Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ για το «Μακεδονικό».


Το Κόμμα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην κριτική και στην προπαγάνδα, αλλά παρεμβαίνει στη ζωή της χώρας με μια θετική και εποικοδομητική δραστηριότητα». Υπάρχει μια αμοιβαιότητα ανάμεσα στον εποικοδομητικό χαρακτήρα της πολιτικής του κόμματος και στο μαζικό χαρακτήρα του, δεδομένου ότι, από μια ευρεία και διαφορισμένη σχέση με τις εργαζόμενες και λαϊκές μάζες, το κόμμα αποχτά εκείνη τη συνειδητοποίηση των καταστάσεων και εκείνη την ικανότητα να είναι παρόν μέσα σ’ αυτές τις καταστάσεις, πού δίχως αυτή δεν θα μπορούσε να πραγματωθεί η βούληση του για μία θετική και εποικοδομητική παρέμβαση του. Και γιατί, από την άλλη, είναι ακριβώς αυτή η ικανότητα του κόμματος να υποδείχνει θετικές λύσεις, που του επιτρέπει να αποχτά έναν μαζικό χαρακτήρα. Έτσι υπάρχει ένας συσχετισμός ανάμεσα στην ικανότητα πολιτικής επέμβασης του κόμματος και στον εθνικό του χαρακτήρα. Η προσαρμογή στις ιδιόμορφες συνθήκες, η ικανότητα να υποδείχνει τη λύση των προβλημάτων που αυτές θα έχουν, επιτρέπει στο κόμμα να προσαρμόζεται στην εθνική κατάσταση, να διερμηνεύει τις τυπικές, προοδευτικές παραδόσεις του έθνους, το καθιστά ικανό να εκπληρώνει έναν ηγετικό ρόλο μέσα στο Έθνος. Ταυτόχρονα αυτή η προσαρμογή στην παράδοση και στην εθνική κατάσταση καθιστά το κόμμα ικανό να παίζει έναν ρόλο όχι απλώς αρνητικής αντιπολίτευσης, αλλά θετικής παρέμβασης. Από το μαζικό και εθνικό χαρακτήρα του κόμματος απορρέει ο πιο ευέλικτος συσχετισμός που η έννοια του νέου κόμματος καθιερώνει ανάμεσα στο κόμμα, το πολιτικό του πρόγραμμα και τη θεωρία που το καθοδηγεί.
Παλμίρο Τολιάτι. La Rinascita, Οκτώβρης 1944


Στα τέλη του Δεκέμβρη του 1935, συνήλθε στην Αθήνα το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Για καθαρά συνωμοτικούς λόγους και επειδή το κόμμα βρισκόταν μετά το πραξικόπημα του Πλαστήρα (του Μαρτίου του ίδιου έτους) σε καθεστώς ημιπαρανομίας, δεν έγινε ο απαιτούμενος προσυνεδριακός διάλογος. Η σύγκληση του Συνεδρίου δεν ανακοινώθηκε στα μέλη, τους πυρήνες, ούτε και στους τοπικούς γραμματείς. Απουσίασε για τεχνικούς (συγκοινωνιακούς λόγους) η οργάνωση της Κρήτης.

Ανάμεσα στις αποφάσεις αυτού του σημαντικού Συνεδρίου ξεχωρίζει η επικύρωση της απόφασης της 4ης Ολομέλειας για το «Μακεδονικό ζήτημα». Το περίφημο «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» εγκαταλείπεται οριστικά για να δώσει την θέση του, στο «πλήρης εθνική και πολιτική ισονομία σε όλες τις εθνικές μειονότητες που ζουν στην Ελλάδα». Μια απόφαση που έμενε μόνο να επισημοποιηθεί και συνεδριακά, ώστε να διορθωθεί ένα σφάλμα του παρελθόντος – μια λανθασμένη γραμμή που τεχνητά επιβλήθηκε στο ΚΚΕ από την Κομιντέρν, μια γραμμή όμως που στοίχισε στα μέλη του Κόμματος φυλακίσεις, εξορίες και εκτελέσεις και προπαντός έδωσε ηθικά και ιδεολογικά όπλα στην Αντίδραση να κατηγορήσει τους κομουνιστές για αντεθνική δράση, για προσπάθεια «απόσπασης πατρίου εδάφους» κλπ.

Οι αποφάσεις του Συνεδρίου δημοσιεύτηκαν στην ΚΟΜΕΠ τον Ιανουάριο του 1936.

Από το 1924 και το 5ο Συνέδριο της Κομιντέρν. από τις δειλές και άνευρες ενστάσεις και «διαφωνίες» του Σεραφείμ Μάξιμου για την παραγνώριση της επίπτωσης στην εθνολογική σύνθεση της Μακεδονίας που έφερε ο ερχομός 750000 περίπου προσφύγων μετά τη Λωζάνη, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1935, μεσολάβησαν πολλά. Κύλησε αυτό που πολλοί λένε, «πολύ νερό στο αυλάκι».

Ένα από τα πλέον σημαντικά και αξιοσημείωτα γεγονότα της δεκαετίας ήταν η άνοδος του εργατικού κοινωνικού και αγωνιστικού κινήματος και η καθιέρωση των κομμουνιστών ως την πρωτοπορία αυτού του κινήματος. Το ΚΚΕ, περνάει πια την παιδική και εφηβική του ηλικία, ανδρειώνεται και γίνεται κόμμα μαζικό και εθνικό. Εγκαταλείπει τον επαναστατικό ρομαντισμό και την πολιτική αφέλεια, καταστάσεις που το συνόδευσαν και το χαρακτήριζαν στην δύσκολη και επίπονη πορεία της μπολσεβικοποίησής του.

Το λενινιστικό μπολσεβίκικο «δόγμα», «ότι πρέπει να μπαίνει το συμφέρον της διεθνούς εργατικής επανάστασης πάνω από την ακεραιότητα, την ασφάλεια και την ησυχία του ενός ή του άλλου εθνικού κράτους», δεν είναι πια σε θέση να δώσει απαντήσεις και λύσεις στα προβλήματα που βάζουν οι καινούργιες ιστορικές συνθήκες.

Η ικανότητα της ζαχαριαδικής ηγεσίας και του Νίκου Ζαχαριάδη προσωπικά, βρισκόταν στην δυνατότητα της ερμηνείας αυτών των νέων συνθηκών και του ξεπεράσματος των παλιών και επώδυνων για το Κόμμα και το λαϊκό κίνημα, επαναστατικών αξιωματικών αρχών. Ο Νίκος Ζαχαριάδης, γνώριζε καλά ότι η πρακτική ζωή, η καθημερινή πολιτική πάλη δεν καθορίζεται από τα αισθήματα και τις επιθυμίες, αλλά αντίθετα είναι αυτή που τα καθορίζει. Έτσι, δεν δίστασε να προχωρήσει στην νέα θεώρηση και στη νέα θέση για το «εθνικό ζήτημα».

Στα μέλη του κόμματος δεν δόθηκε καμία απολύτως εξήγηση για την αλλαγή του συνθήματος «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» στο «πλήρης εθνική και πολιτική ισονομία σε όλες τις εθνικές μειονότητες που ζουν στην Ελλάδα». Το πρώτο σύνθημα ήταν ήδη ανεδαφικό και νεκρό, ξεπερασμένο και από πολλά χρόνια στη συνείδηση των ίδιων των υπερασπιστών του, των Ελλήνων κομμουνιστών.

Στην Ελλάδα, οι αλλαγές στη γραμμή για το εθνικό ζήτημα προκάλεσαν θετικές αντιδράσεις, ακόμα και στις περιοχές που κατοικούσαν οι εθνικές μειονότητες. Το μόνο που έμενε ήταν να αποδείξουν οι Έλληνες κομουνιστές – ειδικά στην Διεθνή – ότι δεν προέβησαν σε «οπορτουνιστική υποχώρηση» στην λυσσαλέα «σοβινιστική επίθεση της ελληνικής Αντίδρασης». Γράφει ο Βασίλης Νεφελούδης για το δύσκολο αυτό ζήτημα:

«Το ΚΚΕ επέμεινε στη θέση που πήρε το Συνέδριο, Εξέθεσε στην Κομμουνιστική Διεθνή τα πραγματικά δεδομένα του προβλήματος. Παρουσίασε πίνακες που έδειχναν την πραγματική εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού στην ελληνική Μακεδονία και Θράκη, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Υπερασπίσθηκε με σταθερότητα τη θέση του και την επέβαλε. Νομίζω ότι δεν είναι άσκοπο να σημειωθεί ότι το ανεδαφικό και νεκρό, ουσιαστικά, σύνθημα «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» το πλήρωσαν με δεκάδες χρόνια φυλακή, δεκάδες στελέχη και μέλη του Κ.Κ.Ε. που θεωρούσαν υποχρέωση τους να το υπερασπίσουν μπροστά στα δικαστήρια. Χώρια η ηθικοπολιτική ζημιά απ’ τις επιθέσεις των αντιδραστικών δυνάμεων εναντίον του κόμματος, που έβρισκαν πατήματα για να το κατηγορήσουν σαν «αντεθνικό», «προδοτικό» κλπ, Ταυτόχρονα με την αλλαγή της θέσης πάνω στο εθνικό ζήτημα, το 6ο Συνέδριο έθεσε σαν ένα από τα κεντρικά καθήκοντα στον τομέα των συμμαχιών την ανάγκη της σύνδεσης και με τα μεσαία στρώματα της πόλης, με τους επαγγελματίες, τους βιοτέχνες κλπ.»

Οι πολιτικές αποφάσεις τόσο του 5ου όσο και του 6ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, ο καθορισμός του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας ως τον στρατηγικό ενδιάμεσο στόχο του, το ξεπέρασμα του σκοπέλου του «εθνικού προβλήματος» ως «παιδική αρρώστια του κόμματος», άσκησαν σημαντικότατη επίδραση στα πλατιά λαϊκά προοδευτικά στρώματα και σε σημαντικούς κύκλους της ελληνικής διανόησης. Σπουδαίοι πνευματικοί άνθρωποι θα ακολουθήσουν το κόμμα, που περνάει πια σε ευρεία λεωφόρο. Με την πολιτική που καθόρισαν αυτά τα συνέδρια, το ΚΚΕ ζυμώνεται και παρά τα χτυπήματα που θα δεχθεί από την 4η Αυγούστου και την αστυνομική καταστολή, θα βρεθεί ώριμο και προετοιμασμένο για να πρωταγωνιστήσει στο μεγαλύτερο έπος της ελληνικής Ιστορίας. Στο έπος της Εθνικής μας Αντίστασης.

Παρατίθεται ολόκληρη η ανάλυση του ερευνητή και ιστορικού της Ελληνικής Αριστεράς, Αλέκου Παπαπαναγιώτου για το ζήτημα:

Η απόφαση του 6ου Συνεδρίου του ΚΚΕ

Στο 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, που συνήλθε το Δεκέμβρη του 1935, έγινε ευρύτερη συζήτηση γύρω από το «μακεδονικό ζήτημα» και τη νέα θέση που πήρε η ηγεσία από το Μάρτη του 1935. Στην πολιτική απόφαση του Συνεδρίου αφιερώνεται ειδικό κεφάλαιο στο εθνικό ζήτημα και δίνεται η πιο γενική θεωρητική και πολιτική ερμηνεία της νέας θέσης του κόμματος. Οι κύριες σκέψεις που διατυπώνονται σ’ αυτή την απόφαση είναι οι ακόλουθες:

«Την αντικατάσταση του παλιού συνθήματος «Ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» επιβάλλει αυτή η ίδια αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας σε στενή σύνδεση με την αλλαγή των συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσεται σήμερα το επαναστατικό κίνημα γενικά στα Βαλκάνια και ειδικότερα στη χώρα μας, με βασικό καθήκον την αντιφασιστική και αντιπολεμική πάλη.

Ο μαρξισμός-λενινισμός επιβάλλει στα κομουνιστικά κόμματα να βασίζουν την πολιτική τους και τα συνθήματα τους πάνω στο στέρεο έδαφος της πραγματικότητας. Στο κομμάτι της Μακεδονίας που κατέχει η Ελλάδα εγκαταστάθηκε ελληνικός προσφυγικός πληθυσμός. Ο πληθυσμός στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας είναι σήμερα στην πλειοψηφία του ελληνικός. Και η λενινιστική-σταλινική αρχή της αυτοδιάθεσης απαιτεί στις σημερινές συνθήκες την αλλαγή του παλιού συνθήματος, (...)

Η αλλαγή του συνθήματος κάθε άλλο παρά αδυνάτισμα της δουλειάς μας στη Μακεδονία και ανάμεσα στις εθνικές μειονότητες σημαίνει. Αντίθετα, επιβάλλεται να δυναμώσουν οι προσπάθειες μας για την εξασφάλιση στις μειονότητες πλέριων δικαιωμάτων. Το Κόμμα δεν παύει να διακηρύττει πως τελικά και οριστικά το μακεδονικό ζήτημα θα λυθεί αδελφικά μετά τη νίκη της Σοβιετικής εξουσίας στα Βαλκάνια που θα σκίσει τις άτιμες συνθήκες των ανταλλαγών των πληθυσμών και θα πάρει όλα τα πρακτικά μέτρα, ώστε να εξαλειφθούν οι ιμπεριαλιστικές τους αδικίες. Μόνον τότε ο Μακεδονικός Λαός θα βρει την πλέρια εθνική του αποκατάσταση. »

Το ΚΚΕ διακηρύττει σαφέστατα ότι στην ελληνική Μακεδονία ο πληθυσμός στην πλειοψηφία του είναι ελληνικός και αυτό επιβάλλει τη «λενινιστική-σταλινική» εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης όχι με τον αποχωρισμό, αλλά με την ένωση των εθνικών μειονοτήτων με το κύριο έθνος με βάση την πλήρη εθνική και πολιτική ισοτιμία. Γι' αυτό μεταθέτει το κύριο βάρος της πάλης του στην παραχώρηση ίσων δικαιωμάτων σε όλες τις εθνικές μειονότητες, μεταξύ των οποίων υπάγει και τη σλαβική «μακεδονική μειονότητα», δίπλα στην «τουρκική, εβραϊκή, αλβανική κλπ.». Αυτή η θέση, που, κατά κύριο λόγο, υπαγορεύεται από το δεδομένο της απόλυτης πλειοψηφίας του ελληνικού έθνους, επιβάλλεται και από τις νέες συνθήκες της πάλης κατά του φασισμού και του πολέμου, που «κάνουν την Ελλάδα σοβαρό κρίκο του επαναστατικού κινήματος στα Βαλκάνια».

Κατά το 1923-1924 οι συνθήκες της πάλης για τη σοβιετική επανάσταση, που «έκαναν τη Βουλγαρία βασικό κρίκο του επαναστατικού κινήματος στα Βαλκάνια», απαιτούσαν την κατασκευή ενός νέου έθνους από τους Έλληνες, τους Αλβανούς, τους Σέρβους, τους Βούλγαρους και τους Τούρκους για να καλυφθεί το κύριο στρατηγικό στήριγμα της επαγγελλόμενης σοβιετικής εξουσίας. Τώρα, οι συνθήκες του αντιφασιστικού και αντιπολεμικού αγώνα, αντίθετα, απαιτούν την αποσαφήνιση και λύση του πραγματικού εθνικού ζητήματος στο χώρο της Μακεδονίας, γιατί μονάχα μία τέτοια πολιτική μπορούσε να συντελέσει αποφασιστικά στη βαλκανική συνεννόηση και συμπαράταξη απέναντι στον κύριο κίνδυνο του φασισμού και του πολέμου.

Στην ουσία η ηγεσία του ΚΚΕ, με αυτή τη γενική θεωρητική θεμελίωση της νέας θέσης της, υποστηρίζει αρκετά ανοιχτά και καθαρά ότι η πολιτική της «Ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας» μετατρέπεται - αν δεν ήταν και από την αρχή της - σε ανεδαφική πολιτική που βρίσκεται σε σύγκρουση με το μαρξισμό-λενινισμό και βαθαίνει τα χάσματα στο κέντρο της Βαλκανικής. Μπορούμε να πούμε ότι κατά ένα τρόπο το ΚΚΕ, που στα 1923-1931 κυριολεκτικά τσαλαπατήθηκε από όλους τους «προϊσταμένους» φορείς του κομουνιστικού κινήματος, τώρα, συναισθανόμενο πίσω του το μεγάλο αντιφασιστικό λαϊκό κίνημα, επιστρέφει τα «χτυπήματα» και «τολμάει» μονάχο του να διερευνήσει τη λύση του πιο περίπλοκου ζητήματος για τις διαβαλκανικές σχέσεις.

Η ηγεσία του ΚΚΕ, αποκαθιστώντας τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη για το εθνικό ζήτημα, που παραβιάστηκε ανεπίτρεπτα από τη Βαλκανική Κομουνιστική Ομοσπονδία και την Κομουνιστική Διεθνή, προχωρεί στο εσωτερικό του «μακεδονικού κουβαριού» και αρχίζει το ξετύλιγμά του. Με τρόπο κατηγορηματικό διαχωρίζει τους Έλληνες, που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία και συγκροτούν αδιάσπαστο τμήμα του ελληνικού έθνους και τις μη σλαβικές μειονότητες: τουρκική, εβραϊκή, αλβανική. Αυτοί δεν μπορούν να αποτελούν συνθετικό τμήμα του λεγόμενου ως τότε «μακεδονικού λαού».

Αυτό που μένει, δηλαδή οι Σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας, συγκροτούν τη «μακεδονική» μειονότητα που δεν συγκροτεί έθνος καταπιεζόμενο στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους, όπως το κροατικό και το σλοβένικο έθνος στη Γιουγκοσλαβία, αλλά «εθνική» μειονότητα και σαν τέτοια αποτελεί συνθετικό τμήμα του λαού (με τη σύγχρονη έννοια) της Ελλάδας. Από λόγους ευνόητους το ΚΚΕ δεν προχωρεί πέρα από το πλαίσιο της ελληνικής Μακεδονίας. Όμως είναι σαφέστατη η αντίληψη του ότι οι Έλληνες, οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι, οι Τούρκοι και οι Αλβανοί δεν μπορούν να μεταμορφωθούν εθνικά και να αποτελέσουν συστατικά στοιχεία του «μακεδονικού λαού» με την εθνική έννοια, γιατί είναι συστατικά στοιχεία των οριστικά και από καιρό διαμορφωθέντων και δικαιωθέντων εθνικά, πολιτικά και κοινωνικά εθνών και κρατών.

Το ΚΚΕ δεν προχωρεί στη διερεύνηση του περιεχομένου της «μακεδονικής εθνικής μειονότητας». Αυτό το ζήτημα ήταν περίπλοκο στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, όπου ήταν πολύ δύσκολο να διαχωριστούν τα όρια μεταξύ του βουλγαρικού και του σερβικού έθνους και να γίνουν αντιληπτές τυχόν διεργασίες διαμόρφωσης νέας σλαβομακεδονικής εθνότητας. Γι’ αυτό το ΚΚΕ αποφεύγει να προχωρήσει σε βαθύτερη ανάλυση του περιεχομένου της «μακεδονικής εθνικής μειονότητας». Είναι φανερό ότι αυτή η στάση του υπαγορεύεται από τη θέληση να παραμεριστούν τα ζητήματα που ακόμα δεν είναι αρκετά σαφή και μπορούν να προκαλέσουν διχογνωμίες και προστριβές, και να συγκεντρωθεί η προσοχή στο κύριο και κοινό για όλους που ήταν η αποσαφήνιση του εθνικού ζητήματος στο χώρο της επαφής των τριών κεντρικών βαλκανικών εθνών και κρατών: της Ελλάδας, της Σερβίας (Γιουγκοσλαβίας) και της Βουλγαρίας. Μονάχα μία τέτοια αποσαφήνιση από τα τρία ενδιαφερόμενα κομουνιστικά κόμματα και επεξεργασία αντίστοιχης εθνικής πολιτικής μπορούσε να αποσπάσει το «μακεδονικό ζήτημα» από την τροχιά της μεγάλης στρατηγικής.

Το ΚΚΕ, αγωνιζόμενο για τη σοβιετική επανάσταση και εξουσία, πιστεύει πως μονάχα με την πραγματοποίηση της επανάστασης μπορεί να λυθούν αυτά τα ζητήματα. Γι' αυτό, από την πιο υψηλή και επίσημη έδρα του 6ου Συνεδρίου του,

«διακηρύττει πως τελικά και οριστικά το “μακεδονικό ζήτημα” θα λυθεί αδελφικά μετά τη νίκη της Σοβιετικής εξουσίας στα Βαλκάνια... Μόνον τότε ο Μακεδονικός λαός θα βρει την πλέρια εθνική του αποκατάσταση».

Ο «μακεδονικός λαός», δηλαδή οι σλαβομακεδόνες που δεν συγχωνεύονταν με το ελληνικό, το βουλγαρικό ή το σερβικό έθνος και διαμορφώνονται σε ιδιαίτερη «σλαβομακεδονική εθνότητα», θα βρει και αυτός «την πλέρια εθνική του αποκατάσταση», δηλαδή την ανεξάρτητη κρατική διαμόρφωση του στο πλαίσιο της ένωσης των βαλκανικών σοβιετικών δημοκρατιών, είτε την οργάνωση του σε αυτόνομη εθνική περιοχή στο πλαίσιο της βαλκανικής σοβιετικής δημοκρατίας. Αυτό ακριβώς το ζήτημα «θα λύνονταν αδελφικά» από τα τρία κομουνιστικά κόμματα, γιατί αντικειμενικά τα ιστορικά όρια και το επίπεδο των εθνικών διεργασιών και κοινωνικών αποκρυσταλλώσεων στο πλαίσιο της «σλαβομακεδονικής λαότητας» δεν ήταν ξεκαθαρισμένα και ούτε είχε παρουσιαστεί ακόμα κάποιος αυθεντικός φορέας της. Η όλη συλλογιστική της απόφασης κάνει αυτονόητη την προϋπόθεση της πραγματικής ολοκλήρωσης των κύριων εθνών σ’ αυτό το χώρο, δηλαδή του βουλγαρικού, του ελληνικού και του σερβικού η αδιαμόρφωτη εθνικά σλαβομακεδονική λαότητα, στο χώρο της επαφής αυτών των τριών εθνών και κρατών μπορούσε να αποβεί ένας από τους συνδετικούς κρίκους, άμεσα μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων και παραπέρα ευρύτερα.

Το ΚΚΕ ακολούθησε με σταθερότητα αυτή την πολιτική και, όπως θα δούμε παραπέρα στην Εθνική Αντίσταση, δικαιώθηκε πλήρως.

Οι σλαβομακεδόνες πολέμησαν στο «αλβανικό μέτωπο» για την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της Ελλάδας με την ίδια αυταπάρνηση και ηρωισμό που φανέρωσαν και οι «καθαρόαιμοι» Έλληνες. Και στα μαύρα χρόνια της φασιστικής κατοχής πλαισίωσαν τις γραμμές της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης σε βαθμό ασύγκριτα μεγαλύτερο από ότι στους άλλους χώρους έξω από τα πλαίσια της ελληνικής Μακεδονίας.

Οι λειτουργίες του κομουνιστικού κινήματος στα 1922-1924 επέβαλλαν στο βουλγαρικό κομμουνιστικό κόμμα το ρόλο του αγωγού της σύνδεσης με το εξαντλημένο κοινωνικά «μακεδονικό αυτονομιστικό κίνημα» και αντικειμενικά το απομάκρυναν από το αναπτυσσόμενο μικροαστικό δημοκρατικό και το γεννούμενο εργατικό κίνημα στον άκρως συγγενή και ιστορικά δικό του, κατά κύριο λόγο, χώρο του σλαβισμού της Μακεδονίας. Οι νέες λειτουργίες που άρχισαν να επικρατούν στο ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα προς τα μέσα του '30, έδωσαν τη δυνατότητα στο πιο «ξένο» ΚΚΕ αυτόβουλα να διεισδύσει σ' αυτό το χώρο, να καλύψει το κενό που είχε δημιουργηθεί και πρώτο να προσεγγίσει την ιστορική λύση του σλαβομακεδονικού ζητήματος στον πιο ανύποπτο, απρόσεκτο και εντελώς ανέπαφο χώρο του πραγματικού σλαβισμού στη Μακεδονία, που οι διάφοροι παράγοντες ανέγραφαν στη σημαία τους μονάχα στο βαθμό που τους βοηθούσε να στήσουν αυτή τη σημαία στα μακεδονικά κέντρα του ελληνισμού και όχι για να φέρουν την ελευθερία και σύγχρονη ανάπτυξη στην κοινότητα των σλαβομακεδόνων.

Η ιστορία τα έφερε έτσι - και δεν είναι τυχαίο αυτό - ώστε πάλι από την Ελλάδα, από το ΚΚΕ, να δοθεί το κύριο χτύπημα στη στρατηγική, που κατασκεύασε στα μέτρα των σκοπιμοτήτων της ένα «μακεδονικό έθνος» για να φέρει στην πραγματικότητα τη μόνιμη διάσπαση και αντιπαράθεση ανάμεσα στα βαλκανικά έθνη και κράτη. Η νέα θέση του ΚΚΕ αποκτούσε από την πρώτη στιγμή καίρια εθνική και διαβαλκανική σημασία γιατί σημείωνε την παρουσία μιας ιδιαίτερης σλαβομακεδονικής λαότητας, που είχε τα ίδια δικαιώματα με όλους να ενωθεί και να συγχωνευτεί με όποιο έθνος θέλει ή να μην ενωθεί με κανένα, και προέτασσε την κοινή ευθύνη των τριών κομμάτων (Ελλάδας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας) για να μη μπορεί κανείς να κρύβεται πίσω από τα δάχτυλα του, παίζοντας το ρόλο του αυτοκαλεσμένου ή αποκλειστικού «κηδεμόνα» των σλαβομακεδόνων.

Στην θέση του οξύτατου ανταγωνισμού για επιρροή και κυριαρχία στη Μακεδονία, τίθονταν ο συναγωνισμός για το πλησίασμα, την εθνική και κοινωνική αφύπνιση, την οργάνωση και πάλη της σλαβομακεδονικής λαότητας. Αν ο στρατηγικός χώρος της Μακεδονίας ήταν πάντα το «μήλον της έριδος» μεταξύ των τριών εθνών και κρατών της Ελλάδας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας,

Η νέα θέση του ΚΚΕ για το «μακεδονικό ζήτημα» στην ουσία ήταν νέα θέση στο ελληνικό εθνικό ζήτημα και γι' αυτό αποκτούσε καίρια κοινωνική σημασία και αποτελούσε βαθύτατη στρατηγική αλλαγή για ολόκληρη την πορεία της επανάστασης στην Ελλάδα. Το ΚΚΕ στην ουσία τώρα για πρώτη φορά παίρνει θετική στάση απέναντι στην αστική επανάσταση, υιοθετεί τη θεμελιακή της αρχή της εθνικής ολοκλήρωσης και εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, ανακαλύπτει τη δική του ελληνική πατρίδα, ύστερα από τόσα χρόνια που πίστευε για πρώτη πατρίδα του τη σοσιαλιστική Ρωσία, αρχίζει να ενδιαφέρεται άμεσα και να αγωνίζεται για την υπεράσπιση της Ελλάδας, ενώ ως τότε αγωνίζονταν σχεδόν αποκλειστικά «για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης», αρχίζει να διατρέχει τις σελίδες της δικής του εθνικής ιστορίας για να βρει τις εθνικές ρίζες του κοινωνικού ανανεωτικού κινήματος του και να «σουλουπώσει» αυτό το κίνημα στα μέτρα της ιστορικής συνέχειας και συνέπειας αυτού που πρόσθεσε στην ελληνική κοινωνική ζωή η αστική επανάσταση και εξέλιξη. Και ακριβώς επειδή τώρα, και όχι με την 6η Ολομέλεια του 1934, χτύπησε πραγματικά και άνοιξε την εθνική θύρα του, το ΚΚΕ, μπροστά στο ευρύτατο κοινωνικό πλαίσιο που διανοίχτηκε μπροστά του, μπόρεσε πιο γρήγορα από άλλους και με αρκετή καθαρότητα να δει το εθνικό και κοινωνικό όριο της ελλαδικής σλαβομακεδονικής λαότητας και να την εντάξει οργανικά στο γενικό ιστορικό πλαίσιο που συγκροτεί το ελληνικό εθνικό και κοινωνικό ζήτημα.

Με τις νέες διεργασίες για το ενιαίο εργατικό και το αντιφασιστικό μέτωπο και τη νέα θέση του για το εθνικό ζήτημα, που σύντομα θα το οδηγήσει και στη μεγάλη πολιτική του εθνικού μετώπου, το ΚΚΕ συνέβαλλε ουσιαστικά και στις ευρύτερες διεργασίες που έβαλαν τη σφραγίδα τους στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.