Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Μια συνηθισμένη ιστορία της Κατοχής

Οι άμεσοι λόγοι τώρα που έσπρωξαν σε οργάνωση πρώτα - πρώτα τα θύματα των πολέμων και του στρατού (σακάτηδες, χήρες, ορφανά, αδελφές, γονείς των σκοτωμένων και χαμένων στον πόλεμο και των πεθαμένων στο στρατό), και ύστερα μια μεγάλη μερίδα από τους αποστρατευμένους, οι κυριώτεροι απ'αυτούς τους λόγους είναι οι εξής : Πρώτον η μεγάλη, η άμετρη αθλιότητα και δυστυχία των μεγάλων φτωχών λαϊκών μαζών ύστερ'από την αποστράτευσή τους. Δεύτερον η εγκληματική αδιαφορία του κράτους απέναντι και στις πιο στοιχειώδεις απαιτήσεις τόσο των απροστατεύτων θυμάτων, που το ίδιο το Κράτος είχε δημιουργήσει με τους συνεχείς πολέμους του, όσο και των φτωχών εφέδρων. Αυτούς το Κράτος, αφού πρώτα τους αφαίρεσε με τη βία ό,τι εφόδια είχανε για τη δουλειά τους και για τη ζωή τους, αφού τους κράτησε χρόνια πολλά μακριά απ'τά σπίτια τους και έκανε τη δουλειά του με τα τομάρια τους, ύστερα, όσοι απέμειναν ζωντανοί τους απέλυσε και τους λησμόνησε ολότελα. Τους εγκατέλειψε χωρίς καμιά βοήθεια ανυπεράσπιστους στον αγώνα το σκληρό και τον άνισο της ζωής της μεταπολεμικής. Και άνισος ήταν ο αγώνας της ζωής των, διότι τώρα επάνω στη ράχη τους έβλεπαν μεγάλους νεοπλούτους που μάζεψαν τεράστια κέρδη στους πολέμους. Και τρίτον ένα γενικό μέσα σ'όλον το λαό αίσθημα υπέρτατης αγανακτήσεως για τη μάταια σπατάλη του αίματος και μια γενική επίσης απέχθεια και μίσος εναντίον του πολέμου και του στρατού.



 Διήγηση του παλαίμαχου αγωνιστή της εαμικής εθνικής αντίστασης, Εμμανουήλ Φρουδάκη, από τη Νεάπολη Λασιθίου Κρήτης:

Δαβίδ Γαλανάκης

Ένας αξέχαστος τύπος της Νε­άπολης ήταν ο Δαβίδ Γαλανάκης. Πολλοί δεν ξέρουν την ιστορία του και τον κατατάσσουν στους ζητιά­νους. Δεν ήταν όμως ζητιάνος. Ήταν από καλή οικογένεια και έλαβε μέ­ρος στον πόλεμο της Μικράς Ασίας. Εκεί ένα βλήμα οβίδας τον τραυμά­τισε στο κεφάλι, δεν έγινε σωστή θε­ραπεία και από τότε έμεινε με μια διανοητική αναπηρία. Σύνταξη δεν πήρε ποτέ και ζούσε με τη μητέρα του σέ ένα μικρό φτωχικό δωμάτιο στήν πλατεία των Τριών Ιεραρχών. Κουβαλούσε νερό στα σπίτια και του έδιναν μια δραχμή ή πενήντα λεπτά. Όταν του έδιναν λάδι δεν ήθελε να πάρει περισσότερο από αυτό που είχε ανάγκη.
Τις πρώτες μέρες που ήρθαν οι Γερμανοί στη Νεάπολη μας είχαν επιτάξει το φούρνο, που εκεί δούλευα κι' εγώ. Οι κάτοικοι δεν κυκλοφορούσαν και η πλατεία ήταν άδεια από κόσμο, εκτός από μας που δουλεύαμε στο φούρνο. Μια μέρα είδα να περπατάνε στην πλατεία, ένας Γερμανός αξιωματικός κρατώντας ένα καμουτσί, πα­ρέα με έναν Ιταλό με το όνομα Αλμπέρτο, παντρεμένο στον Άγιο Νι­κόλαο πριν την Κατοχή και με ένα Εβραίο με το όνομα Φαζόλ, που ήξερε ιταλικά-γερμανικά και έκανε το
διερμηνέα. Εκείνη την ώρα ερχόταν ο Δαβής από τούς Τρεις Ιεράρχες με το σταμνί για να πάρει νερό από το σιντριβάνι. Ξυπόλητος καθώς ήταν πλησίασε πίσω τους, και ακολουθώντας τους, τους έκανε άσκημες χειρονομί­ες. Όταν τον αντιλήφθηκε ο Γερμανός, τον χτύπησε με το καμουτσί. Ο Δαβής άρχισε να τους βρίζει και ο Γερμανός έβγαλε το πιστόλι να τον πυροβολήσει. Ο Φαζόλ που γνώριζε το Δαβή, του λέει ότι είναι τρελός αλλά ακίνδυνος. Αυτοί γέλασαν και ο Δαβής γέμισε το σταμνί του και έφυγε βρίζοντάς τους.

Στο σπίτι του Δημητρίου που ήταν στην αγορά έμεναν Ιταλοί. Όταν τον έβλεπαν να περνά, του έριχναν νερό κι' αυτός τους έβριζε λέγοντας: «Ανάθεμα το καράβι που σας ήφερε πουτάνας γεννήμα­τα», «σφαγή να δω στο βασίλειό σας». Οι Ιταλοί γελούσαν και οι Έλληνες χαιρόντουσαν γι' αυτά που τους έλεγε.

Όταν κατέρρευσε η Ιταλία και ήρθαν οι Γερμανοί, έμειναν στο ίδιο οίκημα. Κάποιος τους είπε για το Δαβή κι έκαναν κι αυτοί το ίδιο. Ο Δαβής συμπλήρωνε: «Την αποσβουρά των Ιταλώ να πάθε­τε».

Αν και ήταν φτωχός, ουδέποτε έφαγε από ιταλική καραβάνα, ούτε δέχτηκε να φορέσει ρούχα και παπούτσια από τους κατακτη­τές. Ήταν σαν το μαντρόσκυλο που ξεχωρίζει τον εχθρό από το φίλο.

Πέθανε το Σεπτέμβρη τού 1952 και πλήθος κόσμου βρέθηκε στην κηδεία του. Για μένα ήταν πραγματικός πατριώτης αλλά η πατρίδα, αν και ήταν τραυματίας πολέμου, δεν τον βοήθησε.