Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Τo «Πνεύμα του 1776», μια άτυχη πατριωτική ταινία

Στις 6 Απριλίου 1917, οι ΗΠΑ εισέρχονται επίσημα στον Μεγάλο Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ. Σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης και χειραγώγησης της κοινής γνώμης, ο πρόεδρος Ουίλσον, δεν θα σταθεί φειδωλός στις θριαμβευτικές διακηρύξεις: Π.χ. Το, «πρόκειται για τον Πόλεμο που θα βάλει τέρμα σε όλους τους πολέμους», ήταν πάρα πολύ, ακόμα και για τους πιο αισιόδοξους υπερπατριώτες και οπαδούς της πολεμικής προσπάθειας της χώρας.

Παρά τις μεγαλοστομίες και τις υπερβολικές δηλώσεις, ο αμερικανικός λαός, ήταν το λιγότερο χλιαρός, (αν όχι εχθρικός), στον Πόλεμο. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, χρειάζονταν επειγόντως 1.000.000 άνδρες για το δυτικό μέτωπο· τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, μόλις 70.000 κατετάγησαν σε εθελοντική βάση. Κογκρέσο, Γερουσία, σχεδόν ομόφωνα, ψήφισαν για την «υποχρεωτική θητεία». Οι ΗΠΑ, θα μπουν σε «κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης», όπου παραδοσιακές συνταγματικές ελευθερίες (π.χ. Η Ελευθερία του Λόγου) θα ανασταλούν, προκειμένου να υποστηριχθεί η πολεμική περιπέτεια του έθνους.

Στα πάνω πλαίσια, θα ιδρυθεί το «Συμβούλιο Ενημέρωσης και Πληροφόρησης του Λαού», ένα προπαγανδιστικό κρατικό όργανο, το οποίο θα εξαπολύσει μια εντατική και εκτατική εκστρατεία κόστους εκατομμυρίων δολαρίων, για να πειστούν οι πολίτες για ποιο λόγο έπρεπε να συμμετάσχουν στον πόλεμο. Και επειδή η προπαγάνδα δεν έφτανε, το Ιούνιο, θα ψηφιστεί ο «Νόμος περί Κατασκοπίας», που παρά το «ουδέτερο» και «αχρωμάτιστο» περιεχόμενό του, δεν μπορούσε να κρύψει, ότι ήταν σχεδιασμένος να στέλνει στη φυλακή τους Αμερικανούς που εξέφραζαν την αντίθεσή τους στην παγκόσμια ανθρωποσφαγή. Ο Νόμος προέβλεπε ποινές κάθειρξης μέχρι είκοσι χρόνια, «για οποιονδήποτε προκαλέσει ή αποπειραθεί να προκαλέσει εν καιρώ πολέμου ανυπακοή, απείθεια, ανταρσία, ή αρνηθεί να καταταγεί στο στρατό ή το ναυτικό των ΗΠΑ ή αποπειραθεί ενσυνείδητα να παρεμποδίσει τη στρατολόγηση των πολιτών στην υπηρεσία του αμερικανικού έθνους». Εκτός από το παραπάνω, ο νόμος απαγόρευε οποιοδήποτε σχόλιο ή κριτική που στρεφόταν ενάντια στους μεγάλους συμμάχους της χώρας, δηλαδή στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γαλλία.

Χιλιάδες Αμερικανοί πολίτες βάσει αυτού του νόμου θα οδηγηθούν πίσω από τα κάγκελα, μεταξύ αυτών, σοσιαλιστές, ακτιβιστές πασιφιστές, μαχητικοί δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, υπέρμαχοι των πολιτικών δικαιωμάτων, κλπ.

Ο Robert Goldstein, γεννήθηκε το 1883 στο Λος Άντζελες, ως παιδί μεταναστών γερμανοεβραϊκής καταγωγής. Το 1912 ήταν επικεφαλής μιας οικογενειακής εταιρείας-φίρμας, η οποία προμήθευε με κουστούμια και σκηνικά, την ανερχόμενη μεγάλη κινηματογραφική βιομηχανία της χώρας. Μια από τις πλέον επιτυχημένες επιχειρηματικές κινήσεις του, ήταν η συνεργασία του (που εκτός από την προμήθεια των κουστουμιών περιελάμβανε και ευρεία χρηματοδότηση), στην επιτυχημένη (όσο και αμφιλεγόμενη λόγω του ρατσιστικού περιεχομένου της ) παραγωγή, «Birth of a Nation» του David Griffith, το (1915), συνεργασία που του απέφερε τεράστια κέρδη.

Ο Goldstein, αποφάσισε να γυρίσει μια πατριωτική ταινία, με θέμα την αμερικανική επανάσταση του 1776, στα χνάρια της «Γέννησης ενός Έθνους», του Griffith. Επρόκειτο για μια υπερπαραγωγή κόστους 200.000 τότε δολαρίων (η ταινία του Griffith κόστισε 80.000, για αντιπαραβολή), με την ίδια δομή, σεναριακή εξέλιξη και τις ίδιες πρωτοποριακές τεχνικές. Η ταινία είχε τίτλο «Το Πνεύμα του ‘76», ή καλύτερα , «Η Γέννηση ενός Έθνους στο Πνεύμα του 1776) και αποσκοπούσε να σαρώσει στις εισπράξεις. Ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1917, (την περίοδο δηλαδή που τα γερμανικά υποβρύχια βύθιζαν στον Ατλαντικό έναν μετά το άλλο τα αμερικανικά πλοία), οπότε άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτες διαφημιστικές καταχωρήσεις στον αμερικανικό τύπο.

Η επίσημη πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο Σικάγο τον Μάιο του 1917, λίγες εβδομάδες δηλαδή, μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Πόλεμο. Σύμφωνα με τον μεγάλο ιστορικό του αμερικανικού κινηματογράφου, τον Anthony Slide, επρόκειτο για ένα κινηματογραφικό, πατριωτικό έπος, όπου παρουσιάζονταν μία μετά την άλλη, οι μεγάλες στιγμές του 1776, για να καταλήξει στην ταπεινωτική περικύκλωση και ήττα του Πιτ Κορνουάλις και της δεύτερης βρετανικής στρατιάς του, στο Yorktown, το 1781, από τον αμερικανικό στρατό και τις γαλλικές δυνάμεις.





 Η ταινία κυκλοφόρησε σε κακό timing. Πέρα από τα πατριωτικά και εθνικιστικά μηνύματα, έκανε το λάθος - παρά τις όποιες κινήσεις λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας από την μεριά του παραγωγού - να δείξει με ρεαλιστικό και ωμό πολλές φορές τρόπο, τα εγκλήματα και τις ακρότητες των βρετανικών στρατευμάτων στην διάρκεια της επανάστασης. Δολοφονίες παιδιών, βιασμοί Αμερικανίδων, προκλητή στέρηση τροφής στον πληθυσμό που ήταν ταγμένος στην πλευρά των πατριωτών, κλπ.

Αν και στο Σικάγο η ταινία προβλήθηκε μάλλον ανώδυνα, τα πράγματα δεν συνέβησαν το ίδιο στο Λος Άντζελες, όπου στην πρώτη προβολή του έργου, ο Robert Goldstein, θα συλληφθεί από τις αστυνομικές αρχές και θα οδηγηθεί στη φυλακή, για παράβαση του «Νόμου περί Κατασκοπείας». Η βασική κατηγορία, η δυσφήμηση ενός μεγάλου συμμάχου της χώρας στον Πόλεμο, με αποτέλεσμα την δημιουργία αντιβρετανικού κλίματος εχθρότητας και δυσπιστίας, στον αμερικανικό λαό. Ο Goldstein, θα κατηγορηθεί για φιλογερμανισμό και για χρηματοδότηση από πλευράς του Κάιζερ, προκειμένου να διαβρωθεί το πατριωτικό αίσθημα των πολιτών των ΗΠΑ.

Στην δίκη που θα ακολουθήσει μερικούς μήνες μετά, η υπερασπιστική γραμμή του παραγωγού ήταν ότι η ταινία ήταν εξόχως πατριωτική και ότι οι σκληρές σκηνές που περιέγραφαν τις ακρότητες των Βρετανών, είχαν ήδη κοπεί, ενώ αυτές που απέμεναν, ήταν απαραίτητες για την ομαλή ροή της ταινίας· εξάλλου, όλα αυτά, ήταν ιστορικά τεκμηριωμένα και αναμφισβήτητα.

Η υπεράσπιση δεν θα καταφέρει τίποτα. Ο Robert Goldstein, θα καταδικαστεί σε ένα υπέρογκο χρηματικό πρόστιμο και σε δεκαετή κάθειρξη, ενώ ο εισαγγελέας, θα τον χαρακτηρίσει «άκρως τυχερό», επειδή όλα αυτά έγιναν στη «χώρα της Ελευθερίας», αφού ανάλογο γεγονός στη Γερμανία, θα τον είχε στείλει κατευθείαν στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Η δίκη θα μείνει γνωστή με την ειρωνική ονομασία «Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, εναντίον Πνεύματος 1776» και θα αποτελέσει υπόδειγμα αυταρχικών πρακτικών, ενός δημοκρατικού κράτους, ενάντια στους πολίτες του, σε καιρό πολέμου, σύμφωνα με το εμπνευσμένο βιβλίο του Chafee Zechariah, «Freedom of Speech» (1920)

Καμία κόπια της ταινίας δεν θα διασωθεί, παρά τις όποιες φήμες που έχουν βγει κατά καιρούς για δήθεν ανεύρεσή της και ψηφιακής αναπαραγωγής της (ειδικά πριν από κάποια κινηματογραφικά φεστιβάλ).

O Robert Goldstein, θα μείνει φυλακή, συντροφιά με τους συνδικαλιστές και τους σοσιαλιστές, για περίπου τρία χρόνια. Θα ταξιδέψει στη συνέχεια στην Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία), προσπαθώντας χωρίς επιτυχία, να σταδιοδρομήσει στον κινηματογράφο. Το 1935 βρίσκεται στη Γερμανία, όπου στέλνει επιστολή, ζητώντας από την Ακαδημία χρηματική ενίσχυση, αφού όπως γράφει, δεν έχει εννέα δολάρια, προκειμένου να ανανεώσει το αμερικανικό διαβατήριό του. Θεωρείται σχεδόν βέβαιο, ότι θα βρει τον θάνατο στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θα μπορούσε κάποιος να τον αποκαλέσει ως τον πλέον άτυχο κινηματογραφιστή όλων των εποχών. Προσωπικά, θα τον αποκαλούσα ως τον πιο άτυχο «πατριώτη».