Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Η περίπτωση Κνουτ Χάμσουν



Knut Hamsun (1859–1952). «Κνουτ Χάμσουν», ψευδώνυμο του Νορβηγού συγγραφέα, με το όνομα Knut Pedersen. Τι να πρωτογράψει κανείς, αφού μαζί με τον Ερρίκο Ίψεν, αποτελούν τους πλέον διαβασμένους και μεταφρασμένους Νορβηγούς λογοτέχνες σε παγκόσμιο επίπεδο.



Ο Κνουτ Χάμσουν, πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Γιος ενός φτωχού ράφτη, δόθηκε «δανεικός» ως παιδί σε έναν ευκατάστατο θείο, προκειμένου με την εργασία του, να ξεπληρώσει (μαζί με τους τόκους) τα χρέη της οικογένειας. Σε ηλικία 14 ετών, άρχισε μια «αλήτικη», περιπλανώμενη ζωή στον «μεγάλο κόσμο», για να ταξιδέψει ως την Αμερική, όπου έκανε πολλές και παράξενες δουλειές, προκειμένου να επιβιώσει. Ταυτόχρονα όμως, διάβαζε πολύ στον ελεύθερο χρόνο του.


Το 1890, έκανε το ντεμπούτο του στα γράμματα με το στυλιστικά πρωτοπόρο μυθιστόρημά του, με τίτλο «Η Πείνα». Ο Χάμσουν, θα αρνηθεί τον κυρίαρχο στην εποχή του νατουραλισμό και επηρεασμένος από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι, θα οδηγήσει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία στην νεο-ρομαντική επανάσταση. Η «Πείνα», θα γίνει τεράστια επιτυχία, θα μεταφραστεί πολύ και θα αποτελέσει για τον Χάμσουν, την αρχή μιας εξαιρετικά επιτυχημένης και άκρως παραγωγικής συγγραφικής δουλειάς. Αποκορύφωμα αυτής της πορείας, ήταν το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία, που τού απονεμήθηκε το 1920.



Η επίδραση του Χάμσουν στην παγκόσμια λογοτεχνία (ευρωπαϊκή και αμερικανική κυρίως), είναι - χωρίς καμία υπερβολή - απίστευτη, ανυπολόγιστη και τεράστια. Η λίστα των συγγραφέων που επηρεάστηκαν από την πένα του, με τους εσωτερικούς και μακροσκελείς μονολόγους, τις ακραίες ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων και τους ανεκπλήρωτους έρωτες, είναι μακροσκελής και περιλαμβάνει γνωστά και εντυπωσιακά ονόματα: Έρνεσρ Χεμινγουέι, Χέρμαν Έσσε, Τόμας Μαν, Φραντς Κάφκα, Μαξίμ Γκόρκυ, Ισαάκ Σίνγκερ, Χένρυ Μίλλερ, Στέφαν Τσβάιχ και πολλοί άλλοι, θα ξεκινήσουν από τον Χάμσουν για να ακολουθήσουν στη συνέχεια την δική τους, προσωπική πορεία.

Στην Ελλάδα, μιλάμε για κανονικό «χαμσουνικό πυρετό», όπως ορθά έχει ονομαστεί η επίδραση του Νορβηγού λογοτέχνη στην πνευματική ζωή του τόπου μας την περίοδο του Μεσοπολέμου. Όλοι τον διάβαζαν και προσπαθούσαν να μιμηθούν το στυλ της δουλειάς του (και όχι μόνο).  Ο Κοσμάς Πολίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Βασίλης (Βάσος) Δασκαλάκης (ο οποίος έμαθε μόνος του νορβηγικά και ήρθε σε προσωπική επικοινωνία με τον Χάμσουν, επί τούτου, δηλαδή για να μεταφράσει τον νορβηγό στη γλώσσα μας· παρέμεινε ο κύριος και βασικός μεταφραστής του για δεκαετίες, δίνοντάς τον μας σχεδόν ολόκληρο), ο Ιάκωβος Καμπανέλης, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Θέμος Κορνάρος, ο Λουκής Ακρίτας, ο Στρατής Δούκας, είναι κάποια ενδεικτικά ονόματα.

Ήδη πριν το 1900, ο Νορβηγός είχε στο έργο του δείγματα ριζοσπαστικού αριστοκρατισμού, με φανερή την επίδραση του Νίτσε. Στην περίφημη «Τριλογία  του Kareno», ο πρωταγωνστής της, φιλόσοφος Ivar Kareno, θα μιλήσει με πάθος για την αναγκαιότητα του «Μεγάλου Εκλεκτού», του «Μεγάλου Τρομοκράτη», του «φυσικού ηγέτη και γεννημένου Δεσπότη, του Καίσαρα», που «θα αποτελέσει την ζωντανή ουσία της ανθρώπινης δύναμης» και που θα αλλάξει με την βία την πορεία της ανθρωπότητας.

Στην «Ευλογία της Γης», θα υμνήσει τον προσκολλημένο στη γη αγρότη, (προσκολημμένο, όπως στη φεουδαλική εποχή, μέχρι συντέλειας δηλαδή του αιώνα), που βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς προστασίας από την εκμετάλλευση της σύγχρονης εποχής του χρήματος, παραθέτοντας απόψεις, πολύ κοντινές με τις μετέπειτα ναζιστικές θεωρίες του «Αίματος και της Γης».

Τα παραδείγματα στα οποία τα ρατσιστικά μηνύματα, η αποστροφή στην πρόοδο και τη νεωτερικότητα, ο σεξισμός, η εξιδανίκευση της αγροτικής ζωής με την απαραίτητη κοινωνική και φυλετική ιεραρχία, κλπ, εμφανίζονται από πολύ νωρίς στα έργα του και είναι δεκάδες για να παρατεθούν αναλυτικά. Ο Χάμσουν δεν ήταν «αντιφατικός», δεν είχε δύο (ή περισσότερες) όψεις. Δεν έγινε ναζιστής επειδή παρασύρθηκε από τη νεαρή δεύτερη σύζυγό του ή επειδή «θρηνούσε για τα χαμένα του νιάτα» και άλλα ανόητα που έχουν γραφτεί. Ήταν απλά, από την αρχή, ένας 100% αντιδραστικός λογοτέχνης, που κατάφερε με το ταλέντο του, να ξεγελάσει πολύ κόσμο, ακόμα και από την άλλη όχθη. 

Στην δεκαετία του 1930, ο Χάμσουν, καταξιωμένος πια δημιουργός, έχοντας λύσει το ζήτημα του βιοπορισμού του (ιδίως χάρη στους γερμανικούς εκδοτικούς οίκους και στις μεταφράσεις των έργων του σε μια μεγάλη γλώσσα, όπως τα γερμανικά), εκφράζει πια ανοικτά την άκρατη γερμανοφιλία του, όπως και την αδιάκοπα αυξανόμενη αγγλοφοβία του. Για τον ηλικιωμένο πια Χάμσουν, η Γερμανία, αδερφό έθνος της Νορβηγίας, είναι η νιότη του κόσμου, το μέλλον της ανθρωπότητας. Θα υπενθυμίζει διαρκώς τα δεινά που προκάλεσε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός στην ανθρωπότητα, από τον αποκλεισμό των λιμανιών της Νορβηγίας το 1809 (!), μέχρι τον πόλεμο των Μπόερς και τις επεμβάσεις του ενάντια στον ηρωικό και αθώο ιρλανδικό λαό. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον αντιμπολσεβικισμό του (παρά την εξαιρετική δημοφιλία που απολάμβανε στην ΕΣΣΔ) και τον σχετικά συγκεκαλυμένο αντισημιτισμό του, θα αποτελέσουν έναν εκρηκτικό μείγμα, που θα τον οδηγήσουν (και με την βοήθεια της πολύ νεαράς, φανατικής ναζίστριας δεύτερης συζύγου του), στην Άκρα Δεξιά και στον εθνικοσοσιαλισμό. Θα γίνει, ο πνευματικός πατέρας του νεοσύστατου νορβηγικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και στενός συνεργάτης του Κουίσλινγκ.

Πανηγυρίζει για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, βρίσκοντας στο πρόσωπό του, τον «Μεγάλο Τρομοκράτη» και τον «Δεσπότη», που ονειρευόταν ο ήρωάς του Ivan Kareno. Δεν θα αντιδράσει στο «κάψιμο» των βιβλίων στις μεσαιωνικές τελετές των ταγματοεφοδιτών. Θα λοιδωρήσει και θα συκοφαντήσει τους γερμανούς αντιφασίστες που θα οδηγηθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των SS. Η στάση του στην περίπτωση του νομπελίστα γερμανού ειρηνιστή και αντιφασίστα Carl von Ossietzky, θα είναι ενδεικτική και χαρακτηριστική, αποκαλύπτοντάς τον στα μάτια της προοδευτικής ανθρωπότητας.



«Ριζοσπάστης», 15 Ιανουαρίου 1936, για την περίπτωση Χάμσουν. Οι Ρομαίν Ρολάν και Ελία Έρενμπουργκ, θα τον αποκαλέσουν, «μαύρο σκύλο» της αντίδρασης.

Το 1940, θα χαιρετήσει με διάγγελμά του την είσοδο των Ναζί στη Νορβηγία, ενώ θα προσπαθήσει να διασπείρει την αμφιβολία και τη σύγχυση στο νορβηγικό λαό για την στάση της βασιλικής οικογένειας (δήθεν αιχμάλωτη των βρετανών ιμπεριαλιστών). Θα καλέσει τον λαό να πετάξει τα όπλα και να συνεργαστεί ολόψυχα. Αυτός,  θα συνεργαστεί με την ορίτζιναλ δοσιλογική και προδοτική κυβέρνηση του Κουίσλινγκ και με τον φανατικό ναζιστή και τοποτηρητή του Ράιχ για τη Νορβηγία, Josef Terboven.




Παρά όμως την έντονη προπαγαδα στην οποία συμμετείχε και ο Χάμσουν, και τις διαβεβαιώσεις των ιθυνόντων ότι το Γ' Ράιχ έχει τις καλύτερες προθέσεις για τη Νορβηγία, παρά τις δικαηρύξεις για τα «κοινά πεπρωμένα των δύο λαών στην Ιστορία» και τον μεγάλο ρόλο που καλείται να παίξει η Νορβηγία στη «νέα τάξη πραγμάτων» στη Γερμανική Ευρώπη, ο λαός, θα παραμείνει στη συντριπτική του πλειοψηφία πιστός, στις εθνικές και δημοκρατικές του παραδόσεις. 

Ο Χάμσουν, δεν θα κατανοήσει τίποτα από όλα αυτά και εννοείται ότι δεν θα υπαναχωρήσει καθόλου από τον φιλοχιτλερισμό του, σε αντίθεση με πολλούς άλλους συντηρητικούς διανοούμενους, που αν και αρχικά είδαν με συμπάθεια το ναζισμό, πρόλαβαν και «έκαναν πίσω». Κατά την διάρκεια του πολέμου, τα βιβλία του θα εκδίδονται κατά χιλιάδες και σε σχήμα τσέπης, θα μοιράζονται στους άντρες της Βέρμαχτ.

Το 1943, αφού σε μια συμβολική κίνηση προηγουμένως είχε δωρήσει το Νόμπελ του στον Γκαίμπελς,  θα συναντηθεί με τον Χίτλερ. Η συνάντηση θα καταλήξει σε φιάσκο, με τον Γερμανό ηγέτη να αποχωρεί εκνευρισμένος, αφού ο Χάμσουν θα βρει την παρρησία, να διαμαρτυρηθεί για τις ακρότητες του Τερμπόβεν και ειδικά για τις εκτελέσεις Νορβηγών πολιτών από τις κατοχικές δυνάμεις, που αμαυρώνουν την εικόνα της Γερμανίας και του εθνικοσοσιαλισμού στην πατρίδα του. Αν όντως επιβεβαιώνεται ότι μετά τη συνάντηση αυτή, η ναζιστική καταστολή στη Νορβηγία μειώθηκε σε ένταση, θα πρέπει να πιστώσουμε στον Χάμσουν, μια προσφορά στον λαό του.

Τον Μάιο του 1945, μια μέρα πριν την Απελευθέρωση της Νορβηγίας, θα δημοσιεύσει μια κατάπτυστη νεκρολογία (η αγγλική λέξη notorious περιγράφει καλύτερα το περιεχόμενο), για τον Αδόλφο Χίτλερ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ - με νιτσεϊκή και σπενγκλεριανή ορολογία - θα τον ανακηρύξει ως σύγχρονο Μεσσία και Προφήτη της Ανθρωπότητας και του δυτικού πολιτισμού: Ο Αδόλφος, ως «Πολεμιστής της Θέλησης», που απλά είχε την ατυχία να γεννηθεί και να δράσει σε μια εποχή βαρβαρότητας, γενικής οπισθοδρόμησης και παρακμής.



Με την Απελευθέρωση, ο Χάμσουν και η σύζυγός του θα συλληφθούν και θα ετοιμαστούν να δικαστούν με την κατηγορία της έσχατης προδοσίας. Η ποινή του θανάτου είναι μάλλον βέβαιη για τον ηλικιωμένο συγγραφέα.
Τελικά, η σωτηρία θα έλθει από τον πάντα ουμανιστή Στάλιν που ενδιαφερόταν ζωηρά για την τύχη του νορβηγού συγγραφέα.

Ήδη από τον Νοέμβριο του 1944, ο Μολότοφ, υπουργός εξωτερικών τότε της ΕΣΣΔ, σε μια συνάντησή του στη Μόσχα με τους Terje Wold, και Trygve Lie, υπουργοί αντίστοιχα Δικαιοσύνης και Εξωτερικών, της εξόριστης στο Λονδίνο, νορβηγικής κυβέρνησης, είπε (σχεδόν εκλιπαρώντας) ότι «ο συγγραφέας του ‘Πάνα’ και της ‘Βικτώριας’, δεν πρέπει να έχει την τύχη οποιουδήποτε ναζί» και ότι «ηλικιωμένοι διανοούμενοι, σαν τον Κνουτ Χάμσουν, πρέπει να αφεθούν να πεθάνουν από φυσικό θάνατο». Η απάντηση του Lie, ήταν ότι «κύριε Μολότοφ είστε πολύ ήπιος και ανθρωπιστής και δεν καταλαβαίνετε τη σκληρότητα του πολέμου».

Τον Μάιο του 1945, ο Μολότοφ πάλι, παρενέβη στον σοσιαλδημοκράτη υπουργό εξωτερικών της Νορβηγίας και τού ζήτησε - αυτή τη φορά ρητά - διατυπώνοντας την επιθυμία του Ι.Β. Στάλιν, να μην οδηγηθεί ο Χάμσουν σε δίκη, με το επιχείρημα ότι θα είναι όνειδος, η Νορβηγία να οδηγήσει στο απόσπασμα ένα από τα λαμπρότερά της τέκνα. Οι Νορβηγοί θα υποχωρήσουν, όπως είχαν υποχωρήσει στις σοβιετικές αξιώσεις πριν τον πόλεμο και με την περίπτωση του Τρότσκι (αρχικά αποδέχτηαν το ζήτημα του πολιτικού του ασύλου και στη συνέχεια το αρνήθηκαν).

Ο Χάμσουν, θα κριθεί ακαταλόγιστος («τρελός» με άλλα λόγια) και θα κλειστεί σε ψυχιατρική κλινική, για να απελευθερωθεί στη συνέχεια, αφού πρώτα δημευτεί η μεγάλη περιουσία του. Θα πεθάνει σε ηλικία 93 ετών στο χωριό του. Παρά ταύτα, αν και δεν εκτελέστηκε, θα καταδικαστεί άτυπα σε πνευματικό θάνατο για πολλές δεκαετίες· το όνομά του δεν θα  αναφέρεται  πουθενά στη Νορβηγία και τα βιβλία του θα είναι παντελώς εξαφανισμένα. Μια προσπάθεια συλλογικής λήθης, με έναν άλλοτε διάσημο συγγραφέα να περνά σχεδόν στην ανυπαρξία, με τρόπο που να είναι σαν να μη γεννήθηκε ποτέ.

Η αλήθεια είναι ότι υπήρξε - μετά από μια εντατική προσπάθεια κάθαρσης από το ναζιστικό του παρελθόν - κάποια αποκατάσταση: Το 2009 εορτάστηκαν τα 150 χρόνια από τη γέννησή του, ενώ  δρόμοι και πλατείες πήραν το όνομά του. Ο Νορβηγοί όμως, (πιστοί στην αντιφασιστική και αντιναζιστική τους κανονικότητα ή απλά επειδή ζούμε σε μια εποχή γενικής υποχώρησης των ιδεών;), παρέμειναν χλιαροί και μάλλον αδιάφοροι· οι επίσημες εκδηλώσεις ήταν σχετικά περιορισμένες και η σύγκριση με την ανάλογη επέτειο που έγινε για τον Ίψεν, μόνο θλίψη προκαλεί.

Διαβάστε:

Legacies of Modernism: Art and Politics in Northern Europe, 1890-1950, των P. McBride, R. McCormick, M. Zagar (Palgrave Macmillan US), 2007. Ο Χάμσουν στη χορεία των αντιδραστικών μοντερνιστών διανοουμένων που στρέφονται ενάντια στα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές αντιλήψεις του Διαφωτισμού για τον άνθρωπο, την κοινωνία, την ηθική και την δικαιοσύνη.

 Troubling Legacies: Migration, Modernism and Fascism in the Case of Knut Hamsun (Continuum Literary Studies), Bloomsbury Academic; 2010. Εξαιρετική δουλειά του Peter Sjølyst-Jackson, όπου αποκαλύπτεται ο φασιστικός λόγος του Hamsun από τα πρώτα του έργα. Άκρως ενοχλητικό βιβλίο για όλους αυτούς που προσπάθησαν τις προηγούμενες δεκαετίες να διαχωρίσουν το έργο του Νορβηγού λογοτέχνη από τη ζωή και την δράση του ή και (ακόμα περισσότερο), να τον απαλλάξουν από το άγος της συνεργασίας με τον ναζισμό και τους εχθρούς της πατρίδας του.

Σκλάβοι Της Αγάπης - Κνουτ Χάμσουν  «Σκλάβοι της Αγάπης» (Διήγηση μιας σκλαβας). Τυπικό νεορομαντικό διήγημα του νορβηγού συγγραφέα, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, σε μετάφραση του Βασ. Δασκαλάκη, από τις εκδόσεις της εφημερίδας του διανοούμενου και μετέπειτα στέλεχους της 4ης Αυγούστου, Κωστή Μπαστιά, «Ηχώ της Ελλάδας» (Αθήνα, 1935). Ο τόμος διηγημάτων στο οποίο περιέχεται, έχει τον τίτλο «Νοσταλγοί» και εκτός από τον Βασ. Δασκαλάκη, μεταφραστής σε κάποια διηγήματα είναι και Ζησ. Νησιώτης. Ο τίτλος στα αγγλικά: Slaves of Love. Hamsun, Knut, 1859-1952. Πάνω στο συγκεκριμένο διήγημα, βασίστηκε η χαμένη σήμερα ταινία «Rabi lyubvi» (Ρωσία 1916), του Boris Sushkevich.

Αξίζει να δει κανείς, το δέος και τον θαυμασμό που είχε (ο καθ' όλα αξιόλογος) Βάσος Δασκαλάκης, για τον Νορβηγό συγγραφέα, σε συνέντευξή του στην ίδια εφημερίδα στις 22 Ιουνίου 1935. Τελικά, σε μια υπέροχη μεταφραστική δουλειά, θα μας δώσει όλον τον Χάμσουν στην ελληνική (ή σχεδόν όλο), για να περιοριστεί ο ίδιος σε ένα μόνο μυθιστόρημα και σε μερικά σκόρπια διηγήματα.

Knut Hamsun and the Nazis, του Einar Haugen (Books Abroad, Vol. 15, No. 1 (Winter, 1941), pp. 17-22). Η στάση του Χάμσουν κατά τη γερμανική εισβολή ενάντια στην πατρίδα του· ο Αμερικανο-Νορβηγός συγγραφέας του άρθρου και σπουδαίος γλωσσολόγος, αποδεικνύει ότι τα ναζιστικά δόγματα τα οποία υπηρετούσε ο Χάμσουν με πίστη και συνέπεια, προϋπήρχαν - έστω και σε εμβρυϊκή μορφή - στα βιβλία του, πάνω από πενήντα χρόνια. Ενδιαφέρον, γιατί το άρθρο γράφτηκε το 1941.

Ο Χαμσουνικός πυρετός και οι υποτροπές τουΑφιέρωμα της Αγγέλας Καστρινάκη, στην πρόσληψη του Χάμσουν στην Ελλάδα. Ανακτήθηκε από το site της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών.