Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Η βία του εαμικού κινήματος στους αρχειομαρξιστές


Λόγω απουσίας άμεσων πηγών (π.χ απομνημονεύματα αρχειομαρξιστών), το παρόν κείμενο έχει ως κύριο στόχο την προτροπή σε περαιτέρω έρευνα των δράσεων αυτού του ιδεολογικού ρεύματος του εργατικού κινήματος στην περίοδο της Κατοχής. Το παρόν είναι μια προσπάθεια προσέγγισης της ιστορίας της περιόδου και ανοιχτό προς κριτική.

Κατοχή

Στα λιγοστά κείμενα που έχουμε για την περίοδο σχετικά με τους αρχειομαρξιστές αναφέρεται ότι σε περιοχές της επαρχίας (Μακεδονία, Αγρίνιο, Ήπειρο, Λαμία) υπήρξαν μεμονωμένα μέλη -χωρίς να γνωρίζουμε την ακριβή σχέση τους με τη καθοδήγηση του Κ.Α.Κ.Ε (Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας) που βρισκόταν στην Αθήνα. Κάποιοι από αυτούς σχημάτισαν αυτόνομες οργανώσεις, άλλοι συμμετείχαν στο ΕΑΜ ενώ τέλος κάποιοι άλλοι εντάχθηκαν σε εθνικιστικές οργανώσεις[1]. 
Κεντρικά στην Αθήνα η πλειοψηφούσα στάση του ΚΑΚΕ από την αρχή της Κατοχής ήταν ακριβώς ίδια με αυτή των υπόλοιπων τροτσκιστικών οργανώσεων, δηλαδή θέση για ανατροπή της ελληνικής δοσιλογικής κυβέρνησης και συναδέλφωση με τον εχθρό στα χαρακώματα (έτος 1941) [2], υιοθετώντας το σύνθημα της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο (έτος 1942, 1943) [3]. Και μόνο αυτό το γεγονός, καθιστούσε εχθρική τη στάση τους προς το Αντιστασιακό κίνημα. 

Με βάση τα στοιχεία που διαθέτουμε, (κυρίως αριθμητικά), δηλαδή τους αρχειομαρξιστές που εκτελέστηκαν από τις κατοχικές δυνάμεις, εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν θεωρήθηκαν ιδιαίτερα εχθροί του καθεστώτος:
Από τους μόλις εννέα αρχειομαρξιστές που εκτελέστηκαν στην Κατοχή, πέντε εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του '44 στη Καισαριανή και ένας στο Κούρνοβο το 1943. (Ήταν ήδη φυλακισμένοι από την περίοδο 1935-1940 και εκτελέστηκαν ως κομμουνιστικά εγργατικά στελέχη).  
 Οι υπόλοιποι τρεις, φυλακίστηκαν στην διάρκεια της κατοχής [4]. Ένας από αυτούς, ήταν ο Πέτρος Ανδρώνης στέλεχος της μειοψηφίας του ΚΑΚΕ που υποστήριζε την προσέγγιση με το ΕΑΜ βάσει της λογικής του εισοδισμού[5], ο οποίος όταν άρχισε να έχει επαφές με το ΕΑΜ, συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια και εκτελέστηκε στην Καισαριανή.  
Γενικά, δεν πρέπει να είναι τελείως αστήρικτη η κατηγορία, μέσα από προφορικές και γραπτές μαρτυρίες μελών του ΚΚΕ, ότι οι κατοχικές δυνάμεις δεν καταδίωξαν όσους βρέθηκαν αριστερότερα του ΕΑΜ και κατά περιπτώσεις τους άφηναν ελεύθερους[6] είτε στα πλαίσια δημιουργίας ενδοαριστερών αντιθέσεων είτε γιατί απλά δεν τους θεωρούσαν επικίνδυνους[7].
Υπάρχουν μαρτυρίες κυρίως μεταπολεμικά από την εφημερίδα του ΚΑΚΕ την Πάλη των Τάξεων (και έχοντας δεδομένη την καταστολή στον Δεκέμβρη), για περιπτώσεις εαμικής βίας κατά αρχειομαρξιστών εκτός Αττικής: Ο σύντροφος μας πήρε το επιτελείο του και πήγε. Οι σταλινικοί τους είχαν στημένη ενέδρα και τους δολοφόνησαν[8].  

Επιπλέον αναφέρεται ότι στελέχη του ΕΛΑΣ (π.χ ο ίδιος ο Άρης Βελουχιώτης) τους προσέγγιζαν με θετική οπτική θαυμάζοντας την ιδεολογική τους ορθότητα (;). Συχνά οι περιπτώσεις αυτές, και παρά την υπερβολή τους αναπαράγονται[9] με αναλυτική περιγραφή της βίας με αποτέλεσμα να υπάρχουν και οι ανάλογες συναισθηματικές αγκυλώσεις. Εντυπωσιακό είναι, ότι η δολοφονική μανία ως συνέπεια του σταλινισμού, θεωρήθηκε επαρκής αιτία για να εξηγήσει τα γεγονότα, σε βαθμό που για δεκαετίες μετά, έγινε περιττή ακόμα και η στοιχειώδης αναζήτηση και περιγραφή των γεγονότων και των πολιτικών αιτιών αυτής της καταστολής[10][11]. 
 Πάνος Αναστασίου. Αρχειομαρξιστής από το Αγρίνιο, ενταγμένος στον ΕΛΑΣ. Εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ, για "στρατιωτικό παράπτωμα", παρά την αντίθετη γνώμη του Άρη Βελουχιώτη. Ο χρόνος της εκτέλεσης άγνωστος (Απρίλιος ή Νοέμβριος ή και Δεκέμβριος του 1944 κατά άλλους). 

Παραμένει ανοιχτό ζήτημα αν η άσκηση βίας σε έναν αρχειομαρξιστή που ανήκε σε αυτόνομες οργανώσεις στην Ήπειρο μπορεί να ομαδοποιηθεί με την άσκηση βίας σε έναν αρχειομαρξιστή καπετάνιο του ΕΛΑΣ στο Αγρίνιο, τουλάχιστον για την περίοδο πριν τηνΑπελευθέρωση, αφού ήταν βία η οποία επιβλήθηκε σε διαφορετικές περιόδους και περιοχές. Εντυπωσιακό είναι ότι παρότι η Κομμουνιστική Επιθεώρηση έγκαιρα είχε ειδοποιήσει για την πεμπτοφαλαγγίτικη δράση των αρχειομαρξιστών, αυτοί κατάφεραν να αναδειχθούν μέχρι και καπετάνιοι τμημάτων του ΕΛΑΣ γεγονός που αποδεικνύει ότι τουλάχιστον για ένα διάστημα δεν υπήρχε οδηγία καταστολής. Αν υπήρξε αργότερα, θα πρέπει να λογισθεί στα πολιτικά πλαίσια της περιόδου όπου ένας αρχειομαρξιστής ενταγμένος στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ όφειλε να υπακούσει σε έναν οργανωμένο πολιτικοστρατιωτικό μηχανισμό και όχι στο κόμμα που ανήκε και τις όποιες πολιτικές επιδιώξεις του.

Απελευθέρωση και Δεκεμβριανά

Στην προδεκεμβριανή Πάλη των Τάξεων αναφέρονται αρκετές συλλήψεις αρχειομαρξιστών (οι περισσότερες θα καταλήξουν σε εκτελέσεις τον Δεκέμβριο), για τις οποίες αρκούσε μια μικρή διαμαρτυρία στην εφημερίδα, χωρίς συνοδό καταγγελτικό λόγο προς το ΕΑΜ.  
Εκείνη την περίοδο οι αρχειομαρξιστές προσπαθούσαν να οργανώσουν ανεξάρτητες πορείες, με αιτήματα που προσέγγιζαν τα πιο ριζοσπαστικά μέρη του εαμικού μπλοκ, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των δοσίλογων και την κατάληψη της εξουσίας από το ΕΑΜ. Εντυπωσιακά, τον Σεπτέμβρη του 1944 το αρχειομαρξιστικό κόμμα θα φθάσει στο σημείο να ζητήσει προσχώρηση στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ κάτι το οποίο δεν θα γίνει αποδεκτό[12]. Μια ενδιαφέρουσα επίσης παράμετρος, είναι η αντίθεση των αρχειομαρξιστών στην πολιτική σκληρής λιτότητας της  κυβέρνησης Παπανδρέου και στη ΓΣΕΕ (που ελεγχόταν απόλυτα από το ΚΚΕ), όταν καλούσε ανοικτά την εργατική τάξη να αναδείξει  στελέχη που δεν είχαν σχέση με την κυβέρνηση, στην οποία ως γνωστό συμμετείχε το ΕΑΜ με έξι υπουργούς. 

Πάλη των Τάξεων. Ενάντια στην πολιτκή λιτότητας της κυβέρνησης της Απελευθέρωσης. Σημειωτέον, ότι το ΕΑΜ κρατούσε τα οικονομικά υπουργεία και φυσικά, το Υπουργείο Εργασίας (Μιλτιάδης Πορφυρογένης). Η συγκεκριμένη αντεργατική πολιτική, αποτελεί και ιστορικό παράδειγμα για το σημερινό ΚΚΕ, προκειμένου να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ένα εργατικό, κομμουνιστικό κόμμα δεν πρέπει ποτέ να συμμετέχει σε αστικές κυβερνήσεις.

 Η εαμική λοιπόν βία ενάντια στους αρχειομαρξιστές στην Κατοχή και η έναρξη αμέσως μετά την Απελευθέρωση, συλλήψεων αρχειομαρξιστών στην Αττική, δεν θεωρήθηκαν θέματα κεντρικής πολιτικής ανάδειξης από την ηγεσία του κόμματός τους, μπροστά στα τρέχοντα και φλέγοντα πολιτικά ζητήματα. Σε αντιδιαστολή, τα λιγοστά μέλη της οργάνωσης που εκτελέστηκαν από τις κατοχικές δυνάμεις είχαν συνεχή προβολή, σε κάθε σχεδόν φύλλο της εφημερίδας, σε μια εμφανή προσπάθεια εγγραφής του κινήματος - έστω και καθυστερημένα - στις πολιτικές δυνάμεις της Αντίστασης.
Αντίθετα με ορισμένες ομάδες τροτσκιστών που στα γεγονότα του Δεκέμβρη είδαν επιχειρούμενο σταλινικό πραξικόπημα από τη μεριά του ΚΚΕ, οι αρχειομαρξιστές είδαν σωστά την ιμπεριαλιστική επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα και ζήτησαν άμεση κατάληψη της εξουσίας από τον ΕΛΑΣ με στόχο την προλεταριακή επανάσταση. Η λογική της βίας του ΚΚΕ εναντίον τους δε μπορεί να ειδωθεί μόνο υπό το πρίσμα των μεσοπολεμικών αντιθέσεων τους η οποία πυροδοτήθηκε σε συνθήκες χάους, αλλά κυρίως με βάση την πολιτική πρόταση τους η οποία στη πράξη σήμαινε ενδεχόμενη προσπάθεια των αρχειομαρξιστών να δράσουν αυτόνομα, επηρρεάζοντας - σε συνθήκες πολέμου - τις ουσιαστικά ανεξέλεγκτες ένοπλες διαδηλώσεις του ΕΛΑΣ Αθηνών, και επιπλέον  προσπάθεια για όξυνση της σύγκρουσης, μια εξέλιξη, την οποία - όπως είναι σήμερα γνωστό το ΚΚΕ - δε θα επέτρεπε στη λογική του συμμαχικού πολέμου ενάντια στον Άξονα. (Ας μην ξεχνάμε ότι ο γενικά μετριοπαθής  γραμματέας του ΚΚΕ Γ. Σιάντος είχε για τους ίδιους λόγους αποκλείσει το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ από το πεδίο των μαχών της Αθήνας, αφού τα μέλη του είχαν θεωρηθεί οπαδοί της σύγκρουσης, ενώ παράλληλα είχε πραξικοπηματικά ανασυστήσει την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ με επιτελείο από εξωκομματικά στρατιωτικά στελέχη κεντρώας προέλευσης, στην προσπάθεια η σύγκρουση να μη γενικευθεί και να κρατηθεί σε μια χαμηλής έντασης μάχη εντός της Αττικής). 
Οι ενέργειες των αρχειομαρξιστών την περίοδο της Απελευθέρωσης και του Δεκέμβρη και το κατά πόσον δρούσαν προβοκατόρικα[13] στις ένοπλες διαδηλώσεις και στις συγκρούσεις, είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να διερευνηθεί από τους σύγχρονους Ιστορικούς. Να σημειωθεί ότι τον Σεπτέμβριο του 1944 μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσσηνίας, ο ίδιος ο Άρης Βελουχιώτης σε συνεργασία με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο διέσωσαν  τους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου και στην Αθήνα ο ΕΛΑΣ περιφρουρούσε τις συνοικίες ώστε να μην υπάρξουν μαζικές αντεκδικήσεις [14], σε αντίθεση με τους αρχειομαρξιστές που καλούσαν ανοικτά το λαό σε αυτοδικία[15].

Μετά τη Βάρκιζα

Το 1945, μετά τη συνθήκη της Βάρκιζας, άρχισε από τους αρχειομαρξιστές πιο σκληρή κριτική στα πεπραγμένα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ για τη Κατοχή[16] και ταυτόχρονα οι αναφορές για τα θύματά τους από τον ΕΛΑΣ, έγιναν συχνότερες και καταγγελτικές. Από αυτή την περίοδο και τις ομιλίες του αρχειομαρξιστή Ποντίκη τον Νοέμβριο του 1946, στο θέατρο Αλίκη[17] προέρχονται κυρίως τα σημερινά στοιχεία για τους αρχειομαρξιστές θύματα του ΕΛΑΣ υπό την οπτική της ολοκληρωτικής σύγκρουσης με το ΚΚΕ. 
Τέλος, στον εμφύλιο πόλεμο το αρχειομαρξιστικό κόμμα (πλέον Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας/ΑΚΕ) στήριξε την κυβερνητική πλευρά, αλλά σε καμία περίπτωση, το κόμμα του 1949 δεν ήταν ίδιο με αυτό του 1944. Η σοσιαλδημοκρατική και αντικομμουνιστική τροπή του ιστορικού αυτού ρεύματος της εργατικής τάξης είχε πια ολοκληρωθεί. Ταυτόχρονα όμως, ολοκληρώθηκε η παρακμή και η εξαφάνιση.

Μια προσπάθεια κριτικής της στάσης των αρχειομαρξιστών στην Κατοχή

Η στάση του αρχειομαρξιστικού κόμματος δεν μπορεί να διαχωριστεί από γενικότερη την στάση των τροτσκιστικών κομμάτων επί της Κατοχής, παρότι υπήρξε από τη μεριά του πρώτου, μία παρουσία στο κίνημα Αντίστασης. Η κύρια διαφοροποίηση με τους τροτσκιστές, είναι ότι στην παραμονή της Απελευθέρωσης ο αρχειομαρξισμός κινήθηκε στοχευμένα σε ταύτιση με το μέρος του ΕΑΜ  ζητώντας ένοπλη κατάληψη της εξουσίας. Πιθανόν με τα πεπραγμένα του προσπαθούσε να δημιουργήσει ντε φάκτο καταστάσεις με αντεκδικήσεις σε δοσίλογους/δεξιούς, σε μια περίοδο που το ΕΑΜ κρατούσε απολογητική στάση για τις όποιες υπερβασίες του και προσπαθούσε να αποτρέψει μαζικές αντεκδικήσεις. Πολιτικά οι αρχειομαρξιστές δεν έπαιξαν κάποιο ουσιαστικό ρόλο αφού είναι φανερό ότι η αργοπορία της στήριξης του γιγάντιου ΕΑΜ (στα τέλη 1944) ήταν κομβικής σημασίας. 
Η καταστολή τους από το ΚΚΕ έγινε κυρίως λίγο πριν και κατά την περίοδο του Δεκέμβρη, σε μια προσπάθεια ελέγχου του εαμικού κόσμου από "αριστερά" λάθη και εκτροχιασμό των συγκρούσεων σε συνθήκες χάους. Στην περίοδο πολύ πριν την Απελευθέρωση μπορεί να θεωρηθεί ανοικτό το ζήτημα το εάν η ιδιότητα του αρχειομαρξιστή λειτούργησε ως κάτι παραπάνω από ένα απλό επιβαρυντικό στοιχείο.  
Η κύρια καταστολή που υπέστησαν ήταν στην Απελευθέρωση όπου ο ΕΛΑΣ έπρεπε να κρατήσει σε σιδερένια πειθαρχία τα μέλη του και το λαό που διψούσε για αντεκδικήσεις τις οποίες μια ιμπεριαλιστική αυτοκρατορία εκμεταλλεύονταν και έβρισκε αφορμή αλλά και δικαιολογία ώστε να μεταστρέψει την διεθνή κοινή γνώμη ώστε να συγκρουστεί με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι αρχειομαρξιστές απείχαν από το μεγαλειώδες κίνημα της Αντίστασης και αποπειράθηκαν να το καθοδηγήσουν εκ των υστέρων, με μια "επαναστατική" όπως συνήθιζαν άλλωστε άποψη, ενώ οι δομές του κινήματος τους είχαν εκ των προτέρων απομονώσει. 
Ο λαός δεν στάθηκε δίπλα τους και η κατοπινή πολιτική εξαφάνισή τους πρέπει να ερμηνευθεί βάση της πολιτικής τους και όχι της βίας του ΕΑΜ-ΚΚΕ.

Βιβλιογραφία

  1. Χάγκεν Φλάισερ Στέμμα και σβάστικα, η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, Αθήνα 2009, Το Βήμα βιβλιοθήκη, τ. Β΄, σ. 120
  2. Θεόδωρος Μπενάκης: Δημήτρης Γιωτόπουλος: Μια πορεία από τον επαναστατικό στο φιλελεύθερο Σοσιαλισμό, Εκδόσεις Κούριερ Εκδοτική 2003 σελ 144-5
  3. Κομμουνιστική Επιθεώρηση της εποχής της Φασιστικής Κατοχής, εκδόσεις ΚΑΖΑΝΤΖΑ, Αθήνα 1976 σελ 319
  4. Αιρετικές Διαδρομές, ο Ελληνικός Τροτσκισμός και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος,Μάριος Εμμανουηλίδηςεκδόσεις φιλίστωρ, σ. 164-5
  5. Ιστορία του Μπολσεβικισμού Τροτσκισμού στην Ελλάδα,Κώστα Καστρίτη (Λουκάς Καρλιάφτης), εκδόσεις Εργατικής Πρωτοπορίας, τόμος 2, σελ 130
  6. Ταμτάκος, Γιάννης, Αναμνήσεις μιας ζωής στο επαναστατικό κίνημα, Κύκλοι Αντιεξουσίας, Θεσσαλονίκη 2003 σελ 138
  7. Ομιλία του αρχειομαρξιστή Γ. Ποντίκη, Συζήτηση που έγινε ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο ΚΑΚΕ στις 15 Δεκέμβρη του 1946, στο Θέατρο «Αλίκη»
  8. Η λογική της ενδοαριστερής βίας: κομματικοί εναντίον τροτσκιστών/αρχειομαρξιστών Κώστας Παλούκης, ανακοίνωση στο Δεκεμβριανά 1944 Το παρελθόν και οι χρήσεις του Αθήνα, 12-13 Δεκεμβρίου 2014
  9. Δεκέμβρης του '44 φιλίστωρ, δεύτερη έκδοση 2000 επιμέλεια Γ. Φαράκος. Δεκέμβρης και αριστερή διαφωνία, Γαβρίλης Λαμπάτος σελ 129-131
  10. Πάλη των Τάξεων 13/2/45
  11. Λευτέρης Αποστόλου, Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 31-32 (1944) 108-109 : Ο Αρχειομαρξισμός και η "Πάλη των Τάξεων" εκμεταλλεύονται τη δίκαιη αγανάχτηση του κόσμου για τις τέτοιες ενέργειες της αντίδρασης, και προσπαθούν να σπρώξουν τους εργαζόμενους σε ενέργειες που να στηρίζουν το παιχνίδι της αντίδρασης.

  12. Πάλη των Τάξεων, 26 Μάη του1945.
    17.  Ιδεολογική πάλη του ΚΚΕ και στις παραφυάδες του ελληνικού τροτσκισμού. (... ανατυπώθηκε από την "Κομμουνιστική Επιθεώρηση" του 1947, και επανεκδόθηκε στη Μεταπολίτευση απ' τις "Εκδόσεις του Λαού", εκδοτικός οργανισμός του ΕΚΚΕ.

    Αφορά 5 κοινές εκδηλώσεις - συζητήσεις μεταξύ του ΚΚΕ και των τροτσκιστικών οργανώσεων Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Διεθνής Επαναστατική Πρωτοπορεία και Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδας, ύστερα από πρόταση του ΚΚΕ.)

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Συζήτηση στην Πάντειο για την δημοκρατία

Οι ιδρυτές της Παντείου Σχολής (του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, όπως είναι η σημερινή του ονομασία), ήταν ο κυπριακής καταγωγής Γεώργιος Φραγκούδης (1869-1939), ένας από τους πλέον σημαντικούς δημόσιους διανοούμενους της Ελλάδας στην περίοδο του Μεσοπολέμου και ο Αλέξανδρος Πάντος, ο οποίος με την γενναία επιχορήγηση που έδωσε, επέτρεψε την οικονομική επιβίωση του ιδρύματος.

Ο στόχος της Παντείου Σχολής, ήταν η πολιτική επιμόρφωση της ιθύνουσας τάξεως και η παραγωγή πολιτικών στελεχών που θα υπηρετούσαν το πρόγραμμά της. Τον στόχο αυτό, ενστερνίστηκε και ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, που φιλοδόξησε να είναι και ένας από τους πρώτους διδάσκοντες της σχολής. Τα μαθήματα της Σχολής ξεκίνησαν επίσημα τον Νοέμβρη του 1931, ενώ, σημαντικό σταθμό στη νηπιακή της ιστορία, αποτέλεσαν οι δημόσιες συζητήσεις που οργανώθηκαν.

Στις 15, 17, 19 και 22 Μαΐου 1932, στην Πάντειο, διεξήχθησαν οι περίφημες και ιστορικές συζητήσεις για την δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό. Στις συζητήσεις εκείνες έλαβαν μέρος διακεκριμένοι κοι­νοβουλευτικοί, όπως ο Γ. Παπανδρέου, υπουργός της Εθνικής Παιδείας, ο Α. Σβώλος, ο Γ. Σγουρίτσας, ο Θ. Τσάτσος, ο Π. Κανελλόπου­λος, κ.α.

Ακολουθεί κείμενο του ιστορικού Σπύρου Μαρκέτου, για το περιεχόμενο και τις κυριότερες τοποθετήσεις των πολιτικών ανδρών, που συμμετείχαν σε αυτές τις συζητήσεις (το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολίτης και ήταν προδημοσίευση από το βιβλίο του ιστορικού, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006):

 Τις ίδιες ημέρες οργανώθηκε στην Πάντειο, δημιούργημα των Φιλελευθέρων και οχυρό τους, μια σημαντική συζήτηση με θέμα την «κρίση του κοινοβουλευτισμού», που διάρκεσε μια εβδομάδα «εν τω μέσω συρροής καθηγητών, σπουδαστών, πολιτευόμενων, κυριών, αξιωματικών κλπ.».

[...]
Οι Φιλελεύθεροι που πήραν το λόγο ουσιαστικά σηματοδοτούσαν την προθυμία τους να υποστηρίξουν μια αυταρχική ή και δικτατορική εκτροπή. Ο Παπανδρέου, ξεχνώντας πως ήταν υπουργός μιας τυπικά δημοκρατικής κυβέρνησης, το έθεσε ωμά: «συμβαίνουν ενίοτε ιστορικαί καταστάσεις, αι οποίαι καθιστούν την δικτατορίαν και αναγκαίαν και χρήσιμον», με τον απαραίτητο όρο, βέβαια, ότι θα ήταν απλώς προσωρινή. Για τον Θεμιστοκλή Τσάτσο, ο οποίος είχε αναπτύξει μια φιλόδοξη μορφή συντηρητικού εγελιανισμού, ο κοινοβουλευτισμός ήταν το μέσο που έπρεπε να εξυπηρετεί το σκοπό της δημοκρατίας, κι επομένως η αξία του ήταν σχετική. Ο Τσάτσος υπερασπίστηκε καταρχήν την κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά επικρότησε την πρόταση περιορισμού της που κατέθεσαν την ίδια εβδομάδα οι βενιζελικοί στη βουλή.

[...]

Ο μόνος απ’ όλους τους συζητητές που χρησιμοποίησε επιχειρήματα διανοητικής εκλέπτυνσης και συγκρότησης ήταν ο Κανελλόπουλος. Αντιδιέστελλε τον φασισμό και τον «μπολσεβικισμό», που αποτελούσαν «συστήματα ξένα τελείως προς την ιδέαν της νεωτέρας πολιτείας», από την ιδέα της δικτατορίας, η οποία ήταν αδύνατο να μελετηθεί επιστημονικά επειδή δεν αποτελούσε σύστημα και ούτε καν μπορούσε να αναχθεί σε αφηρημένες αρχές, αλλά ήταν απλώς μια κατάσταση που διαδεχόταν το χάος και συνδεόταν μόνο με την ύπαρξη ισχυρών προσώπων. Κατά τον Κανελλόπουλο, ο κοινοβουλευτισμός στην πραγματικότητα κινδύνευε από τρεις παράγοντες, οι δύο από τους οποίους συνδέονταν με την κινητοποίηση των κατώτερων τάξεων. Πρώτον, από την εμφάνιση των ταξικών κομμάτων, τα οποία κατέλυαν την ενότητα του κοινοβουλίου και του κράτους - αυτό το πλήγμα δεν το είχε δεχθεί ακόμη στην Ελλάδα, αλλά θα μπορούσε να αποδειχτεί μοιραίο: «κοινοβούλιον και ταξικός αγών είναι κατά βάθος τελείως ασυμβίβαστα». Έπειτα, τον κοινοβουλευτισμό έπληττε η «εξάπλωσις των δημοκρατικών αρχών», η οποία εξασθενούσε τις κυβερνήσεις. Ο Κανελλόπουλος δήλωσε ότι δεν θα δημοσιοποιούσε τη γνώμη του για τους τρόπους καταπολέμησης αυτών των κινδύνων γνώμη, η οποία βεβαίως δεν μπορούσε να είναι συμβατή με οποιεσδήποτε δημοκρατικές αρχές. Ωστόσο, έκανε την εύγλωττη πρόταση να υποχωρήσει ο κοινοβουλευτισμός μπροστά στον τρίτο κίνδυνο που αντιμετώπιζε - τη δημιουργία μιας πολιτικής ολιγαρχίας, η οποία κυβερνούσε ουσιαστικά στις δυτικές χώρες, έστω και αν δεν είχε τυπικά προνόμια. Ακριβώς η ανάπτυξη μίας τέτοιας άρχουσας τάξης θα περιόριζε τις θλιβερές επιδράσεις του ταξικού αγώνα και των δημοκρατικών αρχών:

«Δια της υπάρξεως αυτής της αριστοκρατίας η Δημοκρατία των ηγετών ως λέγεται, αν και προσβάλλεται εν μέρει το κύρος και η δύναμις του κοινοβουλίου, δημιουργείται μια αρχή, η οποία είναι δυνατόν να οδηγήση εις την οργανικήν συμφιλίωσιν της ιδέας της ελευθερίας και της λαοκρατίας προς την ιδέαν της αριστοκρατίας της πνευματικής. Από αυτής της απόψεως νομίζω ότι η συνύπαρξις των δύο αρχών, έστω και επί θυσία του κύρους και της δυνάμεως του κοινοβουλίου, η συνύπαρξις της ιδέας της αριστοκρατίας της πνευματικής και η επί τη βάσει ωρισμένων κριτηρίων επιλογής σχηματιζόμενη τάξις ηγετών, η συνύπαρξις των δύο αυτών ιδεών είναι εκείνη, προς την οποίαν νομίζω σήμερον, ότι πρέπει να προχωρήση η πολιτική εξέλιξις της ανθρωπότητος».

Στον εκτενή λόγο του συντηρητικού αυτού διανοούμενου, που είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος της αντιβενιζελικής παράταξης στη συζήτηση της Παντείου, δεν συναντούμε κανένα επιχείρημα υπέρ του κοινοβουλευτισμού ή γενικότερα υπέρ της αντιπροσωπευτικής πολιτικής. Αντίθετα, επαινούνται ο περιορισμός της δημοκρατίας και η συμβολή της «πολιτικής αριστοκρατίας» στην ευτυχία χωρών όπως η Γαλλία. Επίσης, αποφεύγεται να καταδικαστεί ή δικτατορία, η ευθύνη για την οποία ρίχνεται στο «χάος» που προηγείται, ενώ το πρόβλημα του φασισμού στην ουσία παρακάμπτεται.

Η άρνηση του Κανελλόπουλου να καταθέσει δημόσια τις απόψεις του για την αντιμετώπιση της ταξικής πάλης και της εξάπλωσης των «δημοκρατικών αρχών» αποτυπώνει εύγλωττα την πίστη του στην «ιδέαν της αριστοκρατίας της πνευματικής» κι εν τέλει απηχεί την εχθρότητά του απέναντι στην αρχή της ανοιχτής κι έλλογης συζήτησης των πολιτικών ζητημάτων, η οποία είναι αλληλένδετη με τη δημοκρατία.

Εν τέλει όμως η άρνηση αυτή αναδεικνύει την πολύ συγκεκριμένη ανεπάρκεια των συντηρητικών του Μεσοπολέμου, να αντιμετωπίσουν πολιτικά, ή και απλώς διανοητικά, την πρόκληση του σοσιαλισμού στην εποχή της μαζικής κινητοποίησης. Ακριβώς αυτή τους η αδυναμία, η αφωνία τους, τους έκανε σύντομα να συμφιλιωθούν με τον φασισμό και να τον προωθήσουν ως τον μόνο τρόπο για να νικηθεί η αριστερά. Ίσως ο χειρότερος οιωνός απ’ όλους να ήταν ότι στη συζήτηση της Παντείου δεν ακούστηκε καμιά ανεπιφύλακτη φωνή, ούτε από τη βενιζελική ούτε από την αντιβενιζελική παράταξη, υπέρ της δημοκρατίας. Είχαν πάψει να την υπερασπίζονται διανοητικά, μολονότι, την ιδία εποχή εξακολουθούσαν να στηρίζουν στη βουλή τις ελπίδες της πολιτικής τους επικράτησης.

Το κείμενο του ιστορικού Σπύρου Μαρκέτου, είναι αρκετά κατατοπιστικό: Στις συζητήσεις τέθηκαν από τους αστούς διανοούμενους, με αρκετή σαφήνεια ομολογουμένως, τα παρακάτω ερωτήματα:

1. Είναι η κοινοβουλευτισμός το καλύτερο των πολιτευμάτων για την σημερινή κοινωνία;
2. Είναι ο κοινοβουλευτισμός, το πλέον κατάλληλο πολίτευμα για τον ελληνικό λαό;
3. Υπάρχουν περιστάσεις, κατά τις οποίες ενδεικύεται η απομάκρυνση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία;
4. Είναι οι σημερινές δικτατορίες ικανές να αντικαταστήσουν τον κοινοβουλευτισμό;

Τα συμπεράσματα είναι εύκολα:

Οι αστοί πολιτικοί, προτιμούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Πάντα όμως, όταν δεν κινδυνεύει το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα, δηλαδή ο καπιταλισμός. Σε περίπτωση κρίσεως, π.χ. σε μια οικονομική κρίση, όλοι τους, βλέπουν συγκαταβατικά ή φλερτάρουν ανοιχτά με δικτατορικές εκτροπές, προκειμένου να διασωθεί το σύστημα από την αυξανόμενη δύναμη και επιρροή του μαζικού εργατικού κινήματος. Ενίοτε, φλερτάρουν και με την πιο σίγουρη μορφή δικτατορίας, που είναι η φασιστική. Είναι σίγουρη, γιατί έχει πληβειακά χαρακτηριστικά, χρησιμοποιεί μεθόδους και πρόγραμμα με πολλά δανεικά στοιχεία από τα αντίστοιχα των εργατικών κομμάτων και σχεδόν πάντα προσφέρει 100% επιτυχία στην καταστολή των κοινωνικών αγώνων.

Εντυπωσιακό παράδειγμα, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Δεν καταδικάζει απερίφραστα την δικτατορία, αντίθετα, έμμεσα αφήνει να φανεί ότι είναι αναγκαία, προκειμένου να διακοπεί με τεχνητό και βίαιο τρόπο η άνοδος της Αριστεράς.

Θα ξαναδούμε τον Κανελλόπουλο - ακροατή αυτήν τη φορά - το 1966. Πάλι σε κάποιες δημόσιες διαλέξεις του Σάββα Κωνσταντόπουλου, (του γνωστού, "δυναμικού" άνδρα της ριζοσπαστικής Δεξιάς), στο ξενοδοχείο Χίλτον. Θα απευθύνει μάλιστα και χαιρετιστήρια επιστολή στον Κωνσταντόπουλο, η οποία θα δημοσιευτεί (σε περίοπτη θέση) στο βιβλίο του τελευταίου, "Ο Φόβος της Δικτατορίας". Μια επιστολή, που αρχίζει κάπως έτσι,

«Φίλε κύριε Κωνσταντόπουλε,

Εχάρηκα πολύ που έγινα —ατυχώς, μόνον τέσσαρες βραδυές— ο πιστός ακροατής του προ τριάντα πέντε ετών ακροατού μου. Ότι αισθανθήκατε την ανάγκην να δώσετε δημοσιότητα εις το περιστατικό τούτο, τό πολύ προσωπικό γιά τούς δυό μας, με συνεκίνησε ιδιαίτερα ...», 


αφήνοντάς μας να καταλάβουμε, ότι στις συζητήσεις της Παντείου για τη Δημοκρατία το 1932, συμμετείχε και ο νεαρός, αρχειομαρξιστής τότε, Σάββας.


Για τον Κανελλόπουλο του 1966, ακόμα και με την ήδη υπάρχουσα εμπειρία της 4ης Αυγούστου (ο ίδιος δεινοπάθησε, όταν επισκέφτηκε τους γνωστούς "παραθεριστικούς" προορισμούς, που επιφύλαττε το βασιλομεταξικό καθεστώς για τους αντιπάλους του), ήταν προτιμότερη και εθνικώς αναγκαία μια νέα δικτατορία, προκειμένου να διασωθεί το κοινωνικό καθεστώς.


Περισσότερα:

- Ο Φόβος της Δικτατορίας: Τέσσερις Διαλέξεις. Αθήνα 1966. Ο συγγραφέας (και μετέπειτα ακραιφνής χουντικός εκδότης του Ελεύθερου Κόσμου) Σάββας Κωνσταντόπουλος, είναι σαφής για την περίπτωση που ένα «ολοκληρωτικό» (διάβαζε, κομμουνιστικό) κόμμα κερδίσει τις εκλογές κατέχοντας έτσι την κοινοβουλευτική πλειοψηφία:

Η ολοκληρωτική πλειοψηφία είναι θέλησι για την καταστροφή της Δημοκρατίας. Βγαίνει λοιπόν από τα πλαίσια της πολιτικής νομιμότητας. Για την ουσιαστική λογική, για την πολιτική διαλεκτική, η θέλησι της πλειοψηφίας υπέρ του ολοκληρωτικού κόμματος είναι ήδη μία πραξις, ένα θετικό βήμα προς τον εκμηδενισμό της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία στην περίπτωσι αυτή έχει το καθήκον να θεωρήση την ψήφο της πλειοψηφίας, που στρέφεται κατά του δημοκρατικού καθεστώτος, σαν παράνομη και απαράδεκτη, γιατί είναι έξω από τα πλαίσιά της και γιατί μ’ αυτήν τοποθετείται εκτός της Δημοκρατίας και η πλειοψηφία.

-  Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974: Όψεις της ελληνικής εμπειρίας (εκδόσεις Θεμέλιο, 1983). Έργο αναφοράς, του συνταγματολόγου καθηγητή Νίκου Αλιβιζάτου, για την πάντα εύθραυστη ελληνική δημοκρατία. Από το βιβλίο, διαβάζουμε την θέση του Κων/νου Τσάτσου το έτος 1964 για το ζήτημα, θέση, τραγικά παρόμοια με αυτήν του Κωνσταντόπουλου δύο χρόνια μετά:

Δημοκρατία δεν σημαίνει απλή παντοδυναμία της λαϊκής θελήσεως της πλειοψηφίας. Διότι η πλειοψηφία είναι ένα στιγμιαίον γεγονός και η βούλησις η δημιουργούσα τα πολιτεύματα είναι βούλησις συνεχείας εν τη Ιστορία, η οποία δεν δύναται να ανατραπή δια στιγμιαίων περιστατικών και μόνον.

(Με μια απλή μαρξιστική ανάγνωση, δεν μιλάμε παρά για τη βούληση της κυρίαρχης τάξης και τις αρχές που καθορίζονται από αυτήν).


- Καρλ Σμιτ, Η έννοια του Πολιτικού, εκδόσεις Κριτική, 2009. Απροκάλυπτο και εντυπωσιακά σκληρό. Ο Καρλ Σμιτ, δεν κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του, σαν τους περισσότερους αστούς διανοούμενους (μεταξύ αυτών και οι προαναφερθέντες δικοί μας). Καλεί την ιθύνουσα αστική τάξη να στρατευθεί στον ταξικό αγώνα και θεωρεί ότι οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας είναι δυνητικά επικίνδυνοι για τα οικονομικά της συμφέροντα, αφού παρά τις όποιες δικλείδες ασφαλείας, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν απόλυτα την πολιτική της κυριαρχία!


  - Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι : Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού / Σπύρος Μαρκέτος. Αθήνα : Βιβλιόραμα, 2006. Σημαντικό έργο, που διαλύει τις αυταπάτες για όσους νομίζουν ότι ο φασισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου ήταν ένα περιθωριακό κίνημα, χωρίς απήχηση στους πολιτικούς των μεγάλων αστικών κομμάτων της περιόδου.

- Ιστορικός Συμβιβασμός, του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, από το Θεμέλιο, Αθήνα 1977. Τέσσερα χρόνια μετά από την τραγική χιλιανή εμπειρία, το συμπέρασμα του γενικού γραμματέα του Ιταλικού Κ.Κ., είναι ότι δεν μπορείς να κάνεις σοσιαλισμό με το 51% της κοινωνίας, παρά το γεγονός ότι το ποσοστό αυτό, θα σου δώσει μια ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία (πόσο μάλλον με το 36% του προέδρου Αλλιέντε).

- The German Federal Constitutional Court and the Communist Party Decision, του Edward McWinney (University of Toronto), στο Indiana Law Journal (1957), όπου περιέχει στην αγγλική, αποσπάσματα της δικαστικής απόφασης, με την οποία το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία), απαγόρευσε τη λειτουργία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Μια απόφαση, όχι εξαιτίας κάποιων έκνομων, (ποινικών ή ανατρεπτικών) ενεργειών μελών του κόμματος που υπονόμευαν το πολίτευμα της χώρας (δεν υπήρχε τέτοιο ζήτημα και κανένας δεν μπήκε στην διαδικασία να παρουσιάσει σχετικές αποδείξεις), αλλά επειδή η επίσημη ιδεολογία του ΚΚΓ, ο μαρξισμός-λενινισμός, δεν συμβιβαζόταν με την δημοκρατική, φιλελεύθερη, συνταγματική τάξη της ΟΔΓ. Πρωτοφανής απόφαση για αστική δημοκρατία δυτικού τύπου, που θεωρητικά, κανένας δεν διώκεται για τις ιδέες του ή για τη σκέψη του, παρά μόνο για τις πράξεις του. (Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το πρόβλημα, αξίζει να αναφερθεί, ότι  ακόμα και στην Ελλάδα του 1948 - μέσα στην δίνη του Εμφυλίου - υποτίθεται κανένας δεν μπορούσε να διωχθεί, αν δήλωνε ότι θεωρητικά υποστηρίζει τον μαρξισμό, λενινισμό).

- Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β' ελληνικής δημοκρατίας το 1935: Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσεις, του καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (και ειδικού στο συνταγματικό Δίκαιο, Σπύρου Βλαχόπουλου), από τις εκδόσεις Ευρασία, 2012. Ένα ιστορικό του σύντομου βίου της δεύτερης ελληνικής δημοκρατίας και του άδοξου τέλους της. Οι συγκρίσεις και οι αναλογίες με τη σημερινή πολιτική και οικονομική κρίση και τη σύγχρονη συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα, είναι αναπόφευκτες και οι αναλογίες δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Συνάντηση στο θεσσαλικό τραίνο

Ένας παλιός ανταρτοεπονίτης θυμάται...

Γράφει ο Γιάννης-Λένιν Δαμασκόπουλος, γιος του αξέχαστου και αδικοχαμένου στην διάρκεια της Κατοχής, συνδικαλιστή Παντελή Δαμασκόπουλου:

Γενάρης 1945.

Από την Καρδίτσα, είχαμε πάρει το τραίνο για τα Τρίκαλα, που ζούσε η ορφανεμένη πια οικογένειά μου.
Μέσα στο βαγόνι λαός πολύς, αντάρτες, παιδιά του ΕΛΑΣ της Αθήνας, οι πιο πολλοί όρθιοι κι αρκετοί τραυματίες από τις μάχες του Δεκέμβρη.
Δίπλα, τρεις νέες Ελασίτισες όρθιες, ταλαιπωρημένες κι η μια τραυματισμένη στο χέρι, με κόπο κρατιόταν.
Προσφέρθηκα να τη βοηθήσω, γιατί ήταν φανερό πως υπέφερε κάθε φορά που το τραίνο χοροπηδούσε (συνήθεια που δεν έχασε ακόμα ο θεσσαλικός σιδηρόδρομος!)
Φυσικά, τη ρώτησα από πού ήταν κι έμαθα πως ήταν απ’ τη Χαλκίδα.
Στα Τρίκαλα τις βοήθησα να βρουν κάπου να κοιμηθούν. Τις δυο δεν τις ξαναείδα από τότε, όχι όμως και την τρίτη και να πώς:
Είχαν περάσει πολλά χρόνια, όταν, σε μια εφημερίδα διάβασα για μια μεγάλη τραγουδίστρια της εποχής που καταγόταν από τη Χαλκίδα κι είχε τραυματισθεί σε μάχη το 1944.
Τότε θυμήθηκα το πληγωμένο κορίτσι του τραίνου κι ο πειρασμός ήταν μεγάλος να εξακριβώσω αν ήταν η ίδια.
Ένα βράδυ με φιλική συντροφιά πήγα στο κέντρο που τραγουδούσε τότε με τον αξέχαστο Βασίλη Τσιτσάνη, στην Καισαριανή, την παλιά αγαπημένη γειτονιά..
Είχα πραγματικά μεγάλο τρακ όταν τη συνάντησα και τη ρώτησα αν θυμάται την σκηνή στο κλυδωνιζόμενο βαγόνι του θεσσαλικού, πριν 32 χρόνια και με πραγματική συγκίνηση άκουσα να μου λέει πως ήταν εκείνη και δεν τόχε ξεχάσει. Τώρα όμως το τραυματισμένο μελαχρινό κορίτσι του τραίνου, ήταν η μεγάλη κυρία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, η αγαπημένη τραγουδίστρια των απλών ανθρώπων του λαού και του μόχθου, η ασύγκριτη Σωτηρία Μπέλλου.
Περίεργη που είναι η ζωή καμιά φορά ποιος να το φανταζόταν αυτό, το Γενάρη του 1945;


Πηγή, περιοδικό ΤΟΤΕ, τεύχος 35 (8ο), Ιούνιος 1988.

«Σαν απόκληρος γυρίζω», τραγούδι του 1949. Στίχοι και μουσικοί Βασίλη Τσιτσάνη, τραγουδάει η Σωτηρία Μπέλλου, αφιερωμένο στους οικονομικούς μετανάστες κάθε εθνικότητας, Έλληνες και ξένους:


Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Η λαϊκή γειτονιά της Αθήνας μετά τον Δεκέμβρη


Το προσφυγικό πρόβλημα θα ξεκινήσει για την Ελλάδα με την έναρξη σχεδόν του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και θα πάρει μετά τη συνθήκη της Λωζάννης τεράστιες διαστάσεις.

Η Αθήνα για παράδειγμα, έπρεπε να στεγάσει κάπου 1,5 εκατομμύρια πρόσφυγες. Στο διάστημα 1923-1930 κατασκευάστηκαν οι συνοικισμοί του Bύρωνα, της Καισαριανής, της Νέας Ιωνίας, της Kοκκινιάς, του Υμηττού και του Ταύρου. Από το 1936 μέχρι το 1940, δημιουργούνται ή ολοκληρώνονται οι οικισμοί των Λεωφόρων Αλεξάνδρας και Συγγρού, Νίκαιας, Δραπετσώνας, Ελληνικού, Ερυθρού Σταυρού, Στέγης Πατρίδος, της Νέας Φιλαδέλφειας, Νέας Σμύρνης, Νέας Kαλλικράτειας, Νέας Ερυθραίας, Δουργουτίου, Αγίου Ιωάννη Ρέντη και Αγίων Αναργύρων Πειραιά. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για 12 μεγάλους και 34 μικρότερους προσφυγικούς οικισμούς, με ανύπαρκτες ή ελάχιστες υποδομές, ένα με τέσσερα χιλιόμετρα από την περίμετρο της παλιάς Αθήνας. Ο λόγος βασικά αυτής της χωροθετικής περιθωριοποίησης (πρακτικά, εκτός του αστικού ιστού), ήταν η ανάγκη να μην διαταραχθεί η ησυχία του σχεδόν ισάριθμου γηγενούς πληθυσμού.
Άλλος λόγος ήταν η προσπάθεια του Βενιζέλου να επιφέρει αλλοίωση της εκλογικής σύνθεσης της Αθήνας (φιλοβασιλικός πληθυσμός).





Η αστική τάξη, είδε στους πρόσφυγες μια καλή ευκαιρία για νέα, μεγάλα κέρδη, θεωρώντας τους ως αστείρευτη πηγή εργατικής δύναμης: φτηνή, και πολλή δουλειά, (σχεδόν) ανυπαρξία ταξικής συνείδησης και αδυναμία οργανωμένων διεκδικητικών αγώνων.

Η «νοσταλγική» και χιλιοτραγουδισμένη «Παλιά Αθήνα» των δεκαετιών 1920-1940, θα συνυπάρξει με μια άλλη Αθήνα. Αυτή των προσφυγικών οικισμών, μια πόλη ανείπωτης φτώχειας, αρρώστιας, μιζέριας και στερήσεων, που όμως θα καταφέρει μέσω της εσωστρέφειας και της απομόνωσης που της επιβλήθηκε από τα πάνω, να διατηρήσει τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των ανθρώπων της και να γίνει κατά την διάρκεια της Κατοχής, (αλλά και του Εμφυλίου δευτερευόντως), η εστία του παρτιζάνικου αγώνα πόλης. Οι πρόσφυγες, πιστοί στον βενιζελισμό μέχρι τουλάχιστον τη σημαδιακή χρονιά του 1931 (όταν οι συμφωνίες Βενιζέλου-Κεμάλ, θα δείξουν ότι η επιστροφή στις πατρογονικές εστίες είναι απλά ένα όνειρο), θα περάσουν σταδιακά στην κομμουνιστική αριστερά, για να παραμείνουν εκεί, μέχρι την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Λίγο πολύ, είναι γνωστός ο ρόλος που έπαιξαν συνοικισμοί όπως του Πολύγωνου, του Γηροκομείου, του Δουργουτίου, του Παναθηναϊκού, της Καισαριανής, της Δραπετσώνας, κλπ, στην διάρκεια της Κατοχής και ειδικά στον τελευταίο χρόνο της. Μιλάμε για την «άλλη», την «αδούλωτη», τη «ματωμένη» Αθήνα, που απελευθερώθηκε αρκετούς μήνες πριν από τον Οκτώβρη του 1944 από τους Γερμανούς.

Η αστική τάξη, είτε συνειδητά, είτε καθαρά από ταξικό ένστικτο, αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο που αποτελούσαν αυτοί οι συνοικισμοί - με την δυναμική της ταξικής σύγκρουσης που περιέκλειναν - για τα συμφέροντά της και για αυτό τους χτύπησε ανελέητα. Τόσο στην Κατοχή με τα γνωστά μπλόκα των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Αστυνομίας, όσο και στον Δεκέμβρη με τους πραιτοριανούς της. Είναι εύκολα εξηγήσιμη η στάση των Ριμινιτών, μετά την κατάληψη της ερημωμένης από τους κατοίκους της Καισαριανή: την έκαψαν, από τη μία άκρη ως την άλλη.

Ο Δεκέμβρης ήταν πάνω από όλα μια ταξική σύγκρουση, μια σύγκρουση των φτωχών, ενάντια των πλουσίων. Σε μια πιο ειδική οπτική, ήταν μια σύγκρουση της πλούσιας και σχεδιασμένης από αρχιτέκτονες Αθήνας, ενάντια στην άναρχα δομημένη πόλη, ενάντια στους απομονωμένους και φτωχούς εργατικούς συνοικισμούς που υπέθαλπταν τον ταξικό διαχωρισμό και σύγκρουση.

Αμέσως μετά τη Βάρκιζα, όλος αυτός ο πολεοδομικός διαχωρισμός έπρεπε να αλλάξει. Πρώτα απ’ όλα θα σταματήσει σταδιακά, η διασπορά των υπουργείων και των άλλων δημόσιων κτιρίων.

Από το 1937, ξεκινάει το project των Μεταξά-Κοτζιά για το «μπάζωμα» του Ιλισσού («Θάπτομεν τον Ιλισόν», είχε προαναγγείλει θριαμβευτικά ο δικτάτορας). Για οικονομικούς λόγους, το έργο δεν θα ολοκληρωθεί μέχρι το 1941, οπότε το ποτάμι θα λειτουργήσει ως φυσικό οχυρό των ανατολικών συνοικιών της Αθήνας στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής. Η κάλυψη του ποταμού, θα ξεκινήσει πάλι με εντατικούς ρυθμούς εν μέσω Εμφυλίου το 1948, για να δημιουργηθούν στην θέση του οι λεωφόροι του Β. Κωνσταντίνου, Αρδηττού και Καλλιρόης. Δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι αν ο Μεταξάς είχε προλάβει να ολοκληρώσει την καταστροφή του μεγάλου ποταμού της Αθήνας, ο Δεκέμβρης θα τελείωνε πριν καν αρχίσει.




Άλλο ένα οχυρό, για τις δυτικές αυτή τη φορά λαϊκές συνοικίες, θα καταργηθεί το 1954, με την διχοτόμηση της Λεωφόρου Ιωνίας (πλάτους 32 μέτρων) και την εγκατάσταση πάνω της των γραμμών του Ηλεκτρικού.

Παράλληλα, ξεκίνησαν εκτατικά και εντατικά, οι εργασίες για την κατάργηση της λαϊκής γειτονιάς. Ήδη από το 1945, ξεκίνησαν τα σχέδια πολλά από τα οποία (ηθελημένα ή ενστικτωδώς), κινήθηκαν με βάση την δεκεμβριανή εμπειρία:

Διάνοιξη Ακομινάτου από Λιοσίων μέχρι το Μοναστηράκι. Σύνδεση Παλαμηδίου με Δεληγιάννη (Μεταξουργείο). Σύνδεση Βασ. Κων/νου με Όλγας. Διάνοιξη Κολοκυνθούς μέχρι Ακομινάτου. Διαπλάτυνση όσο ήταν δυνατόν των οδών της παλιάς πόλης. Η άναρχη δόμηση, οι μικρές και πολλές φορές αθέατες αυλές, οι στενοί δρόμοι που καθιστούν την διέλευση οχημάτων (και πόσο μάλλον αρμάτων) αδύνατη, τα αδιέξοδα, κλπ, ακυρώνουν στην πράξη τα πλεονεκτήματα ενός καλά εξοπλισμένου και εκπαιδευμένου στρατού.

Με τον Αναγκαστικό Νόμο 1667 «περί λαϊκής κατοικίας» και τις όποιες συμπληρώσεις και τροποποιήσεις του, ξεκινάει το 1951 η δημιουργία τεράστιων πολυκατοικιών, για τη «στέγαση» του λαού:

Οι κάτοικοι των παραπηγμάτων του Πολυγώνου θα στεγαστούν σε 32 τετραώροφες και ομοιόμορφες πολυκατοικίες στον Άγιο Σώστη. Οι αστοί δεν θα ξεχάσουν τον ρόλο που έπαιξαν τα παραπήγματα τον Δεκέμβριο (βομβαρδίστηκαν από τους Άγγλους κατ΄ επανάληψη) στην επιτυχημένη για τον ΕΛΑΣ επιχείρηση αποκλεισμού και κατάληψης της Σχολής Ευελπίδων. Ο χώρος τους, θα μετατραπεί σε πάρκο για τους κατοίκους της Νότιας Κυψέλης και θα δημιουργηθεί περιφερειακός για τη σύνδεση των βορείων προαστίων με το Κέντρο.






Από το 1960 έως το 1969 ξεκίνησε η δημιουργία χαμηλόροφων πολυκατοικιών στον Ταύρο. Από το 1969 και μετά στην ίδια περιοχή κτίστηκαν 7όροφες και 11όροφες.
Από το 1967 και έπειτα, πολυκατοικίες 10 ορόφων στην Δραπετσώνα και άλλων στο Δουργούτι, στον Ασύρματο, στο Περιστέρι, στη Φιλαδέλφεια, στη Μεταμόρφωση και στο Μαρούσι.

Από το άρθρο,  Η Αριστερή Ιδεολογία στην Πολεοδομία στην Ελλάδα, από το 1960 ως το 1990 του Γεωργίου Μ. Σαρηγιάννη:

Το σχέδιο του Κράτους ήταν απλό και αποτελεσματικό: με την ευκαιρία της παροχής σωστής στέγης στους πρόσφυγες, διέλυε τον κοινωνικό ιστό, διασκορπίζοντας τους κατοίκους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ή, και σε περιπτώσεις που ένα τμήμα τους παρέμενε στον παλιό τους χώρο, τους διέλυε σε απρόσωπα συγκροτήματα με την «κατά στοίχους δόμηση», εμποδίζοντας την επανασυγκρότηση της παλιάς τους κοινωνικής ομοιογένειας και συνοχής. Οι αφηγήσεις των προσφύγων και οι περιγραφές τους για τη διάλυση αυτή είναι συγκλονιστικές, σε όλες τις περιπτώσεις που έχουμε καταγραφές.

(Αντίσταση σε αυτήν την κρατική πολιτική, υπήρξε μόνο στη Δραπετσώνα, η οποία ξεκίνησε από τους ίδιους τους κατοίκους, με σχηματισμό Συντονιστικής Επιτροπής, και στη συνέχεια πολιτικοποιήθηκε από την ΕΔΑ, μεμονωμένα όμως για τη Δραπετσώνα, και αργά πλέον για τους άλλους συνοικισμούς, μια και οι περισσότεροι είχαν ήδη διαλυθεί. Τα γεγονότα στη Δραπετσώνα είναι λίγο-πολύ γνωστά: το 1960, η Κυβέρνηση εκπόνησε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο αποκατάστασης των προσφύγων, το οποίο όμως διέλυε, όπως είδαμε, τον κοινωνικό ιστό των προσφυγικών συνοικισμών. Η αντίδραση στη Δραπετσώνα ήταν άμεση, (Αύγουστος 1960), η Αστυνομία προσπάθησε με τη βία να εκδιώξει τους παραπηγματούχους για να κτιστούν οι πολυκατοικίες, η περιοχή μπλοκάρεται από τους κατοίκους, επιστρατεύονται εκατοντάδες αστυνομικοί και αρχίζουν τα βίαια επεισόδια. Η «Μάχη της Παράγκας» έχει αρχίσει, και κορυφώνεται στις 14 Νοεμβρίου, όπου αποκόπτεται η περιοχή από 1000 αστυνομικούς. Οι βιαιότητες δεν έχουν προηγούμενο, παρεμβαίνουν βουλευτές της ΕΔΑ και της Ένωσης Κέντρου, και οι αστυνομικοί πετυχαίνουν να κατεδαφίσουν μόνο τέσσερα παραπήγματα. Οι εκπρόσωποι των προσφύγων και οι βουλευτές επισημαίνουν στους Εισαγγελείς ότι οι κατεδαφίσεις είναι παράνομες, διότι δεν είχαν ακόμη κυρωθεί από τη Βουλή, και δίνεται η εντολή αναστολής τους.
Τότε, γράφτηκε και το γνωστό τραγούδι «Δραπετσώνα» από τον Θεοδωράκη, σε στίχους που έγραψε επάνω στη μελωδία ο Τάσος Λειβαδίτης. Κατά το 1962, είχε διασπαστεί το κίνημα, κάποιοι αποδέχτηκαν την κατάσταση και άρχισαν σιγά-σιγά να κτίζονται οι πρώτες πολυκατοικίες. Με τη Δικτατορία του 1967, τα έργα επιταχύνθηκαν, μια και δεν υπήρχε αντίσταση πλέον, και ολοκληρώθηκαν).


Όπως και να είναι, δεν θα αλλάξουν πολλά πράγματα. Οι κάτοικοι της Αθήνας, θα ονομάσουν αυτές τις πολυκατοικίες «λαϊκές», «εργατικές» ή ακόμα και «προσφυγικές» και οι κάτοικοί τους, θα αισθανθούν την γκετοποίση για μία ακόμα φορά. Στην δεκαετία του 1970, οι περισσότεροι θα θέλουν πια να τις εγκαταλείψουν.

Αξίζει να διαβαστεί η «κοινωνιολογική» μελέτη κατοικίας που εκδόθηκε από το χουντικό υπουργείο οικισμού:

«...η καθυστερημένη αντίληψη για την ανάγκη οργάνωσης σε πρότυπα βιομηχανικών πόλεων του 19ου αιώνα" επισημαίνεται ότι "ο πραγματικός κίνδυνος από παρόμοιες λύσεις δεν είναι μόνο η μετατροπή των περιοχών σε κοινωνικά γκέτο ή σλαμς αλλά η πλήρης καταστροφή του αστικού περιβάλλοντος και των οικισμών μας που θα μετατρέπονται προοδευτικά σε θερμοκήπια μιας παρωχημένης μορφής συμβίωσης με κοινωνικά στεγανά στον χώρο. Το κοινωνικό μέλλον των οικισμών μας γίνεται προβληματικό. Οι δυσκολίες από έλλειψη προσαρμογής και κοινωνικής συμπεριφοράς πολλαπλασιάζονται, η διαλεκτική αυτοεξέλιξη της κοινωνικής μας ζωής ανακόπτεται... Η κατοικία ή η γειτονιά ή η πόλη αν αφεθούν να διαμορφωθούν αυθόρμητα μετατρέπονται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά σε φαινόμενα ταξικά.
Άρα ο ρόλος της άρνησης σ’ αυτήν την διαδικασία ανατίθεται στην οργανωμένη δόμηση που αποβλέπει στο να αμβλύνει τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στον αστικό χώρο που με την αυθόρμητη διαδικασία μεγιστοποιούνται».


Μετά την δικτατορία, ξεκινάει πια για τα καλά, η θεσμοθέτηση νέων, επιφανειακά «αταξικών» μεθόδων διάθεσης και κατασκευής της κατοικίας, με στόχο, ο προλετάριος ένοικος, να έχει την ψευδή συνείδηση της εξατομίκευσης, δηλαδή ότι μπορεί να συμμετάσχει από την αρχή, μέχρι το τέλος στη σχεδίαση και ολοκλήρωση της κατοικίας του με βάση τα προσωπικά του γούστα και ανάγκες του.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

1969, Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ανοιχτού στίβου

16 με 20 Σεπτεμβρίου 1969, οι 9οι Πανευρωπαϊκοί Αγώνες Στίβου στο Στάδιο Καραϊσκάκη.

Στην έναρξη των αγώνων, ο Ζωιτάκης, ως Αντιβασιλέας. Είναι ενδιαφέρον, ότι όλες οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις ενάντια στη Χούντα, μήνες πριν είχαν ξεκινήσει μια καμπάνια, κάνοντας δραματική έκκληση στους Ευρωπαίους αθλητές να μποϋκοτάρουν τους αγώνες.



Ο παράνομος τότε "Οδηγητής", η εφημερίδα της νεοσύστατης KNE, νεολαίας του ΚΚΕ, γράφει χαρακτηριστικά σε σημείωμα στην πρώτη σελίδα (τεύχος 8, Αύγουστος 1969) με τον τίτλο, 

Βοηθείστε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ΄την Ελλάδα:

... Όταν οι ίδιοι (εννοεί τους αθλητές) θα επιδίδονται στην ευγενική αθλητική άμιλλα, λίγα βήματα πιο πέρα, στις φυλακές και στα ξερονήσια του θανάτου θα βασανίζονται Έλληνες και Ελληνίδες ...

Τελειώνοντας, καλεί τους αθλητές να μην συμμετάσχουν και να απαιτήσουν να σταματήσουν τα βασανιστήρια στις ελληνικές Βαστίλλες.

Το ίδιο και η εφημερίδα του ΚΚΕ Εσωτερικού "Ριζοσπάστης¨ (Μαχητής), που στο φύλλο 9-10 τον ίδιο μήνα, θα δηλώσει ότι ο ελληνικός λαός δεν θα δεχθεί την ανακωχή εν όψει των αγώνων και κάθε συμμετοχή, θα αντιμετωπιστεί ως εχθρική πράξη.

Αυτό που είναι (προσωπικά για μένα) άκρως συγκινητικό, είναι η αφοπλιστική βεβαιότητα, που είχαν οι συντάχτες και των δύο εφημερίδων, ότι πρώτοι από όλους, θα μποϋκόταραν τους αγώνες οι ... σοβιετικοί αθλητές.

είμαστε βέβαιοι, ότι με επικεφαλής τους σοβιετικούς, οι αθλητές της Ευρώπης θα αρνηθούν να έρθουν στην Αθήνα, όπου κυβερνούν οι δολοφόνοι του συναθλητού του Γρηγόρη Λαμπράκη "Ριζοσπάστης¨ (Μαχητής), στο ίδιο φύλλο.

Γνωρίζουμε βέβαια τι έγινε. Οι σοβιετικοί αθλητές όχι μόνο ήρθαν, αλλά σάρωσαν και στα μετάλλια (δεύτερη θέση, αμέσως μετά από τους αθλητές της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας). Ο Βαλερί Μπροζόφ, θα ξεκινήσει ουσιαστικά στο στάδιο Καραϊσκάκη την μεγάλη καριέρα του, κατακτώντας την πρώτη θέση στα 100 μέτρα, με αποκορύφωμα την Ολυμπιάδα του Μονάχου το 1972, όπου θα νικήσει τους μαύρους Αμερικανούς αντιπάλους του, δίνοντας έτσι στην ΕΣΣΔ το χρυσό μετάλλιο στο ίδιο αγώνισμα.

Οι σοβιετικοί αθλητές θα φτάσουν να πάνε και στην Ολυμπιάδα της Σεούλ το 1988. Στη Σεούλ των σφαγέων δικτατόρων Τσουν και Ρο, μπροστά στους οποίους οι Παπαδόπουλος, Μακαρέζος και σία, μάλλον ως κεντροαριστεροί ή σοσιαλδημοκράτες θα χαρακτηρίζονταν. Στην Αθήνα του 1969 δεν θα πήγαιναν;


Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Η πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη

Για την αποκατάσταση της αλήθειας και επειδή δεν είναι καλό να διαβάζουμε την ιστορία του εργατικού κινήματος και γενικότερα την κοινωνική μας Ιστορία μέσα από εθνικιστικά γυαλιά:

Στις 14 Απριλίου 1942, πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα η πρώτη απεργία κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ξεκίνησε από τους Τριατατικούς (τηλεφωνία, τηλεγραφία, ταχυδρομείο), με πρωτοπορία το πανίσχυρο συνδικάτο τους και επεκτάθηκε στους υπόλοιπους δημοσιοϋπαλληλικούς χώρους και στη συνέχεια σχεδόν σε όλους τους εργαζόμενους τόσο στην Αθήνα, όσο και στις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις. Κύριο αίτημα των εργαζομένων, που έβγαιναν από τον τρομερό χειμώνα 1941-42, η επιβίωση.

Δεν είναι γνωστός ο λόγος, αλλά από πολύ νωρίς, αυτή η απεργία, θεωρήθηκε στην ελληνική κοινωνική ιστοριογραφία, ως η πρώτη απεργία στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ευρώπη. Για παράδειγμα, ο τίτλος του βιβλίου του αξέχαστου Α. Δημητρίου που εκδόθηκε το 1945 με θέμα την συγκεκριμένη κινητοποίηση ήταν: Η πρώτη απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη - Χρονικό της Κατοχής (εκδόσεις Πέτρου Καραβάκου).



Μιλάμε για ένα σοβαρό ιστορικό λάθος, στο οποίο υπέπεσαν ακόμα και αξιόλογοι μελετητές της Ιστορίας του εργατικού μας κινήματος, όπως ο Γιώργος Κουκουλές, όπου στο βιβλίο του, Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και οι ξένες επεμβάσεις (1944-1949),, σελίδα 46 (έκδοση 1995, από τον "Οδυσσέα), γράφει χαρακτηριστικά:

"Στο ΕΕΑΜ και στους έλληνες εργαζομένους ανήκει η τιμή της κήρυξης της πρώτης απεργίας στην κατεχόμενη Ευρώπη (απεργία των Τ.Τ.Τ., 14 Απριλίου 1942) και της ματαίωσης της πολιτικής επιστράτευσης".

Βέβαια, μερικά χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο ιστορικός διορθώνει το λάθος του (στο βιβλίο: "Η Ελλάδα '36-'49: Από την Δικτατορία στον Εμφύλιο", που επιμελήθηκε ο Χάγγκεν Φλάισερ εκδόσεις Καστανιώτη. 1η έκδοση 2003, βλ. το κεφάλαιο "Η συνέχεια στην ιστορία ως κριτική επανάληψη - η περίπτωση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, 1936-1948".)

Σήμερα, με λύπη βλέπουμε, ότι το συγκεκριμένο λάθος αναπαράγεται και μάλιστα επίσημα:






Εδώ για παράδειγμα γράφει:

Μία από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία του Πανευρωπαϊκού Εργατικού Κινήματος, η πρώτη απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη του 1942, που ξεκίνησε με πρωτοβουλία των «τριατατικών» εργαζόμενων στα ταχυδρομεία - τηλεγραφεία - τηλεφωνεία, στην Αθήνα της Κατοχής, και επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, ξυπνά μέσα από μία τιμητική εκδήλωση.

Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ) τιμούν τη Μεγάλη Απεργία της 14ης Απριλίου 1942, που ξεκίνησε από το Κεντρικό Ταχυδρομείο της Αθήνας, με μία υπαίθρια εκδήλωση μνήμης που θα πραγματοποιηθεί στην Πλατεία Κοτζιά, τη Μεγάλη Δευτέρα 14 Απριλίου, στις 12.30 το μεσημέρι, και με την κυκλοφορία ειδικού συλλεκτικού άλμπουμ, με επετειακό γραμματόσημο και ειδικό φάκελο με αναμνηστική σφραγίδα.


ή στο thetoc, όπου προσπαθεί κάπως να το σώσει:

Η 14η Απριλίου του 1942 είναι ιστορική ημερομηνία. Τότε έγινε η πρώτη μεγάλη απεργία (προηγήθηκε μια μικρή στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου) στην υπό ναζιστική κατοχή Ευρώπη.






Είναι αστείο να βλέπεις "έγκριτες" εφημερίδες όπως π.χ. η Ναυτεμπορική, να αντιγράφει από το συγκεκριμένο  blog , το ιστορικό της απεργίας της 14ης Απριλίου 1942. Δεν ενδιαφέρει η μη αναφορά στην πηγή, αλλά η αναπαραγωγή των όποιων λαθών. Το 2009, γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη απεργία δεν ήταν η πρώτη στην κατεχόμενη Ευρώπη, είχαμε γράψει, η πρώτη δημοσιοϋπαλληλική απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη. Στην πενταετία βέβαια, έχουν αυξηθεί οι διαδικτυακές πηγές και εννοείται, ούτε αυτό ισχύει. (Στην απεργία του Άμστερνταμ, συμμετείχαν οι περισσότεροι δημοσιοϋπαλληλικοί κλάδοι, με πρωτοπορία τους εκπαιδευτικούς). Δυστυχώς όμως, ούτε ο Ριζοσπάστης απόφυγε το συγκεκριμένο ατόπημα.



Ενδεικτικά, κάποιες απεργίες που προηγήθηκαν της δικής μας:

Στην Ολλανδία, 17, 18 και 19 Φεβρουαρίου 1941, μαζική απεργία που ξεκίνησε από τους εργαζόμενους στα ναυπηγεία και επεκτάθηκε στους υπόλοιπους κλάδους τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δημόσιου τομέα, παραλύοντας την οικονομική ζωή της χώρας. Ειδικά στο Άμστερνταμ, δεν κουνήθηκε φύλλο. Οι ολλανδικές πηγές αναφέρουν για 300.000 απεργούς. Οργανωτές, μέλη του Κ.Κ. Ολλανδίας.


Η μεγάλη απεργία των 100.000 εργατών μετάλλου στην περιοχή της Λιέγης, από τις 10 έως και 18 Μάη 1941. Επικεφαλής της απεργίας, το βελγικό κομμουνιστικό κόμμα, με ηγέτη τον πρόεδρό του Ζουλιέν Λαώτ (δολοφονήθηκε το 1950 από έναν φανατικό οπαδό του Λεοπόλδου).

(Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Βελγίου, είχε πολλά θύματα στον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Από τα 10.000 ενεργά μέλη που είχε τον Σεπτέμβριο του 1939, τα 5.000 κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ελάχιστοι γύρισαν στα σπίτια τους. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους, ο Γεφ φαν Έξτεργκεμ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Βελγίου, γραμματέας του ΚΚ Φλαμανδίας και ήρωας της εργατιάς της Αντβέρπης, ένας χαρισματικός προλεταριακός ηγέτης, που συνέδεσε έξοχα την ταξική πάλη με τις ιδέες του φλαμανδικού εθνικού Κινήματος).

Είναι αδύνατο να μην αναφερθεί, η μεγάλη απεργία των 100.000 ανθρακωρύχων στη Βόρεια Γαλλία (Nord Pas de Calais), στο κρίσιμο διάστημα 27 Μάη έως και 10 Ιουνίου 1941, απεργία που οργανώθηκε από στελέχη του Γαλλικού Κ.Κ., πριν ακόμα από την επέμβαση των ναζιστών στην Σοβιετική Ένωση - μια καλή απάντηση σε όσους κατηγόρησαν (και κατηγορούν) τους Γάλλους κομμουνιστές ότι ξεκίνησαν την αντίσταση μετά την είσοδο της ΕΣΣΔ στον πόλεμο.
The resistance in Nord-Pas-de-Calais.

Επίσης, από τα νορβηγικά ναυπηγεία ξεκίνησε η περίφημη melkestreiken (η απεργία για το γάλα), στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου 1941. (Στη Νορβηγία είχε προηγηθεί και απεργία των ηθοποιών θεάτρου τον Μάιο του 1941).

Μερικές ακόμα σκέψεις.

Ευχαριστούμε τον "Ανώνυμο" φίλο του blog, που επισήμανε το λάθος.

Μια καλή ερώτηση, είναι σε τι ποσοστό οι δημόσιοι υπάλληλοι στη χώρα μας, το 1942, ήσαν αριστεροί.

Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, προκατοχικά, ακολουθούσε τα δύο μεγάλα κόμματα του αστικού μπλοκ. Αυτό είναι μια λογική υπόθεση, που ενισχύεται, αν λάβει υπόψιν του κανείς, τις απηνείς διώξεις που υπέστησαν οι αριστεροί δημόσιοι υπάλληλοι από τη βασιλομεταξική δικτατορία. Ο χειμώνας του 1941-42, με το μεγάλο λιμό, επέφεραν τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και φυσικά πολλών δημοσίων υπαλλήλων. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς, ότι η υπακοή στο Law and Order των κατοχικών αρχών, οδηγούσε μαθηματικά στο νεκροταφείο, από την πείνα (όπως και η υπακοή στη λογική και πολιτική των μνημονιακών κυβερνήσεων του σήμερα, οδηγεί πάλι με μαθηματική ακρίβεια στην ανεργία και στην απόλυτη ένδεια). Η Πανυπαλληλική Επιτροπή Δημοσίων Υπαλλήλων, που οργανικά ανήκε στο Εργατικό ΕΑΜ και πρόσκειτο στο ΚΚΕ, ιδρύθηκε αρκετούς μήνες πριν την δημιουργία του ίδιου του ΕΑΜ. Για να καταλάβουμε το μέγεθος, τα ίδια τα γερμανικά αρχεία το 1943 (βλ. Μάρτιν Ζέκεντροφ), γράφουν ότι το 65% των δημοσίων λειτουργών και πάνω από το 90% των φοιτητών ήσαν Εαμίτες. Σε μια ανασκόπηση που είχε κάνει το 1975 περίπου ο μακαρίτης Άγγελος Ελεφάντης, είχε υπολογίσει ότι πάνω από το 30% των καπεταναίων του ΕΛΑΣ, ήσαν πρώην δάσκαλοι ! (βλ.Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης).

Δεν ενδιαφέρει στην τελική, το ποσοστό. Ενδιαφέρει ποιοι στάθηκαν ως κοινωνικοπολιτική πρωτοπορία στους δύσκολους εκείνους καιρούς και ποιοι πρωτοστάτησαν στους απεργιακούς και άλλους συνδικαλιστικούς αγώνες μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες παρανομίας και τρομοκρατίας. Ωραίοι οι αγώνες στα βουνά, το ένοπλο αντάρτικο, οι ηρωισμοί. Αλλά δεν πρέπει να αδικούμε ιστορικά ένα γιγαντιαίο και εξίσου ηρωικό εργατικό κίνημα, που έδωσε υπέροχες μάχες στα πλαίσια του αντιφασιστικού αγώνα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο εργαζόμενος που απεργούσε, έκανε στάση εργασίας ή διαδήλωνε το 1941-44, το έκανε στην κυριολεξία μπροστά στις γερμανικές κάνες. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, δεν είναι λίγο.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Η ΕΠΟΝ Κρήτης

Το τεύχος 13 του περιοδικού "Αντί", κυκλοφόρησε στις 22 Φεβρουαρίου του 1975. Ήταν κατά κάποιον τρόπο επετειακό, αφού είχε αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ύλης του στην ΕΠΟΝ, τιμώντας έτσι την επέτειο των 32 χρόνων από την ίδρυση της μεγαλύτερης αντιφασιστικής και δημοκρατικής οργάνωσης νεολαίας που γνώρισε ποτέ η χώρα μας. Η συγκεκριμένη επέτειος, ήταν και η πρώτη που έγινε σε συνθήκες νομιμότητας, μετά από το 1947. Από το αφιέρωμα αυτό, παρουσιάζονται εκτεταμένα αποσπάσματα από το άρθρο του Αντώνη Μπριλλάκη:

ΕΠΟΝ Κρήτης: Μια παράλληλη ιστορία.



[...] Oι πρώτες προσπάθειες για την αντιστασιακή οργάνωση της κρητικής νεολαίας έγιναν από πυρήνες της ΟΚΝΕ και του ΕΑΜ νέων, το φθινόπωρο του 1941και σε σύντομο διάστημα oι δυνάμεις αυτές, με άλλες ομάδες προοδευτικών και αριστερών νέων, προχώρησαν στην ίδρυση μιας πλατιάς οργάνωσης, της Παγκρήτιας Οργάνωσης Ελευθέρων Νέων (ΠΟΕΝ), που πρώτη όργωσε τους νεολαιίστικους χώρους και έθεσε τις βάσεις για ένα μαζικό αντιστασιακό κίνημα σ’ ολόκληρο το νησί. Η διαφωτιστική δουλειά στη νεολαία, με πατριωτικό διαπαιδαγωγικό περιεχόμενο, με προσανατολισμό αγωνιστικό για οργάνωση και δράση κάθε πρόσφορης τότε μορφής, στηριγμένης στα άμεσα προβλήματα επιβίωσης της νεολαίας, αποτέλεσαν τους πρώτους στόχους της ΠΟΕΝ, του πολυγραφημένου κεντρικού οργάνου της «Ελεύθερα Νειάτα», καθώς και άλλου έντυπου υλικού (χειρόγραφα δελτία ειδήσεων από συμμαχικούς ραδιοσταθμούς, προκηρύξεις κ.λπ.).

H ΠΟΕΝ υπήρξε τότε και η μόνη οργάνωση νεολαίας με την οποία υποχρεώθηκε να συνεργαστεί το κλιμάκιο της Αγγλικής Στρατιωτικής Αποστολής στα Χανιά. Από τις πρώτες προπαγανδιστικές αντιχιτλερικές και πατριωτικές εμφανίσεις της ΠΟΕΝ ήταν η τοιχοκόλληση αφισών και αυτοκόλλητων -τυπωμένων εκτός Ελλάδος- τέτοιου περιεχομένου, καθώς και η αναγραφή στους τοίχους των γερμανικών στρατώνων συνθημάτων -που έδειχναν ότι ήταν έργο Γερμανών στρατιωτών- αντιμιλιταριστικου περιεχομένου (GEHEN NACH HAUSE, πάμε στα σπίτια μας, WIR WOLLEN FRIEDEN, θέλουμε ειρήνη, SCHEISSEN SS, Σκ... SS) κλπ. Στα ίδια πλαίσια υπήρξαν και δραστηριότητες για μποϊκοτάρισμα της υποχρεωτικής δουλειάς σε γερμανικά έργα, για μικροσαμποτάζ σε υλικά των κατακτητών, για συγκέντρωση πληροφοριών στρατιωτικού χαρακτήρα. Κυρία όμως κατεύθυνση της ΠΟΕΝ ήταν η ανάπτυξη μαζικής, πολύμορφης δράσης, με επίκεντρα τους χώρους κατοικίας, δουλειάς και μόρφωσης. Αυτό εκφράστηκε με τη συγκρότηση τμημάτων μαθητικής και εργατικής ΠΟΕΝ, καθώς και καμουφλαρισμένων μαζικών φορέων. Τέτοιος φορέας ήταν ο «Συνεταιρισμός» σπουδαστών στα Χανιά, με σκοπό τις οικονομικές διεκδικήσεις, αλλά στην ουσία τη μετατροπή του σε κέντρο πολιτιστικής, πολιτικής, αντιστασιακής δράσης.

Αμέσως μετά την υπογραφή του ιδρυτικού της ΕΠΟΝ στην Αθήνα, υπήρξε συνάντηση απεσταλμένου του Κεντρικού Συμβουλίου της με εκπροσώπους της ΠΟΕΝ (Απρίλης 1943). Και ύστερα από ενημέρωση για τους σκοπούς και το χαρακτήρα της νέας πανελλαδικής οργάνωσης, αποφασίστηκε η προσχώρηση σ’ αυτήν της ΠΟΕΝ και η μετατροπή του κεντρικού της οργάνου «Ελεύθερα Νειάτα» - σε όργανο της ΕΠΟΝ, καθώς και όλων των οργανώσεων της ΠΟΕΝ σε οργάνωση της ΕΠΟΝ.

[...]
Αυτό καθ’ αυτό το γεγονός δημιούργησε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και αγωνιστικής έξαρσης, έδωσε καινούργια ώθηση στην του κινήματος αντίστασης της κρητικής νεολαίας. Στα δύο και πάνω χρόνια που πέρασαν από τότε ως την απελευθέρωση της Κρήτης, αναπτύχθηκε μια πολύπλευρη αντιστασιακή δράση με έμπνευση και καθοδήγηση των οργανώσεων της ΕΠΟΝ Κρήτης, που ολοένα και περισσότερο κατακτούσαν τις μάζες της κρητικής νεολαίας. Από την αναγραφή αντιχιτλερικών πατριωτικών συνθημάτων στους τοίχους, ως τη διανομή του παράνομου τύπου και το «χωνί». Και από την οικοδόμηση τεχνικών μηχανισμών της αντίστασης (εκδοτικών, πλαστών ταυτοτήτων κ.λπ.) ως την πάλη για την επιβίωση, τη συγκρότηση μαχητικών ομάδων στις πόλεις και την ενίσχυση και την πύκνωση των γραμμών του ΕΛΑΣ.

Χαρακτηριστικές κινητοποιήσεις της νεολαίας στην Κρήτη, με πρωτοβουλία της ΕΠΟΝ, για ψωμί, συσσίτια και υποφερτές συνθήκες μόρφωσης, ήταν η μαθητική διαδήλωση στο Ρέθυμνο, το 1943, και οι απεργίες και οι συγκεντρώσεις των μαθητών όλων των γυμνασίων στα Χανιά, 1944, όπου ξεπήδησε και ο στίχος «πεινάμε, πεινάμε - ψωμάκι, λαδάκι - κύριε Πασαδάκη». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κουίσλιγκ, υπουργός-διοικητής Κρήτης Πασαδάκης, αναγκάσθηκε να πάει επί τόπου και να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών μαθητών. Επί μέρους, σειρά κινητοποιήσεις τέτοιου χαρακτήρα έγιναν με επίκεντρο το «συνεταιρισμό» σπουδαστών, την εργατική ΕΠΟΝ και άλλους φορείς στα Χανιά και στους άλλους νομούς της Κρήτης.

Εξ άλλου, οι ΕΠΟΝίτες, ιδιαίτερα του εργατικού τομέα, έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο σε ευρύτερες λαϊκές κινητοποιήσεις για την επιβίωση, όπως η μαζική συγκέντρωση μπροστά στο κτίριο της Γενικής Διοίκησης Κρήτης (1943), η επίταξη αποθηκών τροφίμων, μαυραγοριτών εμπόρων, στα Χανιά (1944), και η δωρεάν διανομή τους στο λαό, από επιτροπή.

Ανάμεσα εξ άλλου στις ποικίλες μαζικές αντιστασιακές πατριωτικές εκδηλώσεις. χαρακτηριστικές ήταν το στεφάνωμα των μνημείων των ηρώων στα Χανιά, στις 25 Μάρτη 1944, που συνοδεύτηκε με σκόρπισμα προκηρύξεων ακόμα και μέσα στη Μητρόπολη, την ώρα της δοξολογίας και παρουσία του Πασαδάκη και των γερμανικών και προδοτικών επίσημων Αρχών. Την εκδήλωση αυτή ακολούθησαν φυσικά μπλόκα των Γερμανών και συλλήψεις. Ανάλογες μαζικές εκδηλώσεις έγιναν την Πρωτομαγιά του 1944 στον Κάρμηλο (λόφο λίγο έξω από τα Χανιά), με αντίστοιχες αντιδράσεις του τρομοκρατικού μηχανισμού των κατακτητών, καθώς και στους άλλους νομούς του νησιού.

Η ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος και στην Κρήτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια ακατάπαυστη εκπολιτιστική δραστηριότητα της ΕΠΟΝ, εκφραζόμενη στο σύνθημα «πολεμάμε και τραγουδάμε»:
Από τα μικρά «πάρτι» που μετατρέπονταν σε χώρους αντιστασιακών εκδηλώσεων (πεταχτές ομιλίες, απαγγελίες, τραγούδια, έρανοι) και στρατολογίας νέων αγωνιστών, ως την αξιοποίηση κάθε καθιερωμένης εορταστικής εκδήλωσης στις πόλεις και τα χωριά, στους μαζικούς συλλόγους και -στην πορεία- ως τη συγκρότηση ειδικών κέντρων εκπολιτιστικής δράσης (παράνομων λεσχών, ερασιτεχνικών χορωδιών και θεατρικών ομίλων). Ο «συνεταιρισμός» σπουδαστών στα Χανιά έπαιξε σοβαρό ρόλο σ' αυτές τις προσπάθειες. Ανάμεσα στα άλλα -συγκροτώντας αξιόλογο θεατρικό όμιλο- κατάφερε ν’ ανεβάσει την αντιστασιακού περιεχομένου επιθεώρηση «Λίγα απ’ όλα», ξεπερνώντας τα φράγματα της λογοκρισίας των κατακτητών (Γενάρης 1944). Οι παραστάσεις αυτής της επιθεώρησης -κράτησε αρκετό διάστημα-μετατρέπονταν από τους θεατές σε αντιστασιακές εκδηλώσεις.

Βαρυσήμαντο στοιχείο στην πορεία ανάπτυξης του αντιστασιακού κινήματος της νεολαίας και στην Κρήτη ήταν η δημιουργία των όρων για συγκρότηση μαχητικών ομάδων, στις πόλεις και την ύπαιθρο, και η ενίσχυση τελικά του ΕΛΑΣ με υλικοτεχνικά μέσα και μαχητές. Πρωτοπόροι ΕΠΟΝίτες πήραν μέρος στην υποδειγματική δράση των μαχητικών ομάδων για την τιμωρία των προδοτών και συνεργατών των κατακτητών, που οργάνωσαν οι αντιστασιακές οργανώσεις της Αριστερός στην Κρήτη. Κάθε σχετική δραστηριότητα, μαζί και οι εκτελέσεις, ανακοινώνονταν με πειστική αιτιολόγηση τα βράδια, με το «χωνί» ή με προκηρύξεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρ’ όσα ακολούθησαν μετά την απελευθέρωση, δεν υποβλήθηκαν μηνύσεις κατά των «εκτελεστών» των συνεργατών αυτών του εχθρού.

Σημαντικός επίσης υπήρξε ο ρόλος των ΕΠΟΝιτών στις γραμμές του ΕΛΑΣ, στις μάχες που έδωσε ενάντια στους χιτλερικούς κατακτητές και για την εξουδετέρωση ορισμένων προσπαθειών συγκρότησης προδοτικών ένοπλων ομάδων. Το ίδιο και στην πλαισίωση των μηχανισμών και των υπηρεσιών που δημιουργήθηκαν στην ελεύθερη περιοχή της Κρήτης (Κεραμιά - Παναγιά Χανιών), όπου είχε εγκατασταθεί η έδρα της Vης μεραρχίας του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης - ΕΟΚ (αντιστασιακής οργάνωσης των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων), συνεργαζόμενες στενά με το κλιμάκιο της αγγλικής στρατιωτικής αποστολής.

Στη μεγάλη μάχη της Παναγιάς (1944) οι ανταρτοεπονίτες του ΕΛΑΣ πήραν μέρος με ενθουσιασμό. Κι έδωσαν -μια σειρά απ' αυτούς- την ίδια τη ζωή τους. Ανάμεσά τους ο Σπύρος Περράκης, ο Γιάννης Τζιτζιφιανάκης, τα δυο αδέλφια Παντελάκη. Το επιφώνημα «Ζήτω το ΙΠΟΝ» του Άγγλου αξιωματικού Τζων, που παρευρισκόταν στη μάχη, είναι πολύ ενδεικτικό. Το ίδιο σημαντική υπήρξε η συμμετοχή των ανταρτοεπονιτών στις μάχες της Κρύας Βρύσης, όπου διαλύθηκε το προδοτικό τάγμα Χωροφυλακής του Παπαγιαννάκη, και των Μεσκλών, όπου έγινε το ίδιο με τις προδοτικές ένοπλες ομάδες που επεχείρησε να συγκροτήσει ο Γερμανός «ελληνιστής» δήμιος Σούμπερ.

Τελευταίες χαρακτηριστικές αντιστασιακές εκδηλώσεις της ΕΠΟΝ Κρήτης -το 1945- ήταν οι σχετικές με δουλειά για την αυτομόληση και τη λιποταξία Γερμανών στρατιωτών και αξιωματικών και ο γιορτασμός -στις 8 Μάη- της λήξης του πολέμου και ταυτόχρονα της Πρωτομαγιάς, μέσα σε συνθήκες, ακόμα, γερμανικής κατοχής στα Χανιά.

Η ανάπτυξη της αντιστασιακής δράσης της ΕΠΟΝ στην Κρήτη, όπως και σε όλη τη χώρα, συντελούνταν σε συνθήκες συνεχών διώξεων. Εκατοντάδες ΕΠΟΝίτες πέρασαν από τα άντρα της Γκεστάπο, από τα στρατόπεδα και τις φυλακές του «Φρούριου Κρήτης», όπως είχε ονομαστεί από τους χιτλερικούς η κατεχόμενη μεγαλόνησος. Το πιο ισχυρό πλήγμα που δέχτηκε η οργάνωση της ΕΠΟΝ Κρήτης ήταν αυτό που αφετηρία είχε τη σύλληψη του ηγετικού της στελέχους Δ. Λιονάκη (Μάης 1944) -που εκτελέστηκε τελικά- από δραστηριότητα του προβοκάτορα Βαρδουλάκη, που εισχώρησε, σαν σύνδεσμος, σε κεντρικό μηχανισμό της ΕΠΟΝ στην Αθήνα. Δεκάδες στελέχη και μέλη της ΕΠΟΝ κυνηγήθηκαν τότε, συνελήφθησαν και δικάστηκαν σε βαριές ποινές, όπως ο αξέχαστος Μανώλης Παπουτσάκης, που καταδικάστηκε σε θάνατο.

Μεγάλος είναι γενικά ο αριθμός των εκτελεσθέντων ΕΠΟΝιτών στην Κρήτη κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η συλλογή όλων των σχετικών στοιχείων δεν είναι του παρόντος. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ονόματα ορισμένων από τους άξιους συναγωνιστές μας που θυσιάστηκαν, όπως του Λούλη Παναγιωτάκη, του Σπύρου Βαρδάκη - εκτελέστηκε μαζί με τον πατέρα του Γιώργη και του τελευταίου εκτελεσμένου από τους Γερμανούς ΕΠΟΝίτη (1945), του Στέφανου Σκαράκη, από τη Ν. Χώρα Χανιών.


Κρητικά Νιάτα. Όργανο του Συμβουλίου Περιοχής ΕΠΟΝ Κρήτης. Φύλλο της 24.01.1946.
Η ΕΠΟΝ στην Κρήτη -μαζί με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις της Αριστερός που σπονδυλική στήλη είχαν το ΚΚΕ- επιτέλεσε ένα τεράστιο πατριωτικό, αντιφασιστικό, δημοκρατικό, προοδευτικό έργο, την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Και συνδέθηκε με ακατάλυτους δεσμούς, κυριολεκτικά με τις πλατιές μάζες της κρητικής νεολαίας.

H ανάπτυξη της ΕΠΟΝ έγινε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες του απομονωμένου νησιού, όπου εκτός των άλλων ακολουθήθηκε σωστή και επιτυχής πολιτική από την τοπική οργάνωση και τα στελέχη του ΚΚΕ, πολιτική ενωτική, στηριγμένη στον απαιτούμενο συσχετισμό δυνάμεων, πολιτική χωρίς τα λάθη και τις υπερβολές που σημειώθηκαν κεντρικά και σε άλλες περιοχές. Μόνον έτσι έγινε δυνατό και να πραγματοποιηθεί αυτό το έργο αλλά και να διατηρηθούν μεταπελευθερωτικά -από την ΕΠΟΝ και τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς- οι δεσμοί τους με τις πλατιές λαϊκές μάζες. Και μάλιστα σε τοπικές συνθήκες ισχυρής παράδοσης συντηρητικού Βενιζελισμού και όχι προδοτικής ή παθητικής στάσης -κατά κανόνα- της τοπικής πολιτικής ηγεσίας του Κέντρου και της Δεξιάς έναντι των κατακτητών. Μόνον έτσι, επίσης, παρά το γεγονός ότι το πιο αντιδραστικό τμήμα αυτών των πολιτικών δυνάμεων, αμέσως μετά την απελευθέρωση, επεχείρησε να δημιουργήσει κλίμα εμφύλιας διαμάχης (αιματηρά γεγονότα στο Ρέθυμνο, το Γενάρη 1945, όπου δολοφονήθηκε ο γραμματέας της ΕΠΟΝ Μ. Πραματευτάκης, και παρόμοια στα Χανιά, το Μάη 1945) η ΕΠΟΝ και οι άλλες δυνάμεις της Αριστερός κατάφεραν να αντιδράσουν αποτελεσματικά, να διατηρήσουν και να προωθήσουν κατακτήσεις ελεύθερης πολιτικής παρουσίας και δράσης.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο πρώτο πανελλαδικό συνέδριο της ΕΠΟΝ (Γενάρης 1946) η οργάνωσή της στην Κρήτη αριθμούσε είκοσι χιλιάδες μέλη και διέθετε 108 λέσχες, κέντρα πολιτικής και μορφωτικής δουλειάς. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι η ΕΠΟΝ Κρήτης αναπροσάρμοσε γρήγορα τη δραστηριότητά της στις νέες συνθήκες, πετυχαίνοντας να βρίσκεται πάντα στις πρώτες γραμμές κάθε εκδήλωσης του προοδευτικού κινήματος στην περίοδο αυτή. Τέλος, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, παρά τα γενικά λάθη της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ, που παρέσυραν το κίνημα στην ένοπλη σύγκρουση του 1946-49 και στην ήττα, στην Κρήτη, με την καθοδήγηση της ΕΠΟΝ και των άλλων δυνάμεων της Αριστερός, αναπτύχθηκε το 1945-47 ένα ισχυρό μαζικό κίνημα, με οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, και περιφρουρήθηκαν ως την τελευταία ώρα οι κατακτήσεις για νομική αγωνιστική δράση.

Αυτό εκφράστηκε σε σειρά μαζικές κινητοποιήσεις, όπως η μαχητική παρέλαση-διαδήλωση της ΕΠΟΝ στα Χανιά, στις 25 Μάρτη 1947, και ακόμα περισσότερο στην παλλαϊκή απεργία (εργατών, αγροτών, επαγγελματιών) την ίδια περίοδο, που νέκρωσε το νησί και αποτελεί υπόδειγμα οργάνωσης, μαζικότητας και περιφρούρησης. Τέλος, εκφράστηκε ακόμα και στα αποτελέσματα της μάχης της αποχής από τις βουλευτικές εκλογές και της συμμετοχής στο δημοψήφισμα (1946), που υπήρξαν θετικά, παρά τη λαθεμένη γενική γραμμή στις μάχες αυτές.

Δυστυχώς η πορεία αυτή ανακόπηκε τον Απρίλη 1947 και στην Κρήτη με την έναρξη του εμφύλιου πολέμου. Και όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι ΕΠΟΝίτες, στην παρανομία, διωκόμενοι, συλλαμβανόμενοι και εκτελούμενοι, βρέθηκαν στις πρώτες γραμμές τού νέας μορφής αγώνα, με τίμημα, σε θύματα, πολύ ακριβό.

Η δολοφονία του ΕΠΟΝίτη Λιονάκη στη Χαλέπα Χανιών, του Ε. Μπιτζανάκη και του Παπαδεράκη στην Κίσσαμο, η εκτέλεση των στελεχών της ΕΠΟΝ Βαγγελιώς Φωτάκη και Βαγγελιώς Αρμενάκη στο Ηράκλειο, ο σκοτωμός σε ένοπλη σύγκρουση των Μιχ. Διγενάκη, Ν. Τσατσαρονάκη, Νίτσας Παπαγιαννάκη (Χανιά) και του Δ. Ηλιάκη (Ηράκλειο) σημαδεύουν την ηρωική πορεία της ΕΠΟΝ Κρήτης στην περίοδο αυτή. Και ο θάνατος του Θ. Σαρτζετάκη, μέλους του Συμβουλίου Περιοχής Κρήτης της ΕΠΟΝ, που κυριολεχτικά έσβησε, παράνομος, μέσα σε κρύπτη στο Ηράκλειο, το 1949, υπογραμμίζει το αγωνιστικό ήθος και το πνεύμα ηρωισμού και θυσίας με τα οποία γαλουχήθηκε η γενιά της ΕΠΟΝ.

Διαβάστε:
Το τεύχος 13 του Αντί, της 22.02.1975, στο blog «Ο Εχθρός του Λαού»,

 Η θρυλική ΕΠΟΝ και η δράση της στην Κρήτη. Άρθρο της κυρίας Άννας Μανουκάκη - Μεταξάκη, στην εφημερίδα «Πατρίς» του Ηρακλείου (28.02.2005).

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η πρώτη δίκη του «Ρήγα Φεραίου».

«Έλληνες φοιτητές, σημαιοφόροι των ωραίων αγώνων για δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία, συνεχιστές των ηρωικών παραδόσεων της ελληνικής νεολαίας και του φοιτητικού κινήματος. Ο Ρήγας Φεραίος σάς καλεί στο νέο προσκλητήριο της Ελλάδας».

(Από την ιδρυτική διακήρυξη της Πανελλήνιας Αντιδικτατορικής Οργάνωσης Σπουδαστών «Ρήγας Φεραίος»).

Στις 27 Δεκέμβρη 1967, ιδρύεται η Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Σπουδαστών (ΠΑΟΣ) «Ρήγας Φεραίος», βασικά ως παράρτημα του «Πατριωτικού Απελευθερωτικού Μετώπου» της ΕΔΑ, στο χώρο της σπουδάζουσας νεολαίας. Η δράση του «Ρήγα Φεραίου» στους πανεπιστημιακούς χώρους τους πρώτους μήνες του 1968, ήταν εντυπωσιακή: Διανομή εκατοντάδων προκηρύξεων και φυλλαδίων με αντιχουντικό περιεχόμενο, αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους, στρατολόγηση μελών, κλπ.

Ο παράνομος «Θούριος», δελτίο του «Ρήγα Φεραίου».

Γρήγορα, όμως άρχισε και η αντίδραση των κατασταλτικών μηχανισμών της Χούντας, με γενικευμένες συλλήψεις, δίκες, πολυετείς φυλακίσεις, αλλά και αποβολές από τις πανεπιστημιακές σχολές, υποχρεωτική στράτευση, κλπ. Μια αντίδραση, η οποία θα συνεχιστεί σχεδόν αμείωτη ως προς την έντασή της, σε όλη την διάρκεια της επταετίας. Εποχή θα αφήσει το περίφημο «σπουδαστικό» τμήμα της Ασφάλειας, με υπεύθυνο τον διαβόητο αστυνόμο Κωνσταντίνο Καραπαναγιώτη.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1968, στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, ξεκίνησε η πρώτη, από μια σειρά δίκες, που έμελλε να ονομαστούν στην ιστορία της αντιδικτατορικής αντίστασης, ως «Δίκες του Ρήγα Φεραίου». Οι δίκες αυτές, συγκλόνισαν την ελληνική, αλλά κυρίως την διεθνή κοινή γνώμη: Αποκάλυψαν ότι υπήρχε αντίσταση ενάντια στη Χούντα των συνταγματαρχών και επιπρόσθετα, κατέδειξαν ολοφάνερα το παρανοϊκά, ανελεύθερο καθεστώς που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, ένα καθεστώς που παραβίαζε τις στοιχειώδεις δημοκρατικές αρχές και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Είμαι μέλος του Ρήγα Φεραίου …Εβασανίσθην εις την Γενική Ασφάλεια Αθηνών και εις τον Διόνυσο. Από την συνεχή φάλαγγα και το ξύλο εις τα γεννητικά όργανα και εις παν μέρος του σώματος με βούρδουλα, μέχρι τα ηλεκτρικά καλώδια, το κάψιμο των χεριών με τσιγάρα, τας σταγόνας εις το μέτωπον, την εικονικήν εκτέλεσιν, την ταφήν εις τάφρον – λάκκον θεοσκότεινον … Δεν μετανοώ δια τας αντιδικτατορικάς μου πράξεις. Πιστεύω εις την πάλη του λαού. Ο λαός θα συντρίψει τους τύραννους του».
Νίκος Κιάος: Απολογία και ταυτόχρονα καταγγελία βασανιστηρίων.  -21 χρόνια φυλακή.


Οι κατηγορούμενοι



Η πρώτη δίκη των Ρηγάδων στο Έκτακτο Στρατοδικείο. 20-25 Νοεμβρίου 1968.

1. Αθανασίου Αθανάσιος
2. Γιανναδάκης Νίκος
3. Γιούργος Κώστας
4. Γιούργου Πελαγία
5. Θεοδωρίδης Α.
6. Καρυωτάκης Κώστας
7. Κιάος Νίκος
8. Κλαυδιανός Παύλος
9. Λιάππα Αφροδίτη
10. Μαργαρίτης Αντώνιος
11. Μαργαρίτης Νίκος
12. Μποτζάκης Γιώργος
13. Σαββάκης Ανδρέας
14. Σβάνας Β.
15. Σταματάκης Νικηφόρος
16. Τυλλιανάκης Μ.

Το κατηγορητήριο, πολυσέλιδο, με την υπογραφή του μετέπειτα «Προέδρου» της Χούντας του Ιωαννίδη, του Φαίδωνα Γκιζίκη (ο άνθρωπος, που το καλοκαίρι του 1974, θα παραδώσει ασθμαίνων και πανικόβλητος την εξουσία στους πολιτικούς).

Η δικτατορία δεν προέβη στη σύνταξη νέων, έκτακτων νομοθετημάτων, αφού το αντιδραστικό νομικό οπλοστάσιο – κληρονομιά των προηγούμενων «δημοκρατικών κυβερνήσεων» και της ανώμαλης εμφυλιακής περιόδου – ήταν υπεραρκετό. Έτσι, οι 16 νεολαίοι, θα δικάζονταν με τον περίφημο Αναγκαστικό Νόμο 509 του 1947, των Σοφούλη-Τσαλδάρη-Λαδά, τον νόμο που έθετε εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και ποινικοποιούσε τα αριστερά φρονήματα. Όπως ακριβώς και το βενιζελικό ιδιώνυμο χρησιμοποιήθηκε από τη μεταξική δικτατορία για να διώξει εκτός από αριστερούς και πολλούς κεντρώους, ακόμα και συντηρητικούς πολίτες που ήσαν αντίθετοι με το τετρααυγουστιανό καθεστώς, έτσι και η Χούντα, θα χρησιμοποιήσει τον 509, για να διώξει πολλούς άλλους αντίθετους, ασχέτως πολιτικής τοποθέτησης (ειδικά μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα του Δεκεμβρίου του 1967, ο νόμος θα χρησιμοποιηθεί, ακόμα και εναντίον παραδοσιακών δεξιών πολιτών).

Γράφει μεταξύ άλλων, ο Ηρακλειώτης δικηγόρος Δημήτρης Ξυριτάκης για τη συγκεκριμένη δίκη [περιοδικό «Αντί», τεύχος 885, 22.12.2006, αφιερωμένο στον αξέχαστο Ηρακλειώτη, ήρωα του αντιδικτατορικού αγώνα και πρωταγωνιστή της δίκης αυτής, Νίκο Γιανναδάκη (1946-1998)]:

Πρόεδρος ήταν ένας εφέτης από την Αθήνα (Κωνσταντίνος Κουτουρίσης), ενώ την πενταμελή σύνθεση του στρατοδικείου συμπλήρωναν τέσσερις αξιωματικοί του στρατού: ο Ζαχαρίας Ιωάννου, αντισυνταγματάρχης, ο Νοστράκης Δημήτριος, αντισυνταγματάρχης, ο Γιαννακόπουλος Κυριάκος, ταγματάρχης, και ο Νοδάρος Νικόλαος, ταγματάρχης. Ως Βασιλικός Επίτροπος έλαβε μέρος στο δικαστήριο για να υποστηρίξει την κατηγορία ο εισαγγελέας Αθηνών Ιωάννης Λιάπης, γνωστός για την αδιαλλαξία και τον φανατισμό με τον οποίο υποστήριζε τις κατηγορίες εναντίον κατηγορουμένων στο στρατοδικείο Αθηνών.

Ως συνήγοροί των κατηγορουμένων παρέστησαν οι παρακάτω δικηγόροι: Χαλκιάς Χρίστος, Αργυρόπουλος Χριστόφορος, Παρασκευόπουλος Γεώργιος, Ανέστης Θεοφάνης, Θεοτοκάτος Γεώργιος, Κιζιρίδης Κωνσταντίνος, Πουλιόπουλος Νικόλαος, Μαγκάκης Γεώργιος, Κοψίδου Γεωργία, Καρράς Αργύρης, Παλαιολογόπουλος Αριστοτέλης, Αλεξάκης Ορέστης, Στόφορος Θ. και Σκουλαρίκη Βαρβάρα.

Εναντίον των κατηγορουμένων κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας οι αξιωματικοί της αστυνομίας Κωνσταντίνος Καραπαναγιώτης του Γεωργίου και Γουρνιάς Νικόλαος του Γεωργίου, οι οποίοι επιβεβαίωσαν τις εναντίον τους κατηγορίες.

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ

Κύριοι στρατοδίκες,


Οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι είναι νόμιμες και ο αγώνας μας αποτελεί συνέχεια των αγώνων της ελληνικής νεολαίας.
Μας κατηγορούν ότι αποφασίσαμε να ανατρέψουμε δια της βίας την εξουσία. Η αλήθεια είναι ότι θέλουμε να επαναφέρουμε τη Δημοκρατία και την Ελευθερία στην Ελλάδα. Θέλουμε επίσης να αποκατασταθεί η ανεξαρτησία της χώρας μας...
Σε ότι με αφορά, ανήκω στην Αριστερά γιατί πιστεύω ότι είναι το πιο υπεύθυνο κόμμα...
Ανήκα στην ΕΔΑ, δεν το αρνούμαι... μα η ΕΔΑ δεν περιελάμβανε μόνο κομμουνιστές.

Πρόεδρος (εφέτης Κουτουρίσης): Πώς αντιλαμβάνεσθε την άσκηση της Δημοκρατίας;


Γιανναδάκης: Η Δημοκρατία πρέπει να λειτουργεί έτσι ώστε να εξασφαλίζονται oι συνθήκες για να εκφράζει κάθε πολίτης ελεύθερα τη γνώμη του.


Πρόεδρος: Αν, λοιπόν, θεωρήσετε ότι αυτές οι συνθήκες έχουν εξασφαλιστεί, θα δώσετε δικαίωμα λόγου σε αυτούς που έχουν αντίθετη με σας γνώμη;


Γιανναδάκης: Ναι, βέβαια, αφού αυτή είναι και η θέληση του λαού.

[Στο σημείο αυτό ο κατηγορούμενος ζητά το λόγο για να κάνει μια δήλωση]

Θα ήθελα να δηλώσω ότι η κατάθεσή μου στην αστυνομία έχει πλαστογραφηθεί και ότι κατά την ανάκρισή μου υποβλήθηκα σε βασανιστήρια.

Πρόεδρος: Ποιος σας εισήγαγε στην οργάνωση;


Γιανναδάκης: Η συνείδησή μου. Ότι έκαμα το έκαμα μόνος μου, με τη δική μου θέληση, χωρίς πίεση ή επηρεασμό.


[Στη συνέχεια το λόγο παίρνει για να κάνει ερωτήσεις ο Λιαπής]


Βασιλικός Επίτροπος: Ο πατέρας σου ήταν κομμουνιστής;


Γιανναδάκης: Όχι, ο πατέρας μου δεν ήταν κομμουνιστής, μα έλαβε μέρος στην Αντίσταση ενάντια στη γερμανική κατοχή.

[Τον Λόγο στη συνεχεία πέραν τα υπόλοιπα μέλη του στρατοδικείου]

Στρατοδίκες: Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν νόμιμο, θα ήσασταν μέλος του;


Γιανναδάκης: Ναι.


Στρατοδίκες: Ξέρετε τι είναι μαρξισμός-λενινισμός;


Γιανναδάκης: Ναι, ξέρω.


Στρατοδίκες: Γνωρίζετε ότι επανάσταση επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιο. 

 Έτσι λοιπόν η Επανάσταση της 21ης Απριλίου είναι νόμιμη. Διευκρινίστε μου λοιπόν: Στρέφεστε εναντίον του κοινωνικού συστήματος ή της στρατιωτικής εξουσίας;

Γιανναδάκης: Αντιτίθεμαι στη στρατιωτική κυβέρνηση γιατί κατήργησε το Σύνταγμα.

Λιαπής: Κοινωνικά αποβράσματα οι κατηγορούμενοι.


Μετά τους κατηγορημένους τον λόγο πήρε ο Λιαπής για να υποβάλει την πρότασή του. Απαξιωτικός και χλευαστικός, ο άθλιος αυτός δικαστικός δεν δίστασε να συνοδεύσει την καταδικαστική του πρόταση με βαρείς χαρακτηρισμούς: Είστε, είπε απευθυνόμενος στους κατηγορουμένους, κοινωνικά αποβράσματα, έτοιμοι να συνεργαστείτε για την καταστροφή της Ακρόπολης.


Οι ποινές που επιβλήθηκαν, στην κυριολεξία εξοντωτικές - σε σχέση με τις πράξεις για τις οποίες οι κατηγορούμενοι δικάζονταν - μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης, που ξεκινούσαν από τα έξι και έφταναν στα 21 χρόνια.

Οι περισσότεροι από τους καταδικασθέντες, θα παραμείνουν στη φυλακή για έξι τουλάχιστον χρόνια, για να απελευθερωθούν με το περίφημο «πείραμα Μαρκεζίνη» και την απόπειρα εκδημοκρατισμού του καθεστώτος, που επιχείρησε ο ίδιος ο αρχιπραξικοπηματίας Παπαδόπουλος, το καλοκαίρι του 1973.

Διαβάστε:

• “Les etudiants Grecs accusent”, Παρίσι 1969 (les Éditeurs français réunis). («Οι Έλληνες φοιτητές κατηγορούν»). Ένα εξαιρετικό δικαστικό ρεπορτάζ, γραμμένο από την Nicole Dreyfus, η οποία παρακολούθησε την δίκη, ως παρατηρητής της «Διεθνούς Ένωσης των Δημοκρατικών Νομικών». Η Dreyfus (1924-2010), δευτερανηψιά του Άλφρεντ Ντρέυφους (η υπόθεση του οποίου συγκλόνισε τη Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα), ήταν η δόξα των νομικών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας. Μια υπέροχη και μαχητική ακτιβίστρια δικηγόρος, που υπερασπίστηκε σε όλη της τη ζωή των δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων, με δράση σε Αλγερία, Ελλάδα, Παλαιστίνη και Νότια Αφρική. Εντύπωση προκαλεί, ότι το σημαντικό αυτό ντοκουμέντο, δεν έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα.

• Περιοδικό «Αντί», αφιέρωμα στον αξέχαστο Νίκο Γιανναδάκη, (έφορο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου και βασικού συντελεστή της θαυμάσιας οργάνωσης και ανάπτυξής της, στην δεκαετία του 1990) τεύχος 885, 29.12.2006.

• ΚΚΕ Εσωτερικού – Ιστορική Αναδρομή. Του Βαρδή Βαρδινογιάννη. Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (Ε.Δ.Ι.Α.), Αθήνα 2006.