο κύριος υπεύθυνος της ήττας.

Το κύριο επιχείρημα ενάντια στο ΣΕΚΕ (Κ) είναι μια διακήρυξη του ίδιου του Νίκου Ζαχαριάδη που δημοσιεύτηκε που δημοσιεύτηκε στον Ρίζο της 12/7/1935, στα πλαίσια μιας αντιδικίας-διαφωνίας του με τον καθηγητή της Φιλοσοφίας Χρήστο Θεοδωρίδη. Μια διακήρυξη υπερβολική και ιστορικά αδικαίωτη. Μια μονόχνοτη ερμηνεία που απλά έδωσε επιπρόσθετα επιχειρήματα στους επικριτές του ΚΚΕ. Και όχι μόνο αυτό, (αλλά ακόμα περισσότερο), σε ότι συνέβη το 1920-1922 ο Νίκος Ζαχαριάδης δεν είχε καμία απολύτως συμμετοχή (ούτε και κάποια ευθύνη βέβαια).

Εννοείται ότι όσοι ισχυρίζονται αυτές τις ανοησίες, είναι είτε:

- Ψεύτες (συνειδητοί ή μη) που μεροληπτούν, ώστε να αμβλύνουν στην συλλογική συνείδηση την αποκλειστική ευθύνη της Ελληνικής Άρχουσας Τάξης (η πλέον άχρηστη και παρασιτική παγκόσμια, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Γεράσιμο Κακλαμάνη, βλ. «Ανάλυση της Νεοελληνικής Αστικής Ιδεολογίας» ), των πολιτικών και στρατιωτικών της υπαλλήλων, για την καταστροφή και την εντεταλμένη σφαγή του ελληνικού λαού στην Ανατολή.

- Αδαείς, διότι δεν έχουν καμιά σχέση με την ιστορία του εργατικού μας κινήματος. Άσχετοι, επειδή έχουν πλήρη άγνοια για το τι σημαίνει επαναστατικός ντεφετισμός. Μην έχοντας ιδέα από παρόμοιες πρακτικές στα μέτωπα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είναι σε θέση να κάνουν τις ανάλογες απαραίτητες συγκρίσεις.

Κανέναν επαναστατικό ντεφετισμό δεν έκανε το αδύναμο ΣΕΚΕ-ΚΚΕ το 1919-1922, με την δειλή, άτολμη και αναποφάσιστη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του. Ένα κόμμα, που στην αναφερόμενη εποχή τα οργανωμένα μέλη του γέμιζαν δεν γέμιζαν ένα συνοικιακό θέατρο.

Ποια ήταν ακριβώς η αντιπολεμική δράση των Ελλήνων κομμουνιστών στρατιωτών στο Μέτωπο της Μικράς Ασίας;

Ας αφήσουμε τους Γιάννη Μοναστηριώτη, τον Λευτέρη Αποστόλου και φυσικά τον Ελευθέριο Σταυρίδη να μας πουν για αυτήν. Οι δύο πρώτες αφηγήσεις από συνεντεύξεις στον δημοσιογράφο και ερευνητή της ιστορίας του ΚΚΕ Μιχάλη Δημητρίου (δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Το Βήμα» τον Νοέμβριο του 1978). Η άποψη του Σταυρίδη είναι δημοσιευμένη στο βιβλίο του.

Ο Γιάννης Μοναστηριώτης γεννήθηκε το 1901. Συνδέθηκε από την περίοδο που ήταν φοιτητής της Νομικής πολιτικά και φιλικά με τον Παντελή Πουλιόπουλο. Πολέμησε στην Μικρά Ασία και στη συνέχεια έγινε ηγετικό στέλεχος των Παλαιών Πολεμιστών, της μεγαλύτερης εξωκομματικής οργάνωσης που ήταν κάτω από τον έλεγχο του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ. Αναδείχθηκε μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και του Πολιτικού του Γραφείου, για να αποχωρήσει το 1927 μαζί με τον Παντελή Πουλιόπουλo πρωτοστατώντας στη συνέχεια στην οργάνωση της Αριστερής Αντιπολίτευσης του ΚΚΕ.

Στην ηλικία των 78 χρόνων (σημείωση μ.ι.: το κείμενο γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1978), ο κ. Γιάννης Μοναστηριώτης είναι ένας τυπικός συνταξιούχος δικηγόρος, που μένει στα Άνω Ιλίσια και έχει από τον δεύτερο γάμο του ένα γιο μόλις οκτώ μηνών. Σκέφτηκε πολύ πριν δεχτεί να μιλήσει για πρώτη φορά. «Αν τ' αποφασίσω, θα πρέπει να σου πω όλη την αλήθεια».

Το σκέφτηκε, με ειδοποίησε και άρχισε να ξετυλίγει τις αναμνήσεις του: «Γεννήθηκα στην Αθήνα και είμαι ο πέμπτος γιος από τα 11 παιδιά, που αποκτήσαν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν φανατικός, βενιζελικός, από την Βόνιτσα της Ακαρνανίας και εφοριακός στο επάγγελμα.

»Το 1919 μπήκα στη Νομική Αθηνών και μέχρι τότε, ήμουνα ένας φιλολογών νέος. Εκεί γνώρισα τους συμμαθητές μου Παντελή Πουλιοπουλο, Στέφανο Ξύδη, Γεώργιο Νικολή και άλλους. Απ' όλους μας ξεχώριζε ο Πουλιόπουλος, που έγινε μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του Κόμματος (1926) ο θεωρητικός του τροτσκισμού στην Ελλάδα. Καταγόταν από την Θήβα, από καλό σπίτι, Είχα γνωρίσει τον πάτερα του, τύπος επαρχιακού άρχοντα.

»Ο Πουλιόπουλος ήταν άριστος φοιτητής. Ο καθηγητής μας του Ρωμαϊκού Δικαίου Παπούλιας τον έβαζε και μας εξέταζε. Είχε ένα αδελφό ράπτη στην Αθήνα και μια αδελφή παντρεμένη με κάποιο φαρμακοποιό στην Θήβα. Ο Πουλιόπουλος που τότε ήξερε τρεις γλώσσες ήταν ο συμφοιτητής μας, που μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Σοβαρός, μελετηρός, κοφτερό μυαλό, ότι διάβαζε το κάτεχε καλά. Έγινε σύντομα ο αρχηγός μας. Τον ακούγαμε, μας συμβούλευε πως να προσανατολιστούμε, τι να διαβάσουμε, θυμάμαι έπαιζε στα δάχτυλα τον Μαρξ, που τον είχε διαβάσει στο γερμανικό πρωτότυπο, όπως ακόμα τον Ένγκελς, τον Φίχτε και άλλους φιλοσόφους και θεωρητικούς., Όλα αυτά μόνος του. Δεν είχαμε καμιά επαφή με το Κόμμα, όπως δεν αποκτήσαμε καμία κομματική ιδιότητα, όσο είμαστε στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, όπου σημείωσε την αντιπολεμική του δράση ο Πουλιόπουλος.
»Θυμάμαι την Πρωτοχρονιά του 1919, που είχαμε πάει με τον Πουλιόπουλο και τους άλλους σε μια συγκέντρωση στον Άγιο Γιάννη Ρέντη. Ήταν μέλη του ΣΕΚΕ με κονκάρδες και περιβραχιόνια και μίλησε ο Μιχάλης Οικονόμου. Γνωριστήκαμε όπως και με τον αδελφό του Έκτορα. Ο Μιχάλης τότε φοιτητής της Φιλοσοφικής μας είπε να περάσουμε μια μέρα από τα γραφεία στην οδό Ευριπίδους για να γνωρίσουμε στελέχη του Κόμματος και να κάνουμε κάποια συζήτηση. Δεν πήγαμε. Σε λίγες ημέρες κάλεσαν την κλάση μας. Επειδή είχαμε σε λίγο εξετάσεις μας έδωσαν δύο μήνες αναβολή και τελικά καταταχτήκαμε γύρω στον Ιούλιο.
»Θυμάμαι πως όλοι μας ντυθήκαμε στρατιώτες με ένα αίσθημα άγριας αγανακτήσεως, που πηγαίναμε να πολεμήσουμε. Μέσα μας είχε καλλιεργηθεί ένα μίσος κατά τού πολέμου, όχι τόσο από προπαγάνδα ή από θεωρητική συγκρότηση, αλλά γιατί είχαμε γνωρίσει από αφηγήσεις στρατιωτών της Ουκρανίας, πόσο άγριο πράγμα είναι ό πόλεμος. Που επιπλέον μας εμπόδιζε στις σπουδές μας. Μας έστειλαν στην Σχολή Τηλεγραφητών της Θεσσαλονίκης να εκπαιδευτούμε. Εκεί συνδέθηκα πιο πολύ με τον Πουλιόπουλο και τα άλλα παιδιά. Κάναμε συζητήσεις, παίρναμε κρυφά τον «Ριζοσπάστη» όχι τόσο για τα αντιπολεμικά του κείμενα, αλλά κυρίως γιατί είχε το καλύτερο χρονογράφημα. Τότε φιλολογούσαμε πιο πολύ παρά παθιαζόμαστε με την πολιτική θεωρία.

»Γύρω στον Φεβρουάριο του 1920, τελειώσαμε την εκπαίδευση μας και όλος ο λόχος τηλεγραφητών, στάλθηκε στο Μπουρνόβα της Σμύρνης. Εκεί ήταν κέντρο μεγάλης μονάδας και μείναμε αρκετούς μήνες για νέα εκπαίδευση.
»Συνδεθήκαμε με μερικούς άλλους γνωστούς και άγνωστους ως τότε και δημιουργήσαμε μια δική μας ομάδα, καμιά δεκαριά. Βρήκαμε τηλεγραφητή τον Μιχάλη Οικονόμου, που είχε επαφές με το Κόμμα και μας έλεγε την γραμμή του. Μαζί μας ήταν και ο Μιλτιάδης Ζαφειριάδηις, πολίτης αυτός από την Ρουμανία και σοσιαλιστής. Ήταν ακόμα ο Νίκος Μπονάνος, ο Φωτεινός και ένας Τούρκος πολίτης, ο σοσιαλιστής Αλής, δεν θυμάμαι επώνυμο.
»Ο Πουλιόπουλος έκανε πιο συχνά παρέα με τον Οικονόμου, κουβέντιαζαν περισσότερο μεταξύ τους και κατά ένα τρόπο ενδιάμεσος ανάμεσα στον Οικονόμου και εμάς. Ο Οικονόμου, μας είχε προτείνει να γίνουμε μέλη του Κόμματος, αφού όπως έλεγε οι ιδέες μας οι αντιπολεμικές συνέπιπταν με ένα κόμμα, που κατηύθυνε αυτό τον αντιπολεμικό αγώνα, Τι κατηύθυνε όμως; Μια κουβέντα ήταν.
»Όσο καιρό μείναμε στην Σμύρνη και μέχρι να μας συλλάβουν, δεν κάναμε τίποτα περισσότερο από το να μαζευόμαστε μεταξύ μας, να κουβεντιάζουμε ότι αυτός ο πόλεμος είναι άδικος και πρέπει να αγωνιστούμε εναντίον του. Ο Ζαφειριάδης είχε καταφέρει να μας βρει λίγο χαρτί και έτσι ο Πουλιόπουλος μπόρεσε να βγάλει δύο φύλλα της μικρής εφημερίδας «Ερυθρός Φρουράς». Με μια πρόχειρη πολυγράφηση (του είδους «γόμας») τύπωσε μερικά αντίτυπα και τα έδωσε σε μας και κάποιους άλλους συμπαθούντες. Τα κείμενα είχαν γράψει ο Πουλιόπουλος και ο Νίκολης, που εκτός από συμφοιτητής μας ήταν και συντάκτης της «Καθημερινής». Δεν ξέρω γιατί μας υποψιάστηκαν (ίσως γιατί είμαστε συνέχεια μαζί, κάρφωμα ή γιατί βλέπανε μαζί μας και τον Αλή) και το καλοκαίρι του 1921, μας πιάνουν. Μας βάζουν στην φυλακή. Οικονόμου, Πουλιόπουλος, Μοναστηριώτης, Μπονάνος, Νίκολης. Δεν έπιασαν τον Ζαφειριάδη και τον Αλή. Μας ρώτησαν γι' αυτούς και για όλα. Τι λέγαμε, τι κάναμε. Φαίνεται δεν είχαν τίποτα στοιχεία, απλώς υποψίας. Εμείς απαντούσαμε: τίποτα. Και ο Πουλιόπουλος τα ίδια - τίμια πράγματα. Κανείς μας δεν είπε ότι είμαστε αυτό και αυτό, ή σκεφτόμαστε εκείνο για τον πόλεμο. Απλώς ότι μιλούσαμε για σοσιαλισμό, Φιλολογούσαμε.
»Μετά από 3-4 μήνες, μας άφησαν ελεύθερους. Μέσα στις φυλακές γνωρίσαμε κάθε καρυδιάς καρύδι· λιποτάχτες, ανυπόταχτους, κλέφτες, τιμωρημένους για διάφορους λόγους. Η παρέα μας συνδέθηκε πιο πολύ. Οι κρατούμενοι μας έδειχναν πολύ σεβασμό. Μας έλεγαν, ότι γυρεύουμε το γενικό καλό, όταν τους λέγαμε τις ιδέες μας. Τους άρεσε που τοποθετούσαμε το αντιπολεμικό τους αίσθημα, σε πολιτική βάση.
»Όταν μας αποφυλάκισαν μας σκόρπισαν σε διάφορες μεραρχίες. Εμένα στην Ενδέκατη, που ήταν στο βόρειο συγκρότημα στην περιοχή Προύσας. Τον Νίκολη στην Τρίτη, κοντά στην Μαγνησία. Ο Πουλιόπουλος σε κάποια μονάδα της Σμύρνης, όπως και ο Οικονόμου. Υπηρεσίες γραφείου.
Εγώ ξέρετε πού τοποθετήθηκα; Γραμματέας του στρατιωτικού επίτροπου του στρατοδικείου της Μεραρχίας. Γνωρίστηκα με τους άλλους στρατιώτες και κάναμε μια Φιλολογική ομάδα. Έγραφα στον Πουλιόπουλο και μου έγραφε συχνά, πιο τακτικά κι από την μητέρα μου. Το πνεύμα αντιπολεμικό, όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά και σε όλους σχεδόν τούς στρατιώτες. Μάθαμε για τις διαμαρτυρίες που είχαν κάνει να πάνε σπίτια τους. ολόκληρα τάγματα και συντάγματα μπροστά στον Βασιλιά και στον Γούναρη. Ο Νίκολης, πού ήταν στο Σύνταγμα του Πλαστήρα έβγαζε μια εφημεριδούλα την «Φούντα», χιουμοριστική αλλά και με κάποιες μπηχτές. Πάντως, μέσα στο πνεύμα της πίκρας και της αυτογνωσίας για την κούραση, που είχε Φέρει όλους μας ο πόλεμος εκείνος. Την «Φούντα» την διάβαζε και ο Πλαστήρας - τόσο επικίνδυνη ήταν. Θυμάμαι πού μου έλεγε ο Νίκολης, πως ο Πλαστήρας ξεκαρδιζόταν στα γέλια με όσα έγραφε. Ο Πουλιόπουλος μου είχε γράψει ότι μου έστειλε μερικά αντίτυπα της εφημεριδούλας τον «Ερυθρό Φρουρό» να τα μοιράσω, αλλά δεν τα πήρα ποτέ. Εδώ, χρειάζεται για την ιστορική αλήθεια, να πω ότι οι συζητήσεις μας, η προπαγάνδα μας δεν ήταν ποτέ ότι δεν πολεμάμε. Οι περισσότεροι της ομάδας μας που δεν είχε καμιά σχέση και σύνδεση με το Κόμμα, όχι μόνο πολεμήσαμε αλλά πήραμε και παράσημο: Κουβέντες μπορεί να κάναμε, αλλά κανείς μας δεν πέταξε το όπλο πάνω στην μάχη. Πολεμούσε για να σωθεί. Το σύνθημά μας ήταν κοινό με όλων σχεδόν των στρατιωτών. Να τελειώνουμε, να πάμε στα σπίτια μας. αποστράτευση. Δεν ξέρω κανένα ακόμα και τον Πουλιόπουλο, να προπαγάνδισε τότε ότι δεν πρέπει να πολεμάμε γιατί είμαστε το ίδιο με τους Τούρκους εργάτες και στρατιώτες. Πάντως και αυτό να έγινε σε κάποια στιγμή, σε κάποιο κείμενο, σε κάποια κουβέντα δεν μεταμορφώθηκε σε αντίστοιχη μαζική δράση. Δεν τα λέω αυτά να δικαιολογηθώ, εγώ ακόμα και σήμερα είμαι μαζί τους, αυτούς ψηφίζω.
»Αλλά δεν είναι τυχαίο, ότι στο μέτωπο της Μικράς Ασίας δεν έγινε ούτε ένα σαμποτάζ ούτε μια μαχητική δράση. Κι όμως κάθε μέρα θάβαμε δεκάδες νεκρούς και φούντωνε η διάθεση μας στον πόλεμο. Λίγο πριν γίνει η κατάρρευση, ήλθε στην μονάδα ένα έγγραφο του στρατηγού Κλάδα, που έλεγε να γίνει ανάκριση γιατί υπήρχαν πληροφορίες, ότι έχω αντιπολεμική δράση. Δεν πρόλαβαν να κάνουν κάτι. Νομίζω πως στη Σμύρνη είχαν ξαναπιάσει τον Πουλιόπουλο, τον Οικονόμου, αλλά τους άφησαν ελεύθερους, όταν άρχισε η υποχώρηση. Μαζί με τον Πουλιόπουλο ήλθε στην Ελλάδα και ο Βασίλης Νικολινάκος που υπηρετούσε στις στρατιωτικές φυλακές Σμύρνης και είχε μυηθεί από τον Πουλιόπουλο στον σοσιαλισμό. Στην υποχώρηση μου έδωσαν τα αρχεία της Μεραρχίας να τα πάω στην Ραιδεστό, Γλυτώσαμε μόνο 300, όλοι οι άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Στο Πάνορμο φούνταρα τα αρχεία στην θάλασσα. Κοιτάζαμε πως να σωθούμε».