Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Πειραιάς, Αύγουστος 1923. Όταν κινδύνευε πάλι η πατρίδα

Εισαγωγικά.

Ιούνιος του 1923. Στην εξουσία βρίσκεται η λεγόμενη «Επαναστατική Κυβέρνησις», των Πλαστήρα, Γονατά. Με πρωθυπουργό τον Στυλιανό Γονατά. Στην πράξη πρόκειται για μια στρατιωτική κυβέρνηση, η οποία παρά τις όποιες διακηρύξεις της περί προοδευτισμού, αστικού εκσυγχρονισμού του τόπου και αριστεροσύνης, δεν έπαυε να ήταν μια κοινή στρατιωτική χούντα, με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός καπιταλιστικού κράτους «έκτακτης ανάγκης».

Ένα ιδιαίτερο γνώρισμα του συγκεκριμένου κυβερνητικού σώματος, είναι ότι για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία απουσιάζουν παντελώς τα προσχήματα περί ταξικής ουδετερότητας του κράτους. Ταυτίζονται ανοικτά και απροκάλυπτα το αστικό κράτος με τα εργοδοτικά συμφέροντα, το αστικό κράτος με την αστική τάξη. Υπουργός Οικονομικών της «Επανάστασης», καθώς και υπεύθυνος για ζητήματα εργατικής πολιτικής, ήταν ο συνειδητοποιημένος για τα συμφέροντα της τάξης του, ο μεγαλοβιομήχανος Ανδρέας Χατζηκυριάκος. Ένας άνθρωπος, που ήταν φανατικά εχθρός κάθε συνδικαλιστικής και πολιτικής δραστηριότητας των εργαζομένων.

Οι διαχρονικές και πάντα ίδιες μεγαλοστομίες περί πατριωτικού καθήκοντος, οι φανφαρονισμοί περί της εθνικής προσπάθειας για την οικονομική ανόρθωση του τόπου μετά τα κατακλυσμιαία γεγονότα που ακολούθησαν την περιπέτεια του ελληνικού κράτους στην Μικρά Ασία, απλά έκρυβαν την βασική επιδίωξη των καπιταλιστών. Την αύξηση της κερδοφορίας τους.

Η ύπαρξη στην ελληνική επικράτεια δεκάδων χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων έδινε από την αρχή στην ελληνική αστική τάξη ένα σημαντικό πλεονέκτημα, προκειμένου να ξεκινήσει μια γιγάντια επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο. Οι χιλιάδες άστεγοι, ενδεείς και εξαντλημένοι πρόσφυγες, θα προσέφεραν μια μοναδική ευκαιρία στους καπιταλιστές, στο να μειώσουν το κόστος εργασίας και να πάρουν πίσω τις αυξήσεις των ημερομισθίων που έδωσαν στους Ελλαδίτες εργάτες μετά την πρώτη επιτυχημένη πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ πριν από τέσσερα χρόνια.

Η αφορμή δεν θα αργήσει να δοθεί.

Μετά από κάποια κερδοσκοπικά παιχνίδια στα χρηματιστήρια του εξωτερικού, η συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής με την αγγλική λίρα άλλαξε, με μεγάλη άνοδο της δραχμής. Οι συνέπειες αυτής της αλλαγής είναι ευνόητες. Τα ελληνικά προϊόντα γίνονταν ακριβότερα και λιγότερο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό, δημιουργώντας προβλήματα στην κερδοφορία της ελληνικής βιομηχανίας.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν αυτήν την συναλλαγματική μεταβολή, δεν είναι δύσκολο να τα μαντέψει κανείς. Είναι πάντα ίδια: Η πατρίδα κινδυνεύει, όταν υπάρχει πιθανότητα μείωση των κερδών της μπουρζουαζίας.

Με έναν εκπληκτικά παρόμοιο με τις ημέρες που ζούμε τρόπο, ξεκίνησε μια απίστευτη εκστρατεία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης με πρωτοπόρο τον αστικό τύπο της εποχής. Φόβοι για επικείμενη ανεπανόρθωτη καταστροφή και για ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας εκδηλώθηκαν. Πανικός για μελλοντική και μη αναστρέψιμη ύφεση της οικονομίας μας. Δημοσιογράφοι, οικονομικοί αναλυτές, κυβερνητικά στελέχη, τυχάρπαστοι διανοούμενοι που υπηρετούσαν τους βιομηχάνους, επιστρατεύθηκαν για την αντιμετώπιση του νέου εθνικού κινδύνου.

Αναλύσεις, μελέτες, πορίσματα, διαβήματα προς τον βιομήχανο υπουργό της Οικονομίας, συσκέψεις ατελείωτες, κατέληγαν όλα σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, σε μια μόνο «επώδυνη», αλλά αποτελεσματική λύση «προκειμένου να σωθεί η πατρίδα» :

Το εργατικό κόστος πρέπει να μειωθεί ώστε να φτηνύνουν τα εξαγώγιμα προϊόντα. Έπρεπε να γίνουν δραματικές, γενναίες περικοπές των ημερομισθίων ώστε να ξαναγίνουμε ανταγωνιστικοί, για να ξαναβρούμε την χαμένη μας κερδοφορία. Οι εργάτες, έπρεπε να θυσιαστούν, να στερηθούν, να πεινάσουν ακόμα, ώστε να σωθεί το Έθνος !!!

Το μεροκάματο μπορούσε να πέσει 30%, 40%, γιατί όχι και 50% ! Αν οι εργάτες αντιδρούσαν, μπορούσαν να φύγουν από τα εργοστάσια. Δυνατότητες αντικατάστασής τους υπήρχαν και μάλιστα απεριόριστες. Να είναι καλά οι πρόσφυγες.

Η αντίδραση της ΓΣΕΕ.

Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας το 1923, εκφράζει παρά τις όποιες αδυναμίες της, τις επιδιώξεις του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος. Ήδη μετά από το Δεύτερο Συνέδριο της, συνδέεται οργανικά με το (νεαρό αλλά δυναμικό) κόμμα της εργατικής τάξης, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, ΣΕΚΕ(Κ).

Η αντίδραση της ΓΣΕΕ και του ΚΚΕ στην εργοδοτική επίθεση που εκδηλώθηκε, ήταν άμεση. Παρά τις μεταγενέστερες απόψεις κάποιων ιστορικών του εργατικού κινήματος, ότι η απεργία του Αυγούστου του 1923 ήταν αυθόρμητο ξέσπασμα της μάζας, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η προοπτική μιας πανελλαδικής απεργίας, συζητιόταν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και και στις κομματικές οργανώσεις του ΣΕΚΕ(Κ), (παρά τις αντιδράσεις από την δεξιά σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα του κόμματος), δύο μήνες πριν. Αμέσως δηλαδή μετά από την έναρξη της επίθεσης της εργοδοσίας.




Ριζοσπάστης – 05.06.1923. Προκήρυξη ΣΕΚΕ - ΓΣΕΕ Εργατικού Κέντρου Πειραιά. Υπογράφει ο Σεραφείμ Μάξιμος.

Από το καταπληκτικό βιβλίο του Θανάση Καμπαγιάννη «Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα, 1918-1926», διαβάζουμε για τις ημέρες της απεργίας του Αυγούστου του 1923.

>
>
Τελικά ήταν οι μυλεργάτες του Πειραιά αυτοί που πυροδότησαν την Γενική Απεργία με το 24ωρο τελεσίγραφο που επέδωσαν στους αλευροβιομήχανους στις 9 Αυγούστου:

Ζητούσαν να μην ισχύσει η μείωση 35% στα εισοδήματα τους, να πληρωθούν τα περικομμένα ημερομίσθια, να επαναπροσληφθούν οι απολυμένοι συνάδελφοι τους και να αποζημιωθούν οι τυχόν μη επανερχόμενοι. Το τελεσίγραφο υπογραφόταν και από τον πρόεδρο των θερμαστών ξηράς Γ. Μπόγρη. Τα νέα της απεργίας προκάλεσαν αλυσιδωτές εξελίξεις: τα σωματεία του επισιτισμού στις υπόλοιπες πόλεις προχώρησαν και αυτά σε απεργία, όπως και ολόκληρη η Ομοσπονδία Επισιτισμού. Το ΕΚΠ και η ΓΣΕΕ κάλεσαν σε υλική συμπαράσταση στους απεργούς. Αποφασιστικό όμως στάθηκε το άπλωμα της απεργίας στο λιμάνι. Η αλευροβιομηχανία στον Πειραιά τον καιρό εκείνο ανθούσε." Το περισσότερο σιτάρι αλεθόταν εκεί, αλλά εισαγόταν από το εξωτερικό, οπότε το λιμάνι ήταν κομβικό, τόσο για τα ειδικά ναυλωμένα πλοία που το μετέφεραν, όσο και για την εκφόρτωση του. Το οικονομικό κύκλωμα σίτος-άλευρα δεν δημιουργούσε μόνο την ισχυρή διαπλοκή αλευροβιομηχάνων-εφοπλιστών (κατοπινό γέννημα της οποίας είναι ο Στ. Νιάρχος), αλλά και αυτή των μυλεργατών με τους ναυτεργάτες και τους φορτοεκφορτωτές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ναυτεργάτες θα πάρουν πρώτοι την απεργιακή σκυτάλη από τις 17 Αυγούστου.

Η απεργία είχε ανέλπιστη επιτυχία: το λιμάνι παρέλυσε. Στις 17 Αυγούστου, σύμφωνα με την Σφαίρα, είκοσι πλοία δεν κατάφεραν να αποπλεύσουν, ενώ μόνο το ατμόπλοιο Κατερίνα έφυγε για Μασσαλία χρησιμοποιώντας απεργοσπάστες. Το απόγευμα, οι φορτοεκφορτωτές μπαίνουν στην απεργία, ενώ σύντομα την επεκτείνουν και στα καταπλέοντα υπό ξένη σημαία ατμόπλοια." Το ότι οι θερμαστές απεργούν σημαίνει ότι πολλά εργοστάσια οινοπνευματοποιίας, χαρτοποιίας και μακαρονοποιίας δεν μπορούν να λειτουργήσουν, το ίδιο και οι κυλινδρόμυλοι. Στις 20 Αυγούστου «ο Πειραιεύς παρουσιάζει από πρωίας ασυνήθη όψιν». Η Ομοσπονδία Ηλεκτρισμού ακολουθεί το απεργιακό κάλεσμα της ΓΣΕΕ και το τραμ παραλύει. Η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνα - Πειραιά διακόπτεται και γίνεται προσπάθεια για αποκατάσταση της από το ανώτερο προσωπικό. Τα πληρώματα των πλοίων που καταπλέουν στον Πειραιά δηλώνουν την υποστήριξη τους στην απεργία, με αποτέλεσμα να αποκλείονται πάνω σε αυτά και να παρεμποδίζεται η έξοδος τους από στρατιωτικές φρουρές. Οι εργάτες του τελωνείου Πειραιά ακολουθούν. Εν τω μεταξύ, η Καπνεργατική Ομοσπονδία κηρύσσει από τις 20 Αυγούστου πανελλαδική απεργία, ενώ τα σωματεία που συμμετέχουν εξαπλώνονται ήδη στην Θεσσαλονίκη," την Πάτρα, τον Βόλο και άλλες επαρχιακές πόλεις. Το πρωί της 21ης, οι πρωινές εφημερίδες δεν κυκλοφορούν λόγω συμμετοχής στην απεργία των τυπογράφων και της Ομοσπονδίας Τύπου.
>
>


Τελικά, μπροστά στην πρωτοφανέρωτη σε ένταση, αλλά και σε έκταση κρατική καταστολή, με τη χρήση στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων ενάντια στο εργατικό κίνημα, το απεργιακό κύμα θα ηττηθεί.


Δηλώσεις του Χατζηκυριάκου στην Καθημερινή της 20ης Αυγούστου 1923. Όταν το Κράτος ταυτίζεται προκλητικά με την Εργοδοσία χωρίς καμία αναστολή.

Στις 23 Αυγούστου, στη μεγάλη συγκέντρωση των απεργών στο Πασαλιμάνι, έντεκα εργάτες θα βρουν τον θάνατο από τις σφαίρες των στρατιωτών, ενώ εκατοντάδες άλλοι θα συλληφθούν. Αναφέρεται από τις αρχές και τον ελεγχόμενο αστικό τύπο, μια απόπειρα εργατών του Πειραιά να καταλάβουν τα γραφεία του Εργατικού Κέντρου και το Φρουραρχείο της πόλης, η οποία προκάλεσε και την ένοπλη επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας. Οι λεπτομέρειες είναι εν γένει άγνωστες, αν τελικά υπήρξε μια τέτοια προσπάθεια ή όχι, ή αν απλά επρόκειτο για τη συνηθισμένη δικαιολογία των δυνάμεων καταστολής, όπως γίνεται συχνά σε ανάλογες περιπτώσεις.


Το “Ελεύθερο Βήμα”, πανηγυρίζει την ήττα της απεργίας. 25 και 26 Αυγούστου 1923.

Όπως και να είναι, μπροστά στον κίνδυνο της ολοκληρωτικής καταστροφής του κινήματος και στην απώλεια και άλλων εργατών, στις 25 Αυγούστου η ίδια η ΓΣΕΕ με επίσημη ανακοίνωσή της, θα μιλήσει για την λήξη της απεργίας.
Όλοι σχεδόν οι ηγέτες του συνδικαλιστικού κινήματος θα βρεθούν στη φυλακή προς το τέλος των κινητοποιήσεων, για να προσπαθήσουν από εκεί να προβούν στις πρώτες εκτιμήσεις για τα αίτια της ήττας και τις δυνατότητες πιθανής ανασύνταξης.


Ο ξένος τύπος για την απεργία.

Συνέπειες.

Η ΓΣΕΕ, όπως και όλα τα εργατικά σωματεία θα τεθούν εκτός νόμου στις 20 Αυγούστου με απόφαση της «Επαναστάσεως», απόφαση η οποία θα ανακληθεί τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.




Απόφαση για την διάλυση των εργατικών σωματείων 20.8.1923 και αναστολή της λίγους μήνες μετά.

Το αστικό κράτος θα ξεκινήσει μια σημαντική προσπάθεια προσεταιρισμού εργατικών στελεχών και σωματείων, στα πλαίσια της επιδίωξης να έχει διαρκώς τον έλεγχο στο εργατικό κίνημα. Ένας έλεγχος ο οποίος θα συνεχιστεί ως τις ημέρες μας αμείωτος. Το ιδανικό για τους αστούς είναι να μην υπάρχει καθόλου συνδικαλισμός. Αλλά επειδή αυτό είναι αδύνατον, τουλάχιστον να είναι ελεγχόμενος. Πιθανά η απεργία του Αυγούστου του 1923, θα σημάνει και την έναρξη της λειτουργίας του κρατικά ελεγχόμενου (πατερναλιστικού) συνδικαλισμού, ως αντίδραση στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα. Ο ίδιος ο γραμματέας της ΓΣΕΕ, ο Ε. Ευαγγέλου, μία από τις ιστορικές φυσιογνωμίες του ΣΕΚΕ, ηγέτης των απεργιακών κινητοποιήσεων του Αυγούστου του 1923, θα αποστατήσει λίγα χρόνια μετά. Για να καταντήσει στα χρόνια της Κατοχής να ηγείται της δωσιλογικής «Εθνικής» Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας.

Παρά τις επιτυχίες, το κράτος δεν θα αναστείλει καθόλου την τρομοκρατική και κατασταλτική δράση του στο νεαρό εργατικό κίνημα. Αυτή η δράση, θα συνεχιστεί και θα πάρει γιγάντιες διαστάσεις τα επόμενα χρόνια, όπου σχεδόν κάθε μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση θα έχει σαν αποτέλεσμα τη σύγκρουση εργατών με το στρατό με δεκάδες νεκρούς εργάτες.

Το ΣΕΚΕ(Κ), μετά από την ήττα, θα γνωρίσει διασπάσεις και αποχωρήσεις. Τόσο από δεξιά, όσο και από αριστερά. Εργατικά στελέχη, που υπήρξαν ηγετικές φυσιογνωμίες του κόμματος, θα πρωταγωνιστήσουν στην διακοπή της οργανικής του σύνδεσης με τη ΓΣΕΕ, κάτι που θα γίνει στο τρίτο Συνέδριο της Συνομοσπονδίας επί παγκαλικής δικτατορίας.

Παρά την ήττα, παρά την απογοήτευση, παρά τις αντιξοότητες και τις παλινδρομήσεις, η συγκεκριμένη απεργία είχε μακροπρόθεσμα και θετικά αποτελέσματα. Διαφοροποιήθηκαν οι συνειδήσεις, ενώ τέθηκαν νέα όρια στις σχέσεις κοινωνικών τάξεων και κομμάτων. Το γεγονός ότι την αιματηρή και βάρβαρη καταστολή των απεργιακών αγώνων ηγήθηκε η «προοδευτική και δημοκρατική» βενιζελική παράταξη, βοήθησε πολλούς εργάτες να κατανοήσουν ότι η ταξική τους θέση βρισκόταν αλλού. Ότι έπρεπε να ακολουθήσουν άλλους, εντελώς καινούργιους πολιτικά δρόμους προκειμένου να επιτύχουν την απελευθέρωσή τους. Με άλλα λόγια η πανελλαδική απεργία του 1923 και τα μετέπειτα γεγονότα, βοήθησαν στην ταξική συνειδητοποίηση ενός μεγάλου μέρους του προλεταριάτου.

Αλλά και για την «Επανάσταση» των Γονατά- Πλαστήρα, τα γεγονότα υπήρξαν καταλυτικά. Το φλερτ με την δημοκρατικότητα και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, τελείωσε για τον βενιζελισμό πολύ γρήγορα. Το πραγματικό και αντιλαϊκό προσωπείο των ηγητόρων της «Επανάστασης» θα αποκαλυφθεί πολύ γρήγορα. Σε λίγα μόνο χρόνια. Με την δικτατορία του Παγκάλου το 1925, αλλά και με την δράση του Γεωργίου Κονδύλη, ως νεκροθάφτη της νεαρής Ελληνικής δημοκρατίας το 1935. Ανάλογες θλιβερές πορείες θα έχουν ο «θεωρητικός» της «Επαναστάσεως», ο Γεώργιος Παπανδρέου, αλλά και ο μεγαλοβιομήχανος υπουργός Ανδρέας Χατζηκυριάκος.


Πηγές.

Στυλιανού Γονατά: “Απομνημονεύματα, 1897-1957” Αθήνα 1958. Ο ίδιος ο Γονατάς στα Απομνημονεύματά του, δεν αναφέρει ούτε μία λέξη για τα γεγονότα του Αυγούστου του 1923 στον Πειραιά. Αντίθετα αφιερώνει δεκάδες σελίδες για το πραξικόπημα των Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου που έγινε την ίδια χρονιά. Αυτή η παράλειψη, φαίνεται εκ πρώτης όψης εντυπωσιακή, στην ουσία όμως δεν είναι. Σε όλα τα βιβλία αυτού του είδους και δη στις αναμνήσεις των πολιτικών της αστικής τάξης, χαρακτηριστικά απουσιάζει η Κοινωνία.

Θανάση Καμπαγιάννη: “Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα, 1918-1923”, εκδόσεις “Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο”, Αθήνα 2007, με πρόλογο του Δημήτρη Λιβιεράτου. Ένα σημαντικό βιβλίο, απαραίτητο για τους εργάτες που τιμούν και σέβονται την ιστορία της τάξης τους. Το βιβλίο (χωρίς όμως τα συνοδευτικά τεκμήρια, αλλά μόνο το κείμενο), υπάρχει στο νετ, στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του Παντείου Πανεπιστημίου, "Πάνδημος". Κατεβάστε το από εδώ:
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα 1918-1926: οι απεργίες, τα συνέδρια της ΓΣΕΕ και η οργανική σύνδεση με το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ

Εφημερίδα “Μακεδονία”. Στη σειρά “Ο Σεραφείμ Μάξιμος αποκαλύπτει”, τα γεγονότα του Αυγούστου του 1923, όπως τα διηγείται ένας από τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής. Στα φύλλα της 27, 28, 29 και 30ης Μαρτίου του 1958.

Από τον λογοκριμένο τύπο της εποχής. Ειδικά στο “Ελεύθερο Βήμα” και φυσικά στον Ριζοσπάστη. Ο Ριζοσπάστης της 24 Αυγούστου του επόμενου έτους (1924), κάνει έναν εκτεταμένο απολογισμό των γεγονότων, ενώ και για πρώτη φορά δημοσιεύονται οι φωτογραφίες των νεκρών εργατών.




Γιάνη Κορδάτου: “Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας”, τόμος Ε' σελίδες 622, 623, εκδόσεις 20ος Αιώνας. Πολύ σύντομη παράθεση των γεγονότων. Αφήνει και μια υπόνοια ότι στο εργατικό κίνημα δρούσαν και αντιβενιζελικοί πράκτορες. “Όμως το βενιζελοπλαστηρικό καθεστώς δεν έπεφτε ούτε με τις απεργίες, ούτε με την αντιβενιζελική αρθρογραφία, έπρεπε να υπονομευθεί μέσα στο οχυρό του”.