Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Η μετακατοχική άρχουσα Τάξη στην Ελλάδα

Με αφορμή μια ανάλογη δημοσίευση στο "Βήμα" της Κυριακής των εντυπώσεων ενός Αμερικανού δημοσιογράφου για το Κολωνάκι του 1946-47.

Η μετακατοχική άρχουσα Τάξη στην Ελλάδα, μέσα από την έκθεση του Αμερικανού Paul Porter:



Paul Aldermandt Porter (1904–1975)
Μία άρχουσα τάξη, παρασιτική και εξαιρετικά απαιτητική και σπάταλη. Διαπλεκόμενη με μία πολιτική ιεραρχία και με κανένα ενδιαφέρον για την οικονομική ανόρθωση της χώρας. Στόχος η εξασφάλιση των προνομίων και η απορρόφηση της ξένης οικονομικής βοήθειας προς ίδιον όφελος και συμφέρον.

Μία οικονομική ολιγαρχία, εντελώς ανίκανη να υποστηρίξει μία πολιτική ανασυγκρότησης, μία πολιτική αρχών, που το μόνο που ήξερε ήταν να κραυγάζει για το "χρέος των συμμάχων προς την Ελλάδα " και να απαιτεί διαρκώς περισσότερα για να ικανοποιήσει τα σπάταλα γούστα της.

Και μια κυβέρνηση (του μοναρχοφασίστα Τσαλδάρη), που αντί να προσπαθεί να ανοικοδομήσει οικονομικά τη χώρα, να δίνει το κύριο βάρος της στους εξοπλισμούς - κάπου το 35% του ΑΕΠ - και στον αντικομμουνισμό, με συνοδές αλυτρωτικές μεγαλοϊδεατικές διακηρύξεις σερ βάρος των νέων σοσιαλιστικών χωρών της Βαλκανικής.

Paul Porter (Chief U.S. Delegate, Economic Commission for Europe, Geneva, Switzerland). Επιστολή προς τον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ W.L Clayton (14/2/1947) :

"Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα . Αντί αυτού , υπάρχει μία χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών , μερικών χειρότερων από άλλους , που είναι τόσο απασχολημένοι με τον ατομικό τους αγώνα για εξουσία , ώστε δεν έχουν τον χρόνο , ακόμα και υποθετικά αν είχαν την ικανότητα να αναπτύξουν κάποια οικονομική πολιτική".

Και τι είδε ο αμερικανός στην Ελλάδα ;

«Ακόμη θυμάμαι ένα εντυπωσιακό γεύμα που παρέθεσε προς τιμήν μου ένας κορυφαίος τραπεζίτης στο πολυτελές αθηναϊκό διαμέρισμά του.[...] Η αντίθεση ανάμεσα στο λουκούλειο γεύμα και στα παιδιά που λιμοκτονούν στους δρόμους παραήταν ταιριαστή και σκληρή».

Και οι «τρεις οικονόμοι με τις λιβρέες τους, το λουκούλλειο γεύμα και τα εκπληκτικά κρασιά» , μάλλον αλγεινή εντύπωση τού προκάλεσαν γιατί για τα παιδιά (για τα οποία τόσα δάκρυα έχυνε η μπουρζουαζία και η πτωχή μα τίμια βασίλισσα) στην ύπαιθρο έγραψε :

«H ανάπτυξή τους προβληματική, ούτε ήταν καλοντυμένα (...) είδαμε συμπτώματα πελάγρας και δερματικών παθήσεων, προφανώς λόγω έλλειψης βιταμινών».

« Η δημόσια διοίκηση είναι υπερβολικά εκτεταμένη, κακοπληρωμένη και αποθαρρημένη. Οι χαμηλοί μισθοί προσαυξάνονται βάσει ενός εντελώς συγκεχυμένου συστήματος επιδομάτων, χάρη στα οποία μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι κερδίζουν μέχρι και τέσσερις (σ.σ. βάλε κάτι ακόμα) φορές περισσότερα από το βασικό τους μισθό... Το αποτέλεσμα είναι η απόλυτη αποδιοργάνωση. Ποτέ άλλοτε δεν έχω δει διοικητική δομή που να είναι λόγω ανικανότητας και αναποτελεσματικότητας και μόνο τόσο απαράδεκτη».

«Στόχος της , (σ.σ. της Ελληνικής κυβέρνησης) κατά την προσωπική μου κρίση , είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια ως μέσο για τη διαιώνιση των προνομίων μιας μικρής κλίκας από τραπεζίτες και εμπόρους που αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα... Η άμεση συνέπεια της εγγύησης για αμερικανική βοήθεια ήταν όχι να παρακινηθεί η κυβέρνηση να επεκτείνει τις προσπάθειές της, αλλά να εισπράξει το ευχάριστο αίσθημα ότι είχε απαλλαγεί από οποιαδήποτε υποχρέωση να κάνει οτιδήποτε».

«Πίσω από την κυβέρνηση υπάρχει μια μικρή εμπορική και τραπεζική κλίκα (προφανώς εννοεί την ελληνική πλουτοκρατία) [...] Αυτή η κλίκα είναι αποφασισμένη πάνω απ' όλα να προστατεύσει τα οικονομικά της προνόμια, όποιο κι αν είναι το κόστος σε ό,τι αφορά την οικονομική υγεία της χώρας».


Αλλά ο Αμερικανός δε μάσαγε. Τα δολλάρια έπρεπε να δοθούν όπως ακριβώς είχε διαταχθεί από την κυβέρνηση Τρούμαν. Είχε να εκτελέσει μία αποστολή και θα την εκτελούσε. Θαυμάστε αγαπητοί φίλοι, το ήθος και το σθένος της πολιτικής ηγεσίας του μοναρχοφασιστικού κράτους. Θαυμάστε και την αγέρωχη στάση μπροστά στον αμερικάνικο παράγοντα ενός ιστορικού στελέχους της Δεξιάς :

Ο Πόρτερ συζητώντας για κάποιο οικονομικό θέμα με τον Στέφανο Στεφανόπουλο, τότε υπουργό Συντονισμού,

«οργίστηκε τόσο ώστε σήκωσε το χέρι του και του κατάφερε ένα ηχηρό ράπισμα στο πρόσωπο, τόσο που ο υπουργός ξέσπασε σε κλάματα».

Η συνέχεια του επεισοδίου έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον: ο υπουργός αποχώρησε από το γραφείο και λίγες ημέρες αργότερα

«δώρισε στην κυρία Πόρτερ ένα διαμαντένιο περιδέραιο, για να κατευνάσει τον Πόρτερ, ο οποίος προφανώς ακολουθούσε τη θεωρία του Θεόδωρου Ρούζβελτ "μίλα μαλακά, αλλά κουβάλα μαζί σου ένα μεγάλο ραβδί" και τη συμβουλή του Γουίλιαμ Χάουαρντ Ταφτ να χρησιμοποιεί τη "διπλωματία του δολαρίου"».

(Καημένε Στεφανόπουλε, τι σού 'μελλε να πάθεις - παραφράζοντας και το γνωστό λαϊκό άσμα για τον πεθερόπληκτο Αθανασόπουλο !!! Φανταστείτε τον Ζντάνοφ ή τον Κουόσινεν ας πούμε, να χαστουκίζει τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη !!! ).

Και γενικά ο Πόρτερ ήταν για τους λεπτεπίλεπτους και γαλλοαναθρεμμένους αστούληδες του Κολωνακίου ένας βάρβαρος, γιατί:

«Οταν πήγε στην Αθήνα έγινε ένας διαφορετικός άνθρωπος, ένας δικτάτορας. Η συμπεριφορά του προς τους έλληνες αξιωματούχους, αρχίζοντας από τον πρωθυπουργό, ήταν βλοσυρή και κάποτε τραχιά».

Από την εφημερίδα της ελληνικής ομογένειας του Σικάγου «The Greek Star» (2.10.1980) (Ουίλλιαμ Ρούσσης).

Περισσότερα στην πολύ καλή μελέτη του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου:

" Η έκθεση Πόρτερ στο ιστορικό της πλαίσιο: Όψεις της οικονομικής σκέψης και των εξελίξεων της εποχής 1944-1947" .