Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Το ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ

Το Πρώτο Πανελλήνιο Εργατικό Συνέδριο ξεκίνησε τις εργασίες του στην Αθήνα (Βασιλικό Θέατρο) στις 21 Οκτώβρη του 1918. Η λήξη του έγινε στον Πειραιά (αίθουσα Δημοτικού Θεάτρου) στις 28 του ίδιου μήνα. Για την Ιστορία, πρόεδρος του Συνεδρίου, ο αντιπρόσωπος των ηλεκτροτεχνιτών του Πειραιά, Γεώργιος Παπανικολάου.

Το Συνέδριο ήταν από τα πλέον αντιπροσωπευτικά στην ιστορία της Γενικής Συνομοσπονδίας. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία συμμετείχαν 214 σωματεία που αντιπροσώπευαν 65000 οργανωμένους και 100000 ανοργάνωτους εργάτες.

Μερικά χαρακτηριστικά σημεία που θα πρέπει να τονιστούν προκειμένου να ερμηνευτούν οι ζυμώσεις και οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που έγιναν στο συγκεκριμένο Συνέδριο :

- Ο ίδιος ο Βενιζέλος, για πολιτικούς λόγους όχι μόνο ανέχθηκε αλλά και παρότρυνε τη σύγκληση του συνεδρίου χαλαρώνοντας τον ισχύοντα εκείνο το έτος στρατιωτικό νόμο και δίνοντας τις σχετικές άδειες. Πολλοί από τους συνδικαλιστές που συμμετείχαν ήταν μέλη του βενιζελικού κόμματος και έτσι, πίστευε ότι πολιτικά θα κυριαρχήσει απόλυτα. Επίσης, ο βενιζελισμός, έπρεπε να δείξει στους ξένους προστάτες του ότι η Ελλάδα ήταν ένα σύγχρονο αστικό και δημοκρατικό κράτος, με ισχυρό σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα – ανέμενε τους «σοσιαλιστές» αντιπροσώπους της εργατικής τάξης που θα εμφανίζονταν δίπλα του, ως αρωγοί στις διεθνείς συνδιασκέψεις ειρήνης που την εποχή εκείνη ήταν στην ημερήσια διάταξη.

- Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε την επίδραση της νίκης της Οκτωβριανής Επανάστασης του προηγούμενου έτους και την ώθηση που έδωσε για την ενότητα και οργάνωση της εργατικής τάξης σε όλον τον κόσμο.

- Ήδη από το εναρκτήριο Συνέδριο διαφαίνονται μάλλον καθαρά οι πολιτικές τάσεις μεταξύ των αντιπροσώπων των εργατών. Κανένας όμως δεν μπορούσε τότε να δει το ζοφερό μέλλον που θα είχε η ΓΣΕΕ. Δηλαδή τον εκφυλισμό της σε έναν κρατικό μηχανισμό, κατασταλτικού και αστυνομικού χαρακτήρα, στα πλαίσια της χειραγώγησης, ελέγχου και τελικά συντριβής των εργατικών αγώνων από το Κράτος και την Εργοδοσία.

Ας δούμε λοιπόν τι γράφει ο Γιάνης Κορδάτος για το ιστορικό αυτό συνέδριο: (Γιάνη Κορδάτου: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», Ζ’ Έκδοση σελίδα 303-308, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1972) :


Πειραιάς. Από το ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ.


Ο Αβραάμ Μπεναρόγιας, που ήταν ένας από τους πρωτεργάτες κι ο μαχητικότερος ομιλητής Συνεδρίου, μας δίνει μία ζωντανή εικόνα της σύνθεσης, των κατευθύνσεων και των εργασιών του:

Ο Αβραάμ Μπεναρόγια.

«Η σύγκλησις του Πανεργατικού Συνεδρίου εσυνοδεύθη με προσπάθειαν οργανώσεως Πανελλαδικών Επαγγελματικών Ενώσεων. Η Ομοσπονδία καπνεργατών και Σιγαροποιών συνεκάλεσε συνέδριον. Τα σωματεία τυπογράφων και συναφών είχον οργανώσει συνδιάσκεψιν δια την ίδρυσιν Ομοσπονδίας. Μεταξύ των ναυτικών σωματείων εγένετο ζύμωσις δια την κατάλληλον μεταρρύθμισιν του «Συνδικάτου Μεταφορών». Και αυτός ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος σιδηροδρομικών, αντιδραστικός και δυσκίνητος, επηρεασμένος από την όλην εργατικήν ζύμωσιν, διεσαλεύετο, διεταράσσετο. Οι διοικούντες αυτό συντηρητικοί δεν ηννόουν να υποχωρήσουν, να αφομοιωθούν με τους εργάτας . . .

» Από την πρώτην στιγμήν εις το Συνέδριον διαγράφονται πλείστα ασταθή και αδιαμόρφωτα ρεύματα :

1) Εν «κόμμα» των Πειραιωτών, με επικεφαλής τον Μαχαίραν, ένας συρφετός ακαθάριστος αποτελούμενος από τους περισσότερους αντιπροσώπους Πειραιώς, από πλείστους αντιπροσώπους Λιμενεργατών των παραλίων της Ελλάδος και αρκετούς αντιπροσώπους των νησιών.
2) Εν «κόμμα», των Αθηναίων, ηγούμενον από την διοίκησιν του Εργ. Κέντρου Αθηνών, μικρότερον του προηγουμένου, αποτελούμενον από τους αντιπροσώπους Αθηνών κυρίως και Πελοποννήσου.
3) Εν συμπαγές και πειθαρχημένον «κόμμα» των Θεσσαλονικέων, εις το οποίον επεκράτουν πλέον οι Σοσιαλισταί και το οποίον συνειργάζετο με τους ολιγωτέρους Θεσσαλούς, επίσης επηρεαζόμενους από σοσιαλιστάς, ως και με τους σοσιαλιστάς αντιπροσώπους Αθηνών και Πειραιώς, κυρίως ηλεχτροτεχνίτας, σιγαροποιούς και άλλους, και
4) η ομάς των αντιπροσώπων του Γιαννιού με επικεφαλής τους Δελαζάνον και Χατζημιχάλην, συνεργαζόμενους με τους Θεσσαλονικείς.

Η ρευστότης της καταστάσεως επέτρεπε τας παρασκηνιακά επιρροάς. τας αλληλεπιδράσεις, τας αλλεπάλληλους πρόσκαιρους διαμορφώσεις αυτής. Πολλάκις η ματαίωσις η συνέχεια του Συνεδρίου, εξηρτήθη από το μηδέν. Μόνον η συνετή, ομόφωνος, σταθερά και πειστική στάσις των σοσιαλιστών και συμπαθούντων επετυχεν την περάτωσιν των εργασιών και η Μακεδονία έπαιξε και εδώ τον πρωτεύοντα ρόλον. Πρόεδρος του Συνεδρίου εκλέγει ο Γρ. Παπανικολάου. Η ιδεολογική ρευστότης του συνεδρίου εξεδηλώνετο εις τας εκλογάς του προεδρείου και των διαφόρων επιτροπών. Πάντως διεξήγοντο αύται με εξαιρετικήν ζωηρότητα. Αι συζητήσεις επεξετείνοντο επί δευτερευόντων ζητημάτων, οι λόγοι δεν ετερματίζοντο. Προ παντός η έδρα της ιδρυόμενης Συνομσπονδιας απετέλει το μήλον της έριδος. Η πλειοψηφία απεφάσισεν ως έδραν τον Πειραιά, υπό τας απειλάς των Πειραιωτών όπως αποχωρήσουν εν εναντία περιπτώσει. Οι Αθηναίοι προς στιγμήν θα απεχώρουν, αλλά μετεπείσθησαν.

Η Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών Ελλάδος είχε ιδρυθεί.

Η συζήτησις επί των βασικών κατευθύνσεων αυτής διεξήχθη εις το τέλος σχεδόν του συνεδρίου. Η πρότασις των σοσιαλιστών όπως η Γεν. Συνομοσπονδία βασισθή επί της πάλης των τάξεων επροκάλεσε θυελλώδεις συζητήσεις. βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί, συνδικαλισταί,, και ακαθόριστοι μακρολογούντες εξαντλητικώς κατεφέροντο εναντίον της πάλης των τάξεων. Όλοι οι μη σοσιαλισταί, πλην των συμπαθούντων, εσχημάτιζον εν ενιαίον μέτωπον εναντίον της αρχής της πάλης των τάξεων, χωρίς να αντιτάσσουν καμμίαν άλλην αρχήν. Δεν ελλειψαν βέβαια αι έξωθεν επεμβάσεις, αι παρασκηνιακαί ενέργειαι υπαλλήλων του υπουργείου. Αλλά η συνετή στάσις των σοσιαλιστών και η θαρραλέα αντιμετώπισις των παρασκηνίων εκ μέρους των Μακεδόνων, με επικεφαλής το Εργατικόν Κέντρον Θεσσαλονίκης έσωσαν την κατάστασιν και η αρχή της πάλης των τάξεων επεκράτησεν».

Οι δυο πρώτες μέρες πέρασαν με άσκοπες συζητήσεις γύρω στα πληρεξούσια των αντιπροσώπων και σε άλλα δευτερεύοντα θέματα.
Από την τρίτη όμως μέρα άρχισε η συζήτηση πάνω στις καταστατικές διατάξεις που θα αποτελούσαν και το πρόγραμμα επιδιώξεων της ανώτατης
συνδικαλιστικής οργάνωσης της εργατικής τάξης.

Μεταφέρουμε εδώ περιληπτικά τις απόψεις και τις προτάσεις των ομιλητών, παρμένες από τα επίσημα πραχτικά του Συνεδρίου.

Πρώτος πήρε το λόγο ο αναρχικοσυνδικαλιστής Κ. Σπέρας, που επιμένει στην άποψη πως ο εργάτης πρέπει να μείνει μακριά από κάθε πολιτική και μακριά από το κοινοβούλιο και να ενδιαφέρεται μόνο για τα σωματεία του και την επαγγελματική του οργάνωση.
Ο Μπεναρόγιας τον αντικρούει με διαλεκτική σαφήνεια και μαρξιστικά επιχειρήματα, αναλύει διεξοδικά τη φράση του ψηφίσματος έξω από κάθε «αστική πολιτικήν τάσιν» και υποστηρίζει πως δεν καθορίζεται από τα πριν καμιά πολιτική για την εργατική ομοσπονδία, που θα μείνει οικονομικός επαγγελματικός οργανισμός τής εργατικής μας τάξης. Πρέπει όμως να μπει στο καταστατικό το άρθρο αυτό, για να δείχνει πως η εργατική τάξη χωρίζεται από την κεφαλαιοκρατία και πως έχει δική της υπόσταση, δικούς της σκοπούς, δική της κατεύθυνση, σύμφωνα με ιστορικούς νόμους.

Ο Χ. Κανελλόπουλος συμφωνεί με τον Μπεναρόγια και υποστηρίζει κι αυτός την άποψη τής πάλης των τάξεων.

Ο Παπαδόπουλος (Μυτιλήνης) υποστηρίζει επίσης την αρχή τής πάλης των τάξεων και παραδέχεται να αναγραφεί στο σχετικό άρθρο του καταστατικού η αρχή «μακράν από κάθε αστικήν πολιτικήν τάσιν».

Στην απογευματινή συνεδρίαση η συζήτηση συνεχίστηκε.

Πρώτος μιλάει ο Γεώργ. Παπανικολάου (αντιπρ. ηλεκτροτεχνιτών του Πειραιά) και τονίζει πως άσοι νιώθουν καλά τι θα πει πάλη τάξεων πρέπει με χειροκροτήματα να ψηφίσουν το άρθρο αυτό, γιατί όλοι όσοι έχουν συνείδηση της αποστολής τους καταλαβαίνουν πως η εργατιά είναι μία χωριστή τάξη που έχει αντίθετα συμφέροντα και σκοπούς από την πλουτοκρατική τάξη. Δεν πρέπει ν’ αφήσουμε τους εργάτες με την εντύπωση πως είμαστε μέσα στην κοινωνία μια τάξη όλοι και πως ο κάθε εργάτης μπορεί να γίνει πλουτοκράτης κι εργοδότης κάνοντας λίγη οικονομία. Μόνο με την πάλη των τάξεων θα υπερασπίσουμε τα δικαιώματα μας.
Δε συμφωνεί πως πρέπει με καταστατική διάταξη ν’ αποκλείεται κάθε πολιτική,γιατί μόνο με την πολιτική θα μπορέσει η εργατιά να αφαιρέσει από τους εχθρούς της και τους κυρίαρχους της τα μέσα πού την κρατούν υποδουλωμένη. Και η πολιτική αυτή είναι η σοσιαλιστική. Σ’ αυτή την πολιτική έχουν προσανατολιστεί οι εργάτες όλου του κόσμου. Εξάλλου, λέει, μία που θ’ ανήκουμε στη Διεθνή, αναγκαστικά θα παραδεχτούμε και τις βασικές της αρχές.
Ο Οικονομόπουλος δέχεται πως η εργατική τάξη θα επικρατήσει, αλλά φρονεί πως δε χρειάζεται βιασύνη.
Ο Κιμουλάκης συμφωνεί με τον Παπανικολάου τονίζει πως αν δε μπει το άρθρο αυτό στο καταστατικό, άλλα είκοσι χρόνια θα μένουμε πίσω από την εργατιά τής Ευρώπης.
Ο Πολυδωρόπουλος δε συμφωνεί. Είναι ενάντια σε κάθε πολιτική και τονίζει πως οι πολιτευτές πουλήσανε την εργατική τάξη.
Ο Δελαζάνος (της Ομάδας του Γιαννιού) μιλάει με το ίδιο πνεύμα που μίλησε ο Παπανικολάου και υποστηρίζει πως η εργατική τάξη πρέπει να μεταχειριστεί όλα τα μέσα για να επιβληθεί, τόσο την απεργία όσο και το κοινοβούλιο. Λέει ακόμα πως τους νόμους τους ψηφίζουν οι αστοί κι όταν μπουν στη Βουλή εργάτες τότες θα ψηφίσουν δικούς τους νόμους.

Μετά το Δελαζάνο ξαναπαίρνει το λόγο ο Σπέρας κι επιμένει στις αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις του.

Έπειτα ο Παπαδάκης κι ο Παπαδόπουλος μιλάνε υπέρ του άρθρου.

Ο Α. Χατζημιχάλης (της Ομάδας Γιαννιού) ρωτάει το συνέδριο αν νομίζει πως πρέπει να λήξει η συζήτηση.

Οι συντηρητικοί και οι συνδικαλιστές φωνάζουν και διαμαρτύρονται. Γι αυτό γίνεται μια μικρή διακοπή.

Άμα ξανάρχισε η συνεδρίαση, ο πρόεδρος παίρνει το λόγο και λέει τη γνώμη του για το ζήτημα που συζητάει από το πρωί η συνέλευση και υποστηρίζει πως το άρθρο είναι απαραίτητο να μπει στο καταστατικό.

Αποφασίζεται η συζήτηση να συνεχιστεί και την άλλη μέρα.
Την τέταρτη μέρα παίρνουν το λόγο, ο ένας κατόπιν του άλλου, ο Πατίστας, ο Μουκάχος, ο Κουχτζόγλου κι ο Μπεναρόγιας. Οι δυο τελευταίοι έχουν αντίθετες απόψεις. Ο Κουχτζόγλου υποστηρίζει τη συνδικαλιστική άποψη,
Ο πρόεδρος έχει τη γνώμη πώς το θέμα εξαντλήθηκε και πως πρέπει να γίνει ψηφοφορία.

Οι συνδικαλιστές διαμαρτύρονται και ζητούν να διατυπωθεί το άρθρο με τη δική τους άποψη «Έξω από κάθε πολιτική ».

Ο Δελαζάνος σηκώνεται και φωνάζει : «Εργάτες προσέξατε καλά, Μην ακούτε τα ωραία λόγια των αναρχικών. Το πρώτο κρούσμα της αναρχίας πρέπει να χτυπηθεί, Το έξω πάσης πολιτικής είναι αναρχικό σύνθημα, που στην πράξη εξυπηρετεί την αστική τάξη».

Ύστερα από φωνές, διαμαρτυρίες κι αγορεύσεις αρχίζει η ψηφοφορία. Γίνεται δεχτή η αρχή της πάλης των τάξεων. Για τη διατύπωση «έξω από κάθε αστική επιρροή» γίνεται ονομαστική ψηφοφορία. Ψηφίζουν 180. Απ’ αυτούς 158 υπέρ και 21 κατά. ένας έδωσε λευκό ψήφο.

Το αποτέλεσμα τής ψηφοφορίας αυτής και η υπερψήφιση του πιο πάνω επίμαχου και βασικής σημασίας άρθρου του καταστατικού δείχνουν πόσο μεγάλη ήταν η υπεροχή των αριστερών στοιχείων μέσα στο Συνέδριο και πόσο σωστά χειριστήκανε οι σοσιαλιστές αντιπρόσωπο: το ζήτημα των μελλοντικών κατευθύνσεων της ιδρυόμενης ανώτατης εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Η συνένωση του συνδικαλισμένου προλεταριάτου της χώρας μας κάτω από ένα ανώτατο ηγετικό όργανο ήταν πια γεγονός. Από την άποψη αυτή το Α’ Πανελλαδικό Εργατικά Συνέδριο αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό στην Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Το ανώτατο αυτό ηγετικό όργανο των εργατών, που ιδρύθηκε από το πρώτο εργατικό συνέδριο, ονομάστηκε Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών Ελλάδος.

Η πρώτη Εκτελεστική Επιτροπή – διοίκηση, αποτελέστηκε από τους Εμ. Ξανθάκη, Γ. Παπανικολάου. Αχ. Χατζημιχάλη, Ηλ, Δελαζάνο, Ευθ, Ζωγράφου, Γ. Στάμου, Ν. Ιωαννίδη, Αβρ. Μπεναρόγια, Ευαγ. Ευαγγέλου και Κομν. Λάσκαρη με γενικό γραμματέα τον Εμμ. Μαχαίρα.

Τα αποτελέσματα του Συνεδρίου ξαφνιάσανε τους βενιζελικούς. Άλλα περίμεναν κι άλλα γίνανε.

Όταν τέλειωσε το Συνέδριο και η Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών άρχισε να δραστηριοποιείται, παρ’ όλες τις αντιδράσεις του Μαχαίρα και της παρέας του, η κυβέρνηση βάλθηκε με την τρομοκρατία και την αντιεργατική ταχτική των Οργάνων της μέσα στα σωματεία να πετύχει ότι ακριβώς δεν μπόρεσε να πετύχει με το Συνέδριο.

Όμως ούτε οι διώξεις των σοσιαλιστών εργατών ούτε οι διαλυτικές προσπάθειες των οργάνων της μέσα ατά σωματεία μπόρεσαν ν’ αλλάξουν την όχι ευχάριστη για την κυβέρνηση κατάσταση. Οι σοσιαλιστές και τα συνειδητά εργατικά στελέχη κρατήσανε τα πόστα τους μέσα στα συνδικάτα και με την εμπιστοσύνη των εργατών προωθούσαν ολοένα και σταθερότερα τους επαγγελματικούς αγώνες.


Ο μεγάλος ιστορικός, υπερβάλλει βέβαια όταν γράφει ότι τα αποτελέσματα του Συνεδρίου ήταν απογοητευτικά για τους βενιζελικούς συνδικαλιστές. Στην πράξη, παρά το γεγονός ότι οι σοσιαλιστές φαίνεται να διέθεταν μεγάλη ακτινοβολία και οι καλά τεκμηριωμένες θέσεις τους να βρήκαν σύμφωνους πολλούς εργάτες, στην τελική διαμόρφωση της διοίκησης της ΓΣΕΕ επικράτησαν οι βενιζελικοί – αναμενόμενο μια που είχαν αμέριστη κυβερνητική υποστήριξη.

Έτσι, στην 11μελή διοίκηση, γενικός γραμματέας εξελέγη ο φανατικός βενιζελικός Μαχαίρας (παλιός θερμαστής των ΣΠΑΠ και στη συνέχεια πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Πειραιά) και γραμματείς οι Ηλίας Δελαζάνος και Νίκος Ιωαννίδης.

Αν και οι σοσιαλιστές κατάφεραν να ψηφιστούν οι βασικές αρχές «της ταξικής πάλης» και της «έξω από κάθε αστική επιρροή» κίνησης του προλεταριάτου, σημαντική ιδεολογική και πολιτική νίκη αναμφίβολα, δεν μπόρεσαν όμως να αποτρέψουν το ψήφισμα του Συνεδρίου που στήριζε ανεπιφύλακτα και άνευ όρων την εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους. Ουσιαστικά ο βασικός στόχος του Βενιζέλο επιτεύχθηκε τελικά.

Ενδιαφέρουσα επίσης είναι η αντιπαράθεση τς σοσιαλιστικής με την αναρχοσυνδικαλιστική τάση στο ιδρυτικό Συνέδριο. Όπως άκρως ενδιαφέρουσα είναι και η αναλογία του αναρχοσυνδικαλιστικού εκθειασμού του κινήματος με την θέση των αναθεωρητών της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας (όπως διατυπώθηκε από τον Μπέρνσταϊν): «Ο τελικός σκοπός είναι το τίποτα, το κίνημα είναι το παν...».

Στις λοιπές αποφάσεις του Συνεδρίου αξίζει να σημειωθεί η καθιέρωση της ημέρας της 1ης Μάη, ως επίσημη γιορτή της εργατικής τάξης. Και μάλιστα με το νέο ημερολόγιο (δηλαδή την 18η Απρίλη), ώστε να φανεί ο διεθνιστικός χαρακτήρας του οργανωμένου πια ελληνικού προλεταριάτου (η αντικατάσταση του Ιουλιανού ημερολογίου από το Γρηγοριανό, θα γίνει πέντε χρόνια αργότερα, από το στρατιωτικό καθεστώς του Νικόλαου Πλαστήρα, συγκεκριμένα στις 16 Φλεβάρη του 1923, όταν το ημερολόγιο θα γράψει 1η Μαρτίου).

Ιδιαίτερη τιμή και μνεία τέλος, θα πρέπει να γίνει στον μεγάλο στην κυριολεξία ηγέτη του σοσιαλιστικού μας κινήματος, τον Αβραάμ Μπεναρόγια, τον άνθρωπο που με την ζωή και την δράση του άνοιξε τον δρόμο για την πολιτική σταδιοδρομία της νέας κοινωνικής τάξης, του ελληνικού προλεταριάτου.

Μετά το 1918, το ελληνικό εργατικό κίνημα θεριεύει. Νέα συνδικάτα δημιουργούνται, τα παλιά μεγαλώνουν, εκδηλώνεται η ταξική αλληλεγγύη των εργατών και οι εργατικοί αγώνες δεν είναι πια εύκολο να λυγίσουν. Η συνολική αποτίμηση είναι θετική. Ρωγμές αρχίζουν να εμφανίζονται στην εξουσία της αστυνομίες και της κρατικής γραφειοκρατίας, ενώ αρχίζει και κάποια βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης. Εκτός από τον αγώνα ενάντια στην μπουρζουαζία, το «συνεταιρίζεσθαι» και οι «εργατικές ενώσεις» θα αποτελέσουν ένα σημαντικό βήμα για την «μετατροπή των υπηκόων του κράτους σε πλήρεις πολίτες» (Καρλ Μαρξ προς Φρ. Ένγκελς, 10.2.1865).



Αξίζει τον κόπο να δούμε την τύχη της πρώτης απεργίας του συνδικαλιστικού μας κινήματος, τρεις μήνες μόλις μετά το ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ. Από το εκπληκτικά καλό βιβλίο του Γιώργου Κουκουλέ "Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος - Εισαγωγή στην παιδαγωγική της ιστορικής έρευνας" (εκδόσεις Οδυσσέας).

Πηγή, ένα από τα ιστορικά σημειώματα της εφημερίδας του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου Κρήτης "Ο Εργάτης". Ο συγγραφέας ανώνυμος. Παρ' όλα αυτά, εξηγεί με εξαιρετικό τρόπο τα αίτια της πρώτης διάσπασης (πρωτοβουλία Μαχαίρα να στείλει συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Κλεμανσώ) και περιγράφει γλαφυρά την έριδα για τον πρώτο εορτασμό της Πρωτομαγιάς με το νέο ημερολόγιο. Η αξία της χρήσης των συμβόλων, (αλλά και οι ιδεολογικές λειτουργίες που τα συνοδεύουν) φαίνονται πολύ καλά στο παρακάτω απόσπασμα: