Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Σίμος Κερασίδης




Ένα αφιέρωμα, σε μια θρυλική μορφή του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, στον Τουμπιώτη αγωνιστή της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ, Σίμο Κερασίδη.

Ο αγωνιστής Σίμος Κερασίδης καταγόταν από τον Πόντο, όπου γεννήθηκε το 1918. Προερχόταν από οικογένεια φτωχών βιοπαλαιστών.

Το 1924 ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο συνοικισμό Κάτω Τούμπας στην Θεσσαλονίκη.
Από μικρός εργαζόταν σκληρά σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, προκειμένου να βοηθήσει την πολυμελή οικογένειά του. Προικισμένος με μία υπερφυσική σωματική δύναμη, ασχολήθηκε από την εφηβεία του με τον αθλητισμό. Ασχολήθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία με πολλά αθλήματα. Δρομέας στον αρχαιότερο αθλητικό σύλλογο της Θεσσαλονίκης, τον «Ηρακλή», άλμα επί κοντώ, στο τέλος ελληνορωμαϊκή πάλη, όπου βρήκε και το στοιχείο του, αφού είχε τρομακτική μυϊκή δύναμη στα χέρια. Θα κερδίσει πολλά μετάλλια στο αγώνισμα αυτό, που θα γεμίσουν με χαρά και περηφάνια την οικογένειά του.

Η ενασχόλησή του με τον αθλητισμό, δεν θα σταθεί εμπόδιο στο να συμμετάσχει από μικρός στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Μόλις 16-17 ετών, θα οργανωθεί στην ΟΚΝΕ, στην νεολαία του ΚΚΕ και θα αναδειχθεί πρωτοπόρο και σημαντικό στέλεχος της οργάνωσης. Λίγο μετά, θα γίνει και μέλος του ΚΚΕ.

Ήδη από το 1935 και ειδικά μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα, θα περάσει στην παρανομία, προσπαθώντας να οργανώσει τους αγώνες της εργατικής νεολαίας της Θεσσαλονίκης και των γύρω πόλεων.

Αμέσως μετά την δικτατορία της 4ης Αυγούστου, θα συλληφθεί από την Ασφάλεια και θα οδηγηθεί με άλλους αγωνιστές στον Άι Στράτη. Θα μείνει εκεί έξι μήνες, όπου και θα «απολυθεί», λόγω του «νεαρού της ηλικίας του». Ήταν μόλις 18 ετών.

Δεν θα καθίσει για πολύ ήσυχος και θα ξαναβγεί στην παρανομία. Θα συλληφθεί άλλη μια φορά το 1938, όπου και θα δραπετεύσει.

Το 1939 βρίσκεται στην Ανατολική Μακεδονία, όπου δουλεύει σκληρά για την ανασυγκρότηση των κομματικών οργανώσεων της περιοχής και την εξασφάλιση της άμυνάς τους από τα συνεχή χτυπήματα που αυτές δέχονται από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της μεταξικής δικτατορίας.
Είναι πια γραμματέας της ΟΚΝΕ της περιοχής και μέλος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ. Το Μακεδονικό Γραφείο, θα τα καταφέρει μάλλον καλά, αφού θα μείνει αλώβητο ή σχεδόν αλώβητο από τις διώξεις του Κράτους και θα κρατήσει τις οργανώσεις του ακέραιες.

Το Αύγουστο του1939 θα συλληφθεί για μια άλλη ακόμα φορά στην Δράμα. Στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης θα αναγνωριστεί από άντρες της Ειδικής Ασφάλειας. Τρεις ασφαλίτες με πολιτικά, θα προσπαθήσουν μάταια να τον πιάσουν. Το εικοσάχρονο παλικάρι θα τους απωθήσει και θα τους εξουδετερώσει. Στη συνέχεια οι ένστολοι πια αστυνομικοί που βρίσκονταν στον σταθμό θα αρχίσουν να τον κυνηγούν μέσα στους δρόμους της πόλης, φωνάζοντας «πιάστε τον, είναι κλέφτης». Ο Σίμος τρέχοντας, φώναζε στον κόσμο που τους έβλεπε «είμαι κομμουνιστής». Τελικά, στην πλατεία της Δράμας θα πιαστεί και θα οδηγηθεί στα κρατητήρια.

Στην Ασφάλεια, θα ακολουθήσουν απίστευτα βασανιστήρια προκειμένου ο Κερασίδης να καταδώσει ονόματα και καταστάσεις. Από τις κακώσεις που υπέστη στα πέλματα των ποδιών του, το παλικάρι δεν θα μπορεί να σηκωθεί για πολύ καιρό. Πάντως, παρά τη φάλαγγα, παρά τα βραστά αυγά στις μασχάλες, παρά τους βρόγχους στο λαιμό, ο Σίμος Κερασίδης θα μείνει ακλόνητος. Η απερίγραπτη αντοχή του στα βασανιστήρια, η απάθεια στον πόνο που έδειξε, θα τον κάνουν θρύλο στους νέους κομμουνιστές. Ο Κερασίδης θα μετατραπεί σε σύμβολο αντίστασης στην φασιστική θηριωδία.

Ο Μανιαδάκης γνωρίζοντας τα συμβάντα, μετά από μια επίσκεψή του στην Καβάλα θα αλλάξει το πρόγραμμά του και θα μεταβεί στην Δράμα, ειδικά για να δει τον δεσμώτη ήρωα που από τις κακώσεις δε μπορούσε να σηκωθεί όρθιος. Δύο αστυνομικοί τον σήκωσαν από τις μασχάλες για να δει τον φασιστή υπουργό. Ο Κερασίδης, με όση δύναμη είχε, απωθώντας τους αστυνομικούς, κουτούλησε τον Μανιαδάκη, με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δύο κάτω.

Θα ακολουθήσουν νέα τρομερά βασανιστήρια. Στη συνέχεια θα οδηγηθεί στις Φυλακές της Δράμας. Μετά από ένα μήνα εγκλεισμού, ειδοποιεί την οργάνωση ότι θα δραπετεύσει. Το σχέδιο το είχε καταστρώσει μόνος του. Τελικά, θα τα καταφέρει. Τρυπώντας τον σοβά της οροφής με έναν σουγιά, θα βρεθεί στα κεραμίδια. Από εκεί με τη βοήθεια μιας κολόνας ηλεκτρικού ρεύματος, θα καταφέρει να φτάσει στο έδαφος. Στον δρόμο τον περίμενε ένας ταξιτζής, οργανωμένο μέλος του ΚΚΕ. Ο Σίμος θα ξεφύγει για μια ακόμα φορά από τους μεταξικούς βασανιστές, ξεφτιλίζοντας τους μηχανισμούς καταστολής του φασιστικού κράτους.

Μετά την απόδρασή του, θα καταφύγει στην Θεσσαλονίκη, όπου θα συνεχίζει να δουλεύει στο Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ και στην ΟΚΝΕ.

Από το Πάσχα του 1941 ο Κερασίδης δούλευε για την ανασυγκρότηση των κομματικών δυνάμεων στην Θεσσαλονίκη και την προετοιμασία της αντίστασης κατά των καταχτητών. Τον Μάιο του 1941, θα συμμετάσχει στην αντιστασιακή οργάνωση «Ελευθερία», μία από τις πρώτες οργανώσεις Αντίστασης στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Ευρώπη.

Το ιδρυτικό πρωτόκολλο της οργάνωσης «Ελευθερία», φέρει ημερομηνία 15 Μάη 1941 και το υπογράφουν:

  • Από το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ: Σίμος Κερασίδης και Απόστολος Τζανής.
  • Από το Σοσιαλιστικό Κόμμα: Ο αξέχαστος σοσιαλδημοκράτης, γιατρός Γιάννης Πασαλίδης, (από τα ιδρυτικά στελέχη - μετά τον Εμφύλιο - της ΕΔΑ).
  • Από το Αγροτικό κόμμα: Ο δικηγόρος Θανάσης Φείδας.
  • Από την Δημοκρατική Ένωση: Ο Γιώργος Ευθυμιάδης και τέλος,
  • ο απόστρατος συνταγματάρχης του 1935, Δημήτριος Ψαρρός.

Η αντιστασιακή οργάνωση «Ελευθερία», ιδρύθηκε δύο μόλις εβδομάδες μετά την είσοδο των Γερμανών στην Θεσσαλονίκη και εννοείται, πριν την εισβολή των Ναζί στη Σοβιετική Ένωση.

Ο Κερασίδης, μαζί με τον Τζανή θα υιοθετήσουν μια άκρως ριζοσπαστική θέση για την οργάνωση της Αντίστασης ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις. Όπως γράφει ο Ανδρέας Τζήμας, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και στη συνέχεια ως «Σαμαρινιώτης», μέλος του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ,

«… απόψεις του Μακεδονικού Γραφείου το καλοκαίρι του 1941 ήταν να μεταβληθούμε αμέσως σε μια μαχητική σαμποταριστική οργάνωση που να αναλάβει έντονη δράση στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Για αυτούς, η κομματική οργάνωση ταυτιζόταν με μερικές δεκάδες ή και εκατοντάδες αποφασιστικών ανθρώπων, ικανών για όλα.»

Δυστυχώς, οι συνεχείς δραπετεύσεις του Σίμου, του έδωσαν μια υπερβολική αυτοπεποίθηση σχετικά με τις ικανότητές του. Πίστευε ότι θα μπορούσε να ξεφύγει από οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση, γεγονός που τον έκανε σχετικά απρόσεκτο και να μην παίρνει τις απαραίτητες συνωμοτικές προφυλάξεις.

Γράφει ο Νώντας Σακελλαρίου:

«Και στη Δυτική Μακεδονία άρχισαν να εμφανίζονται αντάρτικες ομάδες. Τις καθοδηγούσε ο Σίμος Κερασίδης – ήτανε τσαγκάρης, γερός στα χέρια, κοντός στο ανάστημα. Δραπέτευσε δυο-τρεις φορές από τις Ασφάλειες όπου κρατούνταν. Πολλές φορές του συνέστησα να προφυλάγεται, μα απαντούσε:
-Έχω τα χέρια μου, δεν φοβάμαι.
Αυτός είναι και ο λόγος που τον έπιασαν οι Παοτζήδες στα Ίμερα της Κοζάνης, μαζί με άλλους και τον δολοφόνησαν την άνοιξη του 1943».


Το 1943 ενώ καθοδηγούσε τον απελευθερωτικό αγώνα στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας συνελήφθη μαζί με άλλα έξι στελέχη του ΚΚΕ (μεταξύ των οποίων και ο Λάζαρος Ζησιάδης-Τερπόφσκι) από «εθνικιστές αντάρτες» μιας οργάνωσης «παρακλάδι» της ΠΑΟ (ΥΒΕ-ΕΚΑ), με επικεφαλής τον μετέπειτα αρχιδοσίλογο Μιχάλ Αγά. Υποτιθέμενη οργάνωση αντίστασης κατά της βουλγαρικής κατοχής, καθοδηγούμενη και ελεγχόμενη από την κατοχική κυβέρνηση της Αθήνας και τον περίφημο Χρυσοχόου. Λίγες ημέρες μετά μια σύντομη κράτηση σε μια σπηλιά, τα μέλη του ΚΚΕ «θα χαλαστούν» από τους Τουρκόφωνους ενόπλους της οργάνωσης αυτής. Στην πραγματικότητα θα εκτελεστούν, μετά από τρομερά βασανιστήρια.

Το συγκεκριμένο έγκλημα θα οδηγήσει τις σχέσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και Τουρκόφωνων Ποντίων σε περαιτέρω όξυνση, με αποτέλεσμα κάθε προσπάθεια συμβιβασμού στο μέλλον να είναι εντελώς αδύνατη. Ήταν ένας άδικος ομαδικός φόνος, που το ΚΚΕ δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ. Ειδικά για το χαμό του Κερασίδη, το ΕΑΜ ορκίστηκε μέσω του αντιστασιακού του τύπου, ότι θα πάρει τρομερή εκδίκηση.

Εικόνα

Το ΚΚΕ δεν θα ξεχάσει τον Σίμο. Λίγες εβδομάδες μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, μία από τις πρώτες κινήσεις, ήταν η οργάνωση επιμνημόσυνης δέησης στη μνήμη του:

«Γιόμισε ο τόπος λουλούδια και στεφάνια και έγινε λαϊκό προσκύνημα στον Αη-Θαράπη. Κουβαλήθηκε τόσος συρφετός κείνη την μέρα που νόμισες ότι άδειασε η μισή Σαλονίκη. Οι ρούγες και τα τρίστρατα της Τούμπας πλημμυρίσανε από φίλους γειτόνους και γνωστούς και στο προαύλι της εκκλησιάς στριμώχνονταν της Ρόδης το σόι και όλος ο σιμεσελές του σχωρεμένου άντρα της του Χρήστου. Ξακουστοί καπεταναίοι του κόμματος, όπως ο Κικίτσας, ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Βασίλης Μελίδης (καπετάν Βερμιώτης), ο Στρίγγος και ο Βασβανάς ντυμένοι στα πανωφόρια και στα αμπέχωνά τους σκύβανε με ευλάβεια το κεφάλι κάτω από τα καντηλέρια και δακρύζανε στο μνημόνιο του Σίμου…».

Δεν θα προσθέσουμε κάτι άλλο. Νεολαίοι σαν τον Σίμο, βγαίνουν μια φορά τα εκατό χρόνια, όπως έλεγαν στην πονεμένη μάνα του, οι «ζερβοφέρνοντες» γείτονες της Τούμπας.

Ας αποτελέσει έμπνευση η ηρωική του ζωή στους μελλοντικούς αγώνες της Νέας Γενιάς.

Πηγές:

- Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», φύλλο 10/4/1983, σελίδα 6.
- «Διαθέσαμε τη ζωή μας», Επαμεινώνδας Σακελλαρίου, από το «ΒΗΜΑ-Μαρτυρίες», στη σειρά, «Ο Εμφύλιος σε Α’ Ενικό», Αθήνα 2010.
- «Δράμα 1941. Μια παρεξηγημένη εξέγερση», Σπύρος Κουζινόπουλος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011.
- «Άρης Βελουχιώτης, το χαμένο αρχείο: Άγνωστα Κείμενα», Γρηγόρης Φαράκος, Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 1997.
- «Πέτρες και Ρόδα», του Σίμου Κερασίδη (τραπεζικός και λογοτέχνης, γιος του αδελφού του ήρωα, Χρύσου Κερασίδη). Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997.
- «Οι αρχές της Αντίστασης στην Δυτική Μακεδονία 1941-1943», Αθανάσιος Καλλιανώτης, διπλωματική εργασία. Θεσσαλονίκη 2000.
- Εφημερίδα «Ελευθερία», φύλλο 15, Θεσσαλονίκη 6 Ιουνίου 1943, στο διαδικτυακό τόπο του ΑΣΚΙ.