Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Η 4η Αυγούστου 1936 και η επικαιρότητα του Δημήτρη Σάρλη

Ο Ριζοσπάστης της περασμένης Κυριακής (20.10.2013), περιείχε ένα ιστορικό ένθετο με τίτλο «Πώς ο αστικός πολιτικός κόσμος ανέδειξε το 1936 το φασίστα Ι. Μεταξά στην κυβερνητική εξουσία». Στην πραγματικότητα (αν εξαιρέσουμε τη βραχεία εισαγωγή που αναφέρεται στα γεγονότα της «Χρυσής Αυγής» και των σχέσεων της νεοναζιστικής οργάνωσης με το αστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα εξουσίας), πρόκειται για αναδημοσίευση ενός άρθρου του Μάκη Μαΐλη στην ΚΟΜΕΠ (πριν από 12 έτη, τ.4-2001), με τίτλο, «Ο αστικός πολιτικός κόσμος και η 4η Αυγούστου».

[Για την ιστορική ακρίβεια, πρέπει να πούμε ότι ο πρώτος που κατέδειξε με εκτενή ανάλυση τις τρομερές ευθύνες του αστικού πολιτικού και οικονομικού μπλοκ εξουσίας στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ήταν ο ιστορικός και δημοσιογράφος της Αριστεράς, Σπύρος Λιναρδάτος. Το 1965 ο εκδοτικός οργανισμός της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) «Θεμέλιο» κυκλοφορεί το βιβλίο του «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου». Το συγκεκριμένο έργο θα αποτελέσει σημείο τομής στην ελληνική ιστοριογραφία. Για πρώτη φορά και με μαρξιστική μεθοδολογία αμφισβητούνται οι θέσεις των αστικών πολιτικών κομμάτων για τα αίτια της μεταξικής δικτατορίας. Ο συγγραφέας, όμως δεν αρκείται μονάχα σε αυτό, αλλά τονίζει και την μεγάλη τους ευθύνη για το βενιζελικό πραξικόπημα του 1935 που αποτέλεσε τον προθάλαμο της 4ης Αυγούστου. Για να κατανοηθεί το μέγεθος της αντίδρασης που δημιούργησε το παρόν βιβλίο, αρκεί να σημειωθεί ότι οι βιβλιοκριτικές της εποχής γράφτηκαν όχι σε ιστορικές επιθεωρήσεις, αλλά σε πολιτικά περιοδικά].

Η καινούργια ανάγνωση του ιστορικού αφιερώματος του «Ριζοσπάστη», προκαλεί μια σειρά από εκπλήξεις, ιδία όσο αφορά τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε. Μια άκρως αναθεωρητική μεθοδολογία, που σκοπό έχει, ερμηνεύοντας επιλεκτικά την πολιτική του ΚΚΕ και των αστικών κομμάτων της περιόδου εκείνης, να «ευλογήσει» το σεχταρισμό που διακρίνει την πολιτική του ΚΚΕ του σήμερα .

Θα μπορούσε κάποιος σχολαστικός αναγνώστης να «ξεσκονίσει» το κείμενο παράγραφο προς παράγραφο, λέξη προς λέξη και να γράψει σχετικά. Για παράδειγμα, αποσιωπείται τελείως η θετική σημασία που είχε για το κίνημα το «σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα», όπου προβλεπόταν η συνεργασία των φιλελευθέρων και των κομμουνιστών στη Βουλή που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Γενάρη του 1936. Ένα τίμιο σύμφωνο, με αμοιβαία ανταλλάγματα και παραχωρήσεις. Το σύμφωνο με ευθύνη της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος των φιλελευθέρων δεν εφαρμόστηκε τελικά, αλλά το ΚΚΕ το δημοσιοποίησε, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη συνεργασία της Αριστεράς και των δημοκρατικών πολιτών που ακολουθούσαν το Κέντρο μέσα στην πραγματική Κοινωνία, μια συνεργασία που θα ολοκληρωθεί εντυπωσιακά στην περίοδο της Κατοχής και το σχηματισμό του εαμικού κοινωνικού μπλοκ.

Παρ’ όλα αυτά, θα περιοριστούμε μόνο στη στάση του ΚΚΕ απέναντι στο βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935 και την θέση του συγγραφέα του άρθρου απέναντι σε αυτήν.

Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά: Την 1η Μαρτίου του 1935, εκδηλώθηκε βενιζελικό στρατιωτικό πραξικόπημα, με σκοπό την ανατροπή του ρεβανσιστικού κράτους της Δεξιάς, που εγκαθιδρύθηκε μετά τις εκλογές του 1933 και τη νίκη του Λαϊκού Κόμματος. Ο ίδιος ο Βενιζέλος που ηγήθηκε του κινήματος, θεωρούσε ότι η ηθική δικαίωση του πραξικοπήματος, συνίστατο στην προσπάθεια διάσωσης της αβασίλευτης δημοκρατίας και στην παρεμπόδιση της παλινόρθωσης της δυναστείας των Γλύξμπουργκ, που δρομολογείτο με την πολιτική της Δεξιάς.Το Κίνημα απέτυχε παταγωδώς. Αφενός ήταν κακώς οργανωμένο από στρατιωτικής απόψεως και αφετέρου βρήκε ελάχιστη υποστήριξη από τον λαό. Η αντιλαϊκή πολιτική που άσκησε ο Βενιζέλος στις τελευταίες  κυβερνήσεις του, στην περίοδο 1928-1933, τού στέρησαν την λαϊκή υποστήριξη που είχε στο παρελθόν.

Το ΚΚΕ αντιτάχθηκε στο Κίνημα των Βενιζέλου-Πλαστήρα, θεωρώντας το φασιστικό. Δεν έμεινε αντίθετο μόνο στα λόγια, αλλά πέρασε και στην πράξη. Στις 26 Φλεβάρη του 1935, λίγες ημέρες πριν το κίνημα εκδηλωθεί, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει μια επιστολή ενός «αντιφασίστα» ανώτερου αξιωματικού, στην οποία αναφέρονται εντυπωσιακές λεπτομέρειες για το σχεδιασμό του πραξικοπήματος, για τα σχέδια των βενιζελικών αξιωματικών, κλπ.

Zoom in (real dimensions: 775 x 530)Εικόνα

Tο ΚΚΕ, κάλεσε τον λαό να κατέβει στους δρόμους, να αντιδράσει ενάντια στο «βενιζελοπλαστηρικό, στρατιωτικοφασιστικό» κίνημα. Η στάση του απέναντι στο σχεδιαζόμενο πραξικόπημα δεν έμεινε χωρίς αντιδράσεις, ακόμα και μέσα στο ίδιο το κόμμα, αφού πολλά στελέχη και μέλη του, δεν πείστηκαν για τον αντιδραστικό χαρακτήρα της βενιζελικής κίνησης. Ενδεικτικά, οι οργανώσεις της Θεσσαλονίκης και Μυτιλήνης, υποστήριξαν τελικά το Κίνημα ως αντιμοναρχικό. Μια εκ των προτέρων πολιτική διαφωνία, η οποία όχι μόνο δεν συζητήθηκε εσωκομματικά, αλλά χτυπήθηκε αλύπητα από την ηγεσία.

Επρόκειτο για ένα κολοσσιαίο πολιτικό σφάλμα. Η λεγόμενη βενιζελική παράταξη, ήταν βέβαια ανομοιογενής, με πολλά δεξιά, ακόμα και φιλοφασιστικά στοιχεία στην ηγεσία της. Η πλειοψηφία όμως των κατωτέρων και μεσαίων αξιωματικών που συμμετείχαν στην κίνηση, ήσαν φιλελεύθεροι, δημοκρατικοί αξιωματικοί, συμπαθούντες την Αριστερά, που επιχείρησαν απεγνωσμένα να διασώσουν το Πολίτευμα. Δεν ήσαν φασίστες ο Σαράφης, οι αδελφοί Τσιγάντε, ο Βολάνης και τόσοι άλλοι αξιωματικοί που πρωτοστάτησαν στο κίνημα αυτό, κινούμενοι από αγνές προθέσεις, προκειμένου να ανακόψουν την πορεία προς την παλινόστηση του Γεωργίου Β' και την δικτατορία.

Το μέγεθος του λάθους, φάνηκε εκ του αποτελέσματος. Οι φιλομοναρχικοί κέρδισαν και κυνήγησαν άγρια όχι μόνο τους βενιζελικούς, αλλά και τους κομμουνιστές, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι είχαν ταχθεί ενάντια στο πραξικόπημα. Ο «Ριζοσπάστης» έκλεισε, συνελήφθηκαν πάνω από 500 κομμουνιστές, ενώ το κόμμα πέρασε στην παρανομία. Η αποτυχία του πραξικοπήματος, θα σημαδέψει την ιστορική ζωή της χώρας. Η 1η Μάρτη του 1935, είναι μια ημερομηνία ορόσημο, όπου στην Ελλάδα θα εγκατασταθεί το φαύλο κράτος της Δεξιάς, ένα κράτος που θα ταλανίσει την πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή της χώρας για περίπου πενήντα χρόνια.  
Από το καλοκαίρι του 1935 και μετά, σχεδόν σε όλα τα κομματικά ντοκουμέντα τονίζεται η ανάγκη προσεταιρισμού των αντιμοναρχικών κομμάτων και δημιουργίας μετώπου με τους δημοκρατικούς αξιωματικούς, προκειμένου να αποφευχθεί η μοναρχοφασιστική δικτατορία, κάτι που όπως είναι γνωστό δεν επιτεύχθηκε:

«Με βάση τη λαϊκή δημοκρατική πλατφόρμα του διωξίματος Κονδύλη και του μοναρχισμού, της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, των δημοκρατικών θεσμών και ελευθεριών και της διεξαγωγής λέφτερου και ανόθευτου δημοψηφίσματος και με τη χρησιμοποίηση κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών μέσων, να δημιουργεί κοινό μέτωπο όλων των κομμάτων και του λαού μαζί, οργανώσεων και των δημοκρατικών, αντιδικτατορικών δυνάμεων του στρατού». («Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τχ. 16, 21.11.1935).

Κάπως ειρωνικό, αφού δεν πέρασε ένας χρόνος και αναζητείται συμμαχία με τους δημοκρατικούς αξιωματικούς, αυτοί που τον Μάρτη, ήσαν για το ΚΚΕ βενιζελοπλαστηρικοί φασίστες. 
Τον Δεκέμβριο του 1935, στο 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, θα καταδικαστεί η στάση του κόμματος, απέναντι στο βενιζελικό κίνημα και θα εγκαταλειφθεί οριστικά η «διμέτωπη πάλη» και το σύνθημα για μια «σοβιετική Ελλάδα»:

« … το Συνέδριο υπογραμμίζει τις σεχταριστικές ταλαντεύσεις που υπήρχαν μέσα στην ίδια την καθοδήγηση του Κόμματος, πράγμα που εμπόδισε την έγκαιρη και αποφασιστική πραγματοποίηση του δημοκρατικού-αντιφασιστικού συνασπισμού …».
Στις δεκαετίες που πέρασαν, η πολιτική του ΚΚΕ και η στάση του απέναντι στο βενιζελικό κίνημα του 1935, πέρασε στην κομματική ιστορία, σαν ένα σεχταριστικό λάθος, ένα λάθος αριστερού χαρακτήρα (ο Κατσούλης αποφεύγει να το ονομάσει έτσι, αλλά το αποδίδει σε επαναστατικό ρομαντισμό, κατάλοιπο των προηγούμενων ηρωικών δεκαετιών και στην σχετική πολιτική ανωριμότητα της ηγεσίας, που δεν επέτρεπαν στο Κόμμα να ασκήσει ρεαλιστική πολιτική - πάντως η ουσία είναι μία).

Και όμως, το 2001, ο Μάκης Μαϊλης, στο άρθρο του στην ΚΟΜΕΠ, υπερασπίζεται την πολιτική του ΚΚΕ τον Μάρτιο του 1935, χαρακτηρίζοντάς την σωστή, κάτι που εννοείται δεν άλλαξε στην επανατύπωση του άρθρου στο ιστορικό ένθετο του «Ριζοσπάστη» της περασμένης Κυριακής:

«Το ΚΚΕ έκανε πολύ σωστά που κατήγγειλε κάθε απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος, απ' όποια πλευρά κι αν προερχόταν. Αυτή τη στάση κράτησε και στο αποτυχημένο κίνημα της 1ης Μάρτη 1935. Και επικρίθηκε στη συνέχεια, από διάφορες πλευρές, επειδή ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε πληροφορίες για το πραξικόπημα, προτού αυτό εκδηλωθεί! Έπρεπε, σύμφωνα με τους επικριτές, να το υποστηρίξει επειδή προερχόταν από το «κέντρο» και στρεφόταν κατά της «δεξιάς»!
Στρεφόταν κατά του λαού! Κατά της «δεξιάς» στρεφόταν μόνο στη βάση του ποιος θα διαχειρίζεται την εξουσία. Και, βεβαίως, ο καυγάς για τη διαχείριση της εξουσίας ουδέποτε απετέλεσε αντικειμενικό κριτήριο για τις προθέσεις και το φιλολαϊκό χαρακτήρα της πολιτικής κάθε κόμματος.
Επιβεβαιώνεται αυτό από την πολιτική των «κεντρώων» κυβερνήσεων, που συναγωνίστηκαν και πολλές φορές ξεπέρασαν τις «δεξιές» στην επίδειξη αγριότητας κατά του εργατικού και λαϊκού κινήματος και του ΚΚΕ. «Και δεν είναι τυχαίο ότι το σύνθημα για τη φυσική εξόντωση των κομμουνιστών το έδωσε ο μεγαλύτερος ηγέτης του ελληνικού αστισμού, ο Βενιζέλος (...)»,


για να συνεχιστεί το αφιέρωμα με τις γνωστές αναφορές στον «Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου», που δημιούργησε η βενιζελική παράταξη, στον οποίο ως γνωστό δεινοπάθησαν δεκάδες αριστεροί και δημοκρατικοί φαντάροι.

Το ΚΚΕ, αναθεωρεί και γράφει ξανά την κομματική ιστορία, με βάση τη σημερινή πολιτική του, την πολιτική της «συμμαχίας» μόνο με τον εαυτό του και την άρνηση συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη οργάνωση της Αριστεράς.

Είναι άκρως ενδεικτική, αλλά και διδακτική η βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας του άρθρου: Δαφνής, Λιναρδάτος, Πυρομάγλου, Βεντήρης, κλπ. Ακόμα και ο Ελεφάντης αναφέρεται, προκειμένου να υποστεί κριτική. Στην βιβλιογραφική αναφορά, είναι εντυπωσιακή η απουσία ενός μεγάλου ιστορικού έργο για τη συγκεκριμένη περίοδο. Ενός έργου, που ο συγγραφέας του ήταν μαρξιστής και στέλεχος του ΚΚΕ. Μιλάμε για το περίφημο βιβλίο του Δημήτρη Σάρλη, «Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού», τελευταία έκδοση από τη Σύγχρονη Εποχή, το 1987.

Ας αφήσουμε τον αξέχαστο «καπετάν Αχιλλέα», τον Δημήτρη Σάρλη δηλαδή, να απαντήσει στον Μάκη Μαΐλη:

«Απ’ όλα όσα ειπώθηκαν πιο πάνω για τα γεγονότα της 1ης του Μάρτη 1935, βγαίνει το συμπέρασμα ότι τα γεγονότα αυτά αποτελούσαν ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στο αστικό δημοκρατικό πολίτευμα και τη μοναρχία και, σε τελευταία ανάλυση, ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό. Παρά τις επιδιώξεις του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, το κίνημα του 1935 είχε βασικά δημοκρατικό και αντιμοναρχικό χαραχτήρα. Η νίκη του κινήματος αυτού θα αποτελούσε ένα σοβαρό χτύπημα κατά του μοναρχοφασισμού, θα έκανε αδύνατη την παλινόρθωση της μοναρχίας, αυτής της εστίας της πιο μαύρης Αντίδρασης, και με τον τρόπο αυτό αντικειμενικά θα δημιουργούσε καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξη της πάλης της εργατικής τάξης και όλων των προοδευτικών δυνάμεων». (σελίδα 239).

Και παρακάτω:

«Παρά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι κομμουνιστές πάντα ωθούνταν από τα καλύτερα αντιμοναρχικά και αντιφασιστικά, δημοκρατικά ελατήρια, στη δοσμένη περίπτωση με την πολιτική τους ζημίωσαν αντικειμενικά τα συμφέροντα της πάλης για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό.
Τόσο η αποκάλυψη της προετοιμασίας του κινήματος και του σχεδίου δράσης των ηγετών του από το «Ριζοσπάστη», όσο και η ταχτική της πάλης στα δύο μέτωπα με κατεύθυνση του κυρίου χτυπήματος ενάντια στο κίνημα, αντικειμενικά έπαιζαν το παιγνίδι των μοναρχικών και φασιστικών δυνάμεων».

Και επειδή στα τελευταία δέκα χρόνια, σχεδόν σε όλα τα ιστορικά αφιερώματα των κομματικών εντύπων στην περίοδο 1928-1936, επαναλαμβάνεται με τρόπο μονότονο και κουραστικό, ο περίφημος διάλογος Πλαστήρα-Βενιζέλου, πριν το πλαστηρικό κίνημα του 1933, όπου οι ηγέτες του Κέντρου, εκφράζονται ευμενώς για τον Μουσολίνι:

Πλαστήρας: «Χάνουμε τας Αθήνας! Θα γίνουν ταραχές, συλλήψεις βενιζελικών, δολοφονίες και Κύριος οίδε τι άλλο! Γι' αυτό εγώ σκέπτομαι να πάω στους συνοικισμούς, να εξεγείρω τους πρόσφυγας και να τους φέρω εις την πόλιν για να ζητήσουν την εγκαθίδρυσιν δικτατορίας. Θα κάμουμε ότι και στην Ιταλία, που, χάρις στο φασισμό, προοδεύει».

κλπ, κλπ,

αξίζει να δώσουμε πάλι τον λόγο στον Δημήτρη Σάρλη:

«Οι κομμουνιστές δεν μπορούν και δεν πρέπει να καθορίζουν τη θέση τους απέναντι σε τούτο ή εκείνο το πολιτικό κόμμα ή μπλοκ κομμάτων, ξεκινώντας αποκλειστικά και μόνο από τις απόψεις και επιδιώξεις ξεχωριστών ηγετών αυτού του κόμματος ή αυτού του μπλοκ κομμάτων, γιατί σε τέτοια περίπτωση η πολιτική του δοσμένου κομμουνιστικού κόμματος σε τελευταία ανάλυση θα καθοριζόταν από τους αντιδραστικούς αυτούς ηγέτες».