Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Ο Έντε, ο Ότο και η Ούνκου

 Ο ¨Εντε και η Ούνκου

«Δεν θα μπορούσε να είναι εδώ ο πατέρας σας, είναι στην δουλειά. Παρασκευή έχουμε σήμερα !», είπε η κυρία Sparrow, πιο πολύ για να το ακούσει η ίδια, παρά να απαντήσει στην ερώτηση των παιδιών. Αφού γύρισε τις πατάτες στο ταψί, σκούπισε τα σκασμένα χέρια της με το χαρτί της κουζίνας και κάθισε στενάζοντας ελαφριά στο τραπέζι, περιμένοντας να ολοκληρωθεί το ψήσιμο.

Έτσι αρχίζει το κλασικό παιδικό μυθιστόρημα “Ede und Unku”, της Alex Wedding.

Όταν ο μεταλλωρύχος κύριος Sparrow, γυρίζει επιτέλους στο σπίτι εκείνο το βράδυ, είναι σε εξαιρετικά κακή διάθεση. Τα νέα δεν είναι ευχάριστα και αφορούν ολόκληρη την οικογένεια και τη γαλήνη της. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του ωραρίου του, πληροφορήθηκε την απόλυσή του.

«Δεν μπορώ να καταλάβω αυτόν τον κόσμο», λέει. «Ανέκαθεν υπηρετούσα τα συμφέροντα της εταιρείας, ακόμα και στην μεγάλη απεργία, εγώ δούλεψα κανονικά».

Αν οι γονείς είναι απελπισμένοι, τα παιδιά πρέπει να δώσουν την λύση. Ο δωδεκάχρονος Ede Sparrow, έχει μερικές καλές ιδέες για το πώς μπορεί να βοηθήσει την οικογένειά του. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να βοηθήσει δουλεύοντας ως διανομέας φυλλαδίων (paperboy). Αλλά, αυτό θα γίνει μόνο με την υποστήριξη των φίλων του. Ο Ede έχει φίλους κομμουνιστές, αλλά ακόμα και τσιγγάνους, γεγονός που θα τον κάνει να εισπράξει αρκετές φάπες από τον πατέρα του – κάτι όμως που δεν θα τον πτοήσει. Οι τσιγγάνοι θα του δώσουν το ποδήλατο που χρειάζεται, προκειμένου να κάνει αυτήν την δουλειά.

Εικόνα Εικόνα

Η ιστορία συνεχίζεται. Τα παιδιά σταδιακά χειραφετούνται από την αυστηρή πατριαρχική οικογένεια και τον εργάτη πατέρα που όμως έχει μικροαστική συνείδηση. Ο Ede, στην πορεία θα αναπτύξει μια υπέροχη σχέση φιλίας με την συνομήλική του τσιγγανοπούλα Unku, ενώ από τους κομμουνιστές θα διδαχθεί πώς λειτουργεί η καπιταλιστική εκμετάλλευση και ότι για την απόλυση του πατέρα του δεν φταίνε τα μηχανήματα, αλλά το ίδιο το σύστημα που θέλει την ύπαρξη ανέργων για εφεδρικό εργατικό δυναμικό.

Η ιστορία είναι πραγματικά πολύ σοβαρή, αλλά μέσα από την εξέλιξή της, μεταδίδεται στον αναγνώστη η αισιοδοξία. Το χιούμορ, οι έξυπνοι, πνευματώδεις διάλογοι, η ζεστασιά και η ανθρωπιά είναι βασικά στοιχεία του έργου, ενώ η πλοκή δεν παύει να είναι εξαιρετικά συναρπαστική.

Θα περίμενε κανείς, ότι είναι γραμμένη από κάποιον έμπειρο συγγραφέα. Και όμως, το παιδικό μυθιστόρημα “Ede und Unku”, ήταν το λογοτεχνικό ντεμπούτο, της Grete Weiskopf (ψευδώνυμο, Alex Wedding) και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, από τον κομμουνιστικό εκδοτικό οίκο “Malik Verlag”, στο Βερολίνο το 1931.

Εικόνα
Grete Weiskopf

Η εβραϊκής καταγωγής Grete Weiskopf (όνομα γέννησης Margarete Bernheim), πριν γίνει συγγραφέας, εργάστηκε ως στενογράφος, υπάλληλος βιβλιοπωλείου και σε εμπορικά καταστήματα. Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Ένωσης Προλετάριων Επαναστατών Συγγραφέων, μιας από τις οργανώσεις που ίδρυσε ο Μπρεχτ στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Θα παντρευτεί, τον επίσης κομμουνιστή συγγραφέα, Franz Carl Weiskopf.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου φαίνονται τόσο αληθινοί, επειδή βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα. Οι Weiskopf ζούσαν στο βόρειο τμήμα του Βερολίνου , στην περιοχή Reinickendorf  και η Grete έγινε φίλη με την δεκάχρονη τότε τσιγγανοπούλα Unku και την οικογένειά της. (Unku , στην πραγματικότητα Erna Lauenburg).

O μικρός Ede, ο φίλος του Klabundes, καθώς και ο κομμουνιστής (ήρωας και μάρτυρας της αντιφασιστικής αντίστασης) Τσέχος δημοσιογράφος Julius Fucik ήταν επίσης μέρη αυτού του πολύχρωμου κύκλου των φίλων της Grete.

To 1933 το ζεύγος Weiskopf έφυγε από τη ναζιστική πια Γερμανία και εν τέλει, κατέληξε στις ΗΠΑ, όπου έζησε μέχρι το τέρμα του πολέμου.

Όταν η Grete γύρισε από την εξορία, προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί στους μικρούς της φίλους. Η τύχη της Unku, όπως και της οικογένειάς της παρέμεινε άγνωστη για πολλά χρόνια, μέχρι που η έρευνα αποκάλυψε την τρομερή αλήθεια.

Μόνο ένα από τα έντεκα Σίντι παιδιά που αναφέρονταν ονομαστικά στο βιβλίο της επέζησε. Η Erna Lauenburg χαρακτηρίστηκε ως «γύφτισσα», απελάθηκε τον Μάρτιο του 1943 στο Άουσβιτς όπου και δολοφονήθηκε.

Το βιβλίο της Grete, ήταν το πιο δημοφιλές παιδικό μυθιστόρημα στην πρώην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. (Σε μια επίδειξη αυταρχικού αντιφασισμού και αντιρατσισμού, το SED - το κυβερνών κόμμα της ΓΛΔ - όρισε το βιβλίο ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα των δημοτικών σχολείων). Γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, ενώ αποτέλεσε τη βάση σεναρίου για ταινία της DEFA του 1981, με τίτλο: Als Unku Edes Freundin war (1981).

Zoom in (real dimensions: 800 x 549)Εικόνα
Στιγμή από την ταινία


Zoom in (real dimensions: 441 x 800)Εικόνα Εικόνα
Εξώφυλλα από τις διάφορες επανεκδόσεις στην πρώην ΓΛΔ.

Η Grete, έγραψε αργότερα πολλά βιβλία για τη νεολαία και αναδείχθηκε πρωτοπόρος της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας. Πέθανε το 1966 σε ηλικία 61 ετών και σήμερα, βρίσκεται θαμμένη στο «σοσιαλιστικό νεκροταφείο» στο Βερολίνο.


  
Ο Ότο και η Ούνκου.

 Από το: Οι Σίντι και Ρομά υπό το ναζιστικό καθεστως: Από τη "φυλετική έρευνα" στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998. (Συλλογή INTERFACE).

Ο Ότο Σμίτ ήταν ένας από τους Σίντι καί Ρομά που το καλοκαίρι του 1938 εκτοπίστηκαν στο Μπούχενβαλντ. Ο εικοσάχρονος ζούσε με την οικογένεια του και τη δεκαοχτάχρονη έγκυο γυναίκα του, Ούνκου, στο στρατόπεδο Τσιγγάνων του Μάγκντεμπουργκ. Εκεί τον συνέλαβαν στις 13 Ιουνίου ως φυγόπονο, δεδομένου ότι οι εθνικοσοσιαλιστές δε θεωρούσαν σταθερή εργασία την εξάσκηση ενός πλανόδιου επαγγέλματος ειδικά όσον αφορούσε στους Σίντι και Ρομά. Η τυπική αιτιολόγηση για την εισαγωγή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είχε στην περίπτωσή του, όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ως εξής:

 

«Ο Σμιτ δεν είχε σταθερή εργασία, αφότου τελείωσε το σχολείο. Ούτε προσπάθησε ποτέ πραγματικά να βρει δουλειά. Περιφερόταν πάντα σαν Τσιγγάνος στη χώρα. Ο Σμιτ πρέπει επομένως να χαρακτηριστεί φυγόπονος».

Η μάνα του προσπάθησε επανειλημμένος να τον βγάλει από το στρατόπεδο. Έτσι, σε μία απ’ τις προσπάθειές της έγραψε το Σεπτέμβριο του 1942 στο διοικητή του στρατοπέδου του Μπούχενβαλντ:

«Θέλω να σας παρακαλέσω, αν σας είναι εύκολο, ν’ αφήσετε ελεύθερο τον γιο μου Ότο Σμιτ, διότι ο μεγαλύτερος γιος μου Βίλχελμ Λάουμπινγκερ πέθανε εκεί και μαζί μου έχω μόνο έναν ακόμη γιο, ο οποίος έχει, δυστυχώς ένα σακατεμένο χέρι και έτσι δεν μπορεί να με φροντίσει. Δεν έχω υποστήριξη από πουθενά και δε θέλω να γίνομαι βάρος στο κράτος. Η ίδια δεν είμαι, ικανή να δουλέψω λόγω της αρρώστιας μου. Θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι κι ο άντρας μου και ένας άλλος γιος μου βρίσκονται κι αυτοί σε ένα στρατόπεδο, στο Νάτσβαϊλερ»

Ωστόσο, μόνο λίγοι εκτοπισμένοι φυλακισμένοι με μαύρο τρίγωνο αποφυλακίστηκαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ιδιαίτερα μετά την διάταξη του Ιουνίου του 1940 δεν υπήρχε καμία πιθανότητα για τον Όττο Σμιτ να αποφυλακιστεί. Με περιπαικτική και αδιάφορη υπηρεσιακά γλώσσα απορρίπτεται, το αίτημα της Αουγκούστε Λάουμπινγκερ:

«Σας έχουμε ήδη ανακοινώσει ρητώς ότι θα πρέπει να πάρετε απόσταση από περαιτέρω αιτήσεις, δεδομένου ότι το ζήτημα της αποφυλάκισης θα εξεταστεί εν ευθέτω χρόνω από την υπηρεσία. Σας απευθύνω και πάλι επείγουσα έκκληση όπως παραιτηθείτε από άλλες αιτήσεις, δεδομένου ότι στο μέλλον δε θα είναι δυνατόν να σταλεί απάντηση σε αυτές».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, το Νοέμβριο του 1942, η μητέρα του Ότο λαμβάνει από το Μπούχενβαλντ την είδηση του θανάτου του. Την πληροφορούν ότι ο γιος της πέθανε από πνευμονία. Με τέτοιου είδους αναληθείς δηλώσεις σχετικά με τα αίτια θανάτου τα Ες Ες κάλυπταν τα εγκλήματά τους εις βάρος των φυλακισμένων. Με ποιον τρόπο αφαιρέθηκε η ζωή του Ότο Σμιτ στο Μπούχενβαλντ, μάλλον δε θα σταθεί ποτέ δυνατόν να εξακριβωθεί.

Τα Ες Ες, πάντως, προσπαθούσαν να δίνουν προς τα έξω μία γραφειοκρατικά ορθή εικόνα. Οι συγγενείς δεν επιτρεπόταν, δήθεν για λόγους υγιεινής, να δουν τη σορό, αλλά είχαν δικαίωμα να αξιώσουν μία τεφροδόχο με την τέφρα του. Η μητέρα έλαβε το Δεκέμβριο του 1942 τα πράγματα του γιου της: 48,50 μάρκα του Ράιχ, ένα ζευγάρι σκαρπίνια, κάλτσες, ένα παντελόνι, ένα σώβρακο, ένα σακάκι, ένα πουκάμισο και τρία έγγραφα. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε η εκτόπιση των υπολοίπων μελών της οικογένειας του Ότο Σμιτ. Την 1η Μαρτίου του 1943 ένα τρένο τους μετέφερε από το Μάγκντεμπουργκ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβίτς-Μπίρκεναου. Η γυναίκα του Ότο Σμιτ, Ούνκου και η μικρή του κόρη, πέθαναν εκεί τους επόμενους μήνες. H Ούνκου, η μικρή του κόρη και πολλοί άλλοι συγγενείς του, πέθαναν εκεί τους επόμενους μήνες.


Εικόνα
Η Unku, φωτογραφημένη από τον Hanns Weltzel (1910-1952). Journal of the Gypsy Lore Society.