Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Η πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη

Για την αποκατάσταση της αλήθειας και επειδή δεν είναι καλό να διαβάζουμε την ιστορία του εργατικού κινήματος και γενικότερα την κοινωνική μας Ιστορία μέσα από εθνικιστικά γυαλιά:

Στις 14 Απριλίου 1942, πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα η πρώτη απεργία κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ξεκίνησε από τους Τριατατικούς (τηλεφωνία, τηλεγραφία, ταχυδρομείο), με πρωτοπορία το πανίσχυρο συνδικάτο τους και επεκτάθηκε στους υπόλοιπους δημοσιοϋπαλληλικούς χώρους και στη συνέχεια σχεδόν σε όλους τους εργαζόμενους τόσο στην Αθήνα, όσο και στις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις. Κύριο αίτημα των εργαζομένων, που έβγαιναν από τον τρομερό χειμώνα 1941-42, η επιβίωση.

Δεν είναι γνωστός ο λόγος, αλλά από πολύ νωρίς, αυτή η απεργία, θεωρήθηκε στην ελληνική κοινωνική ιστοριογραφία, ως η πρώτη απεργία στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ευρώπη. Για παράδειγμα, ο τίτλος του βιβλίου του αξέχαστου Α. Δημητρίου που εκδόθηκε το 1945 με θέμα την συγκεκριμένη κινητοποίηση ήταν: Η πρώτη απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη - Χρονικό της Κατοχής (εκδόσεις Πέτρου Καραβάκου).



Μιλάμε για ένα σοβαρό ιστορικό λάθος, στο οποίο υπέπεσαν ακόμα και αξιόλογοι μελετητές της Ιστορίας του εργατικού μας κινήματος, όπως ο Γιώργος Κουκουλές, όπου στο βιβλίο του, Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και οι ξένες επεμβάσεις (1944-1949),, σελίδα 46 (έκδοση 1995, από τον "Οδυσσέα), γράφει χαρακτηριστικά:

"Στο ΕΕΑΜ και στους έλληνες εργαζομένους ανήκει η τιμή της κήρυξης της πρώτης απεργίας στην κατεχόμενη Ευρώπη (απεργία των Τ.Τ.Τ., 14 Απριλίου 1942) και της ματαίωσης της πολιτικής επιστράτευσης".

Βέβαια, μερικά χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο ιστορικός διορθώνει το λάθος του (στο βιβλίο: "Η Ελλάδα '36-'49: Από την Δικτατορία στον Εμφύλιο", που επιμελήθηκε ο Χάγγκεν Φλάισερ εκδόσεις Καστανιώτη. 1η έκδοση 2003, βλ. το κεφάλαιο "Η συνέχεια στην ιστορία ως κριτική επανάληψη - η περίπτωση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, 1936-1948".)

Σήμερα, με λύπη βλέπουμε, ότι το συγκεκριμένο λάθος αναπαράγεται και μάλιστα επίσημα:






Εδώ για παράδειγμα γράφει:

Μία από τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία του Πανευρωπαϊκού Εργατικού Κινήματος, η πρώτη απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη του 1942, που ξεκίνησε με πρωτοβουλία των «τριατατικών» εργαζόμενων στα ταχυδρομεία - τηλεγραφεία - τηλεφωνεία, στην Αθήνα της Κατοχής, και επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, ξυπνά μέσα από μία τιμητική εκδήλωση.

Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ) τιμούν τη Μεγάλη Απεργία της 14ης Απριλίου 1942, που ξεκίνησε από το Κεντρικό Ταχυδρομείο της Αθήνας, με μία υπαίθρια εκδήλωση μνήμης που θα πραγματοποιηθεί στην Πλατεία Κοτζιά, τη Μεγάλη Δευτέρα 14 Απριλίου, στις 12.30 το μεσημέρι, και με την κυκλοφορία ειδικού συλλεκτικού άλμπουμ, με επετειακό γραμματόσημο και ειδικό φάκελο με αναμνηστική σφραγίδα.


ή στο thetoc, όπου προσπαθεί κάπως να το σώσει:

Η 14η Απριλίου του 1942 είναι ιστορική ημερομηνία. Τότε έγινε η πρώτη μεγάλη απεργία (προηγήθηκε μια μικρή στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου) στην υπό ναζιστική κατοχή Ευρώπη.






Είναι αστείο να βλέπεις "έγκριτες" εφημερίδες όπως π.χ. η Ναυτεμπορική, να αντιγράφει από το συγκεκριμένο  blog , το ιστορικό της απεργίας της 14ης Απριλίου 1942. Δεν ενδιαφέρει η μη αναφορά στην πηγή, αλλά η αναπαραγωγή των όποιων λαθών. Το 2009, γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη απεργία δεν ήταν η πρώτη στην κατεχόμενη Ευρώπη, είχαμε γράψει, η πρώτη δημοσιοϋπαλληλική απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη. Στην πενταετία βέβαια, έχουν αυξηθεί οι διαδικτυακές πηγές και εννοείται, ούτε αυτό ισχύει. (Στην απεργία του Άμστερνταμ, συμμετείχαν οι περισσότεροι δημοσιοϋπαλληλικοί κλάδοι, με πρωτοπορία τους εκπαιδευτικούς). Δυστυχώς όμως, ούτε ο Ριζοσπάστης απόφυγε το συγκεκριμένο ατόπημα.



Ενδεικτικά, κάποιες απεργίες που προηγήθηκαν της δικής μας:

Στην Ολλανδία, 17, 18 και 19 Φεβρουαρίου 1941, μαζική απεργία που ξεκίνησε από τους εργαζόμενους στα ναυπηγεία και επεκτάθηκε στους υπόλοιπους κλάδους τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δημόσιου τομέα, παραλύοντας την οικονομική ζωή της χώρας. Ειδικά στο Άμστερνταμ, δεν κουνήθηκε φύλλο. Οι ολλανδικές πηγές αναφέρουν για 300.000 απεργούς. Οργανωτές, μέλη του Κ.Κ. Ολλανδίας.


Η μεγάλη απεργία των 100.000 εργατών μετάλλου στην περιοχή της Λιέγης, από τις 10 έως και 18 Μάη 1941. Επικεφαλής της απεργίας, το βελγικό κομμουνιστικό κόμμα, με ηγέτη τον πρόεδρό του Ζουλιέν Λαώτ (δολοφονήθηκε το 1950 από έναν φανατικό οπαδό του Λεοπόλδου).

(Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Βελγίου, είχε πολλά θύματα στον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Από τα 10.000 ενεργά μέλη που είχε τον Σεπτέμβριο του 1939, τα 5.000 κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ελάχιστοι γύρισαν στα σπίτια τους. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους, ο Γεφ φαν Έξτεργκεμ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Βελγίου, γραμματέας του ΚΚ Φλαμανδίας και ήρωας της εργατιάς της Αντβέρπης, ένας χαρισματικός προλεταριακός ηγέτης, που συνέδεσε έξοχα την ταξική πάλη με τις ιδέες του φλαμανδικού εθνικού Κινήματος).

Είναι αδύνατο να μην αναφερθεί, η μεγάλη απεργία των 100.000 ανθρακωρύχων στη Βόρεια Γαλλία (Nord Pas de Calais), στο κρίσιμο διάστημα 27 Μάη έως και 10 Ιουνίου 1941, απεργία που οργανώθηκε από στελέχη του Γαλλικού Κ.Κ., πριν ακόμα από την επέμβαση των ναζιστών στην Σοβιετική Ένωση - μια καλή απάντηση σε όσους κατηγόρησαν (και κατηγορούν) τους Γάλλους κομμουνιστές ότι ξεκίνησαν την αντίσταση μετά την είσοδο της ΕΣΣΔ στον πόλεμο.
The resistance in Nord-Pas-de-Calais.

Επίσης, από τα νορβηγικά ναυπηγεία ξεκίνησε η περίφημη melkestreiken (η απεργία για το γάλα), στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου 1941. (Στη Νορβηγία είχε προηγηθεί και απεργία των ηθοποιών θεάτρου τον Μάιο του 1941).

Μερικές ακόμα σκέψεις.

Ευχαριστούμε τον "Ανώνυμο" φίλο του blog, που επισήμανε το λάθος.

Μια καλή ερώτηση, είναι σε τι ποσοστό οι δημόσιοι υπάλληλοι στη χώρα μας, το 1942, ήσαν αριστεροί.

Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, προκατοχικά, ακολουθούσε τα δύο μεγάλα κόμματα του αστικού μπλοκ. Αυτό είναι μια λογική υπόθεση, που ενισχύεται, αν λάβει υπόψιν του κανείς, τις απηνείς διώξεις που υπέστησαν οι αριστεροί δημόσιοι υπάλληλοι από τη βασιλομεταξική δικτατορία. Ο χειμώνας του 1941-42, με το μεγάλο λιμό, επέφεραν τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και φυσικά πολλών δημοσίων υπαλλήλων. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς, ότι η υπακοή στο Law and Order των κατοχικών αρχών, οδηγούσε μαθηματικά στο νεκροταφείο, από την πείνα (όπως και η υπακοή στη λογική και πολιτική των μνημονιακών κυβερνήσεων του σήμερα, οδηγεί πάλι με μαθηματική ακρίβεια στην ανεργία και στην απόλυτη ένδεια). Η Πανυπαλληλική Επιτροπή Δημοσίων Υπαλλήλων, που οργανικά ανήκε στο Εργατικό ΕΑΜ και πρόσκειτο στο ΚΚΕ, ιδρύθηκε αρκετούς μήνες πριν την δημιουργία του ίδιου του ΕΑΜ. Για να καταλάβουμε το μέγεθος, τα ίδια τα γερμανικά αρχεία το 1943 (βλ. Μάρτιν Ζέκεντροφ), γράφουν ότι το 65% των δημοσίων λειτουργών και πάνω από το 90% των φοιτητών ήσαν Εαμίτες. Σε μια ανασκόπηση που είχε κάνει το 1975 περίπου ο μακαρίτης Άγγελος Ελεφάντης, είχε υπολογίσει ότι πάνω από το 30% των καπεταναίων του ΕΛΑΣ, ήσαν πρώην δάσκαλοι ! (βλ.Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης).

Δεν ενδιαφέρει στην τελική, το ποσοστό. Ενδιαφέρει ποιοι στάθηκαν ως κοινωνικοπολιτική πρωτοπορία στους δύσκολους εκείνους καιρούς και ποιοι πρωτοστάτησαν στους απεργιακούς και άλλους συνδικαλιστικούς αγώνες μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες παρανομίας και τρομοκρατίας. Ωραίοι οι αγώνες στα βουνά, το ένοπλο αντάρτικο, οι ηρωισμοί. Αλλά δεν πρέπει να αδικούμε ιστορικά ένα γιγαντιαίο και εξίσου ηρωικό εργατικό κίνημα, που έδωσε υπέροχες μάχες στα πλαίσια του αντιφασιστικού αγώνα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο εργαζόμενος που απεργούσε, έκανε στάση εργασίας ή διαδήλωνε το 1941-44, το έκανε στην κυριολεξία μπροστά στις γερμανικές κάνες. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, δεν είναι λίγο.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Η ΕΠΟΝ Κρήτης

Το τεύχος 13 του περιοδικού "Αντί", κυκλοφόρησε στις 22 Φεβρουαρίου του 1975. Ήταν κατά κάποιον τρόπο επετειακό, αφού είχε αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ύλης του στην ΕΠΟΝ, τιμώντας έτσι την επέτειο των 32 χρόνων από την ίδρυση της μεγαλύτερης αντιφασιστικής και δημοκρατικής οργάνωσης νεολαίας που γνώρισε ποτέ η χώρα μας. Η συγκεκριμένη επέτειος, ήταν και η πρώτη που έγινε σε συνθήκες νομιμότητας, μετά από το 1947. Από το αφιέρωμα αυτό, παρουσιάζονται εκτεταμένα αποσπάσματα από το άρθρο του Αντώνη Μπριλλάκη:

ΕΠΟΝ Κρήτης: Μια παράλληλη ιστορία.



[...] Oι πρώτες προσπάθειες για την αντιστασιακή οργάνωση της κρητικής νεολαίας έγιναν από πυρήνες της ΟΚΝΕ και του ΕΑΜ νέων, το φθινόπωρο του 1941και σε σύντομο διάστημα oι δυνάμεις αυτές, με άλλες ομάδες προοδευτικών και αριστερών νέων, προχώρησαν στην ίδρυση μιας πλατιάς οργάνωσης, της Παγκρήτιας Οργάνωσης Ελευθέρων Νέων (ΠΟΕΝ), που πρώτη όργωσε τους νεολαιίστικους χώρους και έθεσε τις βάσεις για ένα μαζικό αντιστασιακό κίνημα σ’ ολόκληρο το νησί. Η διαφωτιστική δουλειά στη νεολαία, με πατριωτικό διαπαιδαγωγικό περιεχόμενο, με προσανατολισμό αγωνιστικό για οργάνωση και δράση κάθε πρόσφορης τότε μορφής, στηριγμένης στα άμεσα προβλήματα επιβίωσης της νεολαίας, αποτέλεσαν τους πρώτους στόχους της ΠΟΕΝ, του πολυγραφημένου κεντρικού οργάνου της «Ελεύθερα Νειάτα», καθώς και άλλου έντυπου υλικού (χειρόγραφα δελτία ειδήσεων από συμμαχικούς ραδιοσταθμούς, προκηρύξεις κ.λπ.).

H ΠΟΕΝ υπήρξε τότε και η μόνη οργάνωση νεολαίας με την οποία υποχρεώθηκε να συνεργαστεί το κλιμάκιο της Αγγλικής Στρατιωτικής Αποστολής στα Χανιά. Από τις πρώτες προπαγανδιστικές αντιχιτλερικές και πατριωτικές εμφανίσεις της ΠΟΕΝ ήταν η τοιχοκόλληση αφισών και αυτοκόλλητων -τυπωμένων εκτός Ελλάδος- τέτοιου περιεχομένου, καθώς και η αναγραφή στους τοίχους των γερμανικών στρατώνων συνθημάτων -που έδειχναν ότι ήταν έργο Γερμανών στρατιωτών- αντιμιλιταριστικου περιεχομένου (GEHEN NACH HAUSE, πάμε στα σπίτια μας, WIR WOLLEN FRIEDEN, θέλουμε ειρήνη, SCHEISSEN SS, Σκ... SS) κλπ. Στα ίδια πλαίσια υπήρξαν και δραστηριότητες για μποϊκοτάρισμα της υποχρεωτικής δουλειάς σε γερμανικά έργα, για μικροσαμποτάζ σε υλικά των κατακτητών, για συγκέντρωση πληροφοριών στρατιωτικού χαρακτήρα. Κυρία όμως κατεύθυνση της ΠΟΕΝ ήταν η ανάπτυξη μαζικής, πολύμορφης δράσης, με επίκεντρα τους χώρους κατοικίας, δουλειάς και μόρφωσης. Αυτό εκφράστηκε με τη συγκρότηση τμημάτων μαθητικής και εργατικής ΠΟΕΝ, καθώς και καμουφλαρισμένων μαζικών φορέων. Τέτοιος φορέας ήταν ο «Συνεταιρισμός» σπουδαστών στα Χανιά, με σκοπό τις οικονομικές διεκδικήσεις, αλλά στην ουσία τη μετατροπή του σε κέντρο πολιτιστικής, πολιτικής, αντιστασιακής δράσης.

Αμέσως μετά την υπογραφή του ιδρυτικού της ΕΠΟΝ στην Αθήνα, υπήρξε συνάντηση απεσταλμένου του Κεντρικού Συμβουλίου της με εκπροσώπους της ΠΟΕΝ (Απρίλης 1943). Και ύστερα από ενημέρωση για τους σκοπούς και το χαρακτήρα της νέας πανελλαδικής οργάνωσης, αποφασίστηκε η προσχώρηση σ’ αυτήν της ΠΟΕΝ και η μετατροπή του κεντρικού της οργάνου «Ελεύθερα Νειάτα» - σε όργανο της ΕΠΟΝ, καθώς και όλων των οργανώσεων της ΠΟΕΝ σε οργάνωση της ΕΠΟΝ.

[...]
Αυτό καθ’ αυτό το γεγονός δημιούργησε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και αγωνιστικής έξαρσης, έδωσε καινούργια ώθηση στην του κινήματος αντίστασης της κρητικής νεολαίας. Στα δύο και πάνω χρόνια που πέρασαν από τότε ως την απελευθέρωση της Κρήτης, αναπτύχθηκε μια πολύπλευρη αντιστασιακή δράση με έμπνευση και καθοδήγηση των οργανώσεων της ΕΠΟΝ Κρήτης, που ολοένα και περισσότερο κατακτούσαν τις μάζες της κρητικής νεολαίας. Από την αναγραφή αντιχιτλερικών πατριωτικών συνθημάτων στους τοίχους, ως τη διανομή του παράνομου τύπου και το «χωνί». Και από την οικοδόμηση τεχνικών μηχανισμών της αντίστασης (εκδοτικών, πλαστών ταυτοτήτων κ.λπ.) ως την πάλη για την επιβίωση, τη συγκρότηση μαχητικών ομάδων στις πόλεις και την ενίσχυση και την πύκνωση των γραμμών του ΕΛΑΣ.

Χαρακτηριστικές κινητοποιήσεις της νεολαίας στην Κρήτη, με πρωτοβουλία της ΕΠΟΝ, για ψωμί, συσσίτια και υποφερτές συνθήκες μόρφωσης, ήταν η μαθητική διαδήλωση στο Ρέθυμνο, το 1943, και οι απεργίες και οι συγκεντρώσεις των μαθητών όλων των γυμνασίων στα Χανιά, 1944, όπου ξεπήδησε και ο στίχος «πεινάμε, πεινάμε - ψωμάκι, λαδάκι - κύριε Πασαδάκη». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κουίσλιγκ, υπουργός-διοικητής Κρήτης Πασαδάκης, αναγκάσθηκε να πάει επί τόπου και να ικανοποιήσει τα αιτήματα των απεργών μαθητών. Επί μέρους, σειρά κινητοποιήσεις τέτοιου χαρακτήρα έγιναν με επίκεντρο το «συνεταιρισμό» σπουδαστών, την εργατική ΕΠΟΝ και άλλους φορείς στα Χανιά και στους άλλους νομούς της Κρήτης.

Εξ άλλου, οι ΕΠΟΝίτες, ιδιαίτερα του εργατικού τομέα, έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο σε ευρύτερες λαϊκές κινητοποιήσεις για την επιβίωση, όπως η μαζική συγκέντρωση μπροστά στο κτίριο της Γενικής Διοίκησης Κρήτης (1943), η επίταξη αποθηκών τροφίμων, μαυραγοριτών εμπόρων, στα Χανιά (1944), και η δωρεάν διανομή τους στο λαό, από επιτροπή.

Ανάμεσα εξ άλλου στις ποικίλες μαζικές αντιστασιακές πατριωτικές εκδηλώσεις. χαρακτηριστικές ήταν το στεφάνωμα των μνημείων των ηρώων στα Χανιά, στις 25 Μάρτη 1944, που συνοδεύτηκε με σκόρπισμα προκηρύξεων ακόμα και μέσα στη Μητρόπολη, την ώρα της δοξολογίας και παρουσία του Πασαδάκη και των γερμανικών και προδοτικών επίσημων Αρχών. Την εκδήλωση αυτή ακολούθησαν φυσικά μπλόκα των Γερμανών και συλλήψεις. Ανάλογες μαζικές εκδηλώσεις έγιναν την Πρωτομαγιά του 1944 στον Κάρμηλο (λόφο λίγο έξω από τα Χανιά), με αντίστοιχες αντιδράσεις του τρομοκρατικού μηχανισμού των κατακτητών, καθώς και στους άλλους νομούς του νησιού.

Η ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος και στην Κρήτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια ακατάπαυστη εκπολιτιστική δραστηριότητα της ΕΠΟΝ, εκφραζόμενη στο σύνθημα «πολεμάμε και τραγουδάμε»:
Από τα μικρά «πάρτι» που μετατρέπονταν σε χώρους αντιστασιακών εκδηλώσεων (πεταχτές ομιλίες, απαγγελίες, τραγούδια, έρανοι) και στρατολογίας νέων αγωνιστών, ως την αξιοποίηση κάθε καθιερωμένης εορταστικής εκδήλωσης στις πόλεις και τα χωριά, στους μαζικούς συλλόγους και -στην πορεία- ως τη συγκρότηση ειδικών κέντρων εκπολιτιστικής δράσης (παράνομων λεσχών, ερασιτεχνικών χορωδιών και θεατρικών ομίλων). Ο «συνεταιρισμός» σπουδαστών στα Χανιά έπαιξε σοβαρό ρόλο σ' αυτές τις προσπάθειες. Ανάμεσα στα άλλα -συγκροτώντας αξιόλογο θεατρικό όμιλο- κατάφερε ν’ ανεβάσει την αντιστασιακού περιεχομένου επιθεώρηση «Λίγα απ’ όλα», ξεπερνώντας τα φράγματα της λογοκρισίας των κατακτητών (Γενάρης 1944). Οι παραστάσεις αυτής της επιθεώρησης -κράτησε αρκετό διάστημα-μετατρέπονταν από τους θεατές σε αντιστασιακές εκδηλώσεις.

Βαρυσήμαντο στοιχείο στην πορεία ανάπτυξης του αντιστασιακού κινήματος της νεολαίας και στην Κρήτη ήταν η δημιουργία των όρων για συγκρότηση μαχητικών ομάδων, στις πόλεις και την ύπαιθρο, και η ενίσχυση τελικά του ΕΛΑΣ με υλικοτεχνικά μέσα και μαχητές. Πρωτοπόροι ΕΠΟΝίτες πήραν μέρος στην υποδειγματική δράση των μαχητικών ομάδων για την τιμωρία των προδοτών και συνεργατών των κατακτητών, που οργάνωσαν οι αντιστασιακές οργανώσεις της Αριστερός στην Κρήτη. Κάθε σχετική δραστηριότητα, μαζί και οι εκτελέσεις, ανακοινώνονταν με πειστική αιτιολόγηση τα βράδια, με το «χωνί» ή με προκηρύξεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρ’ όσα ακολούθησαν μετά την απελευθέρωση, δεν υποβλήθηκαν μηνύσεις κατά των «εκτελεστών» των συνεργατών αυτών του εχθρού.

Σημαντικός επίσης υπήρξε ο ρόλος των ΕΠΟΝιτών στις γραμμές του ΕΛΑΣ, στις μάχες που έδωσε ενάντια στους χιτλερικούς κατακτητές και για την εξουδετέρωση ορισμένων προσπαθειών συγκρότησης προδοτικών ένοπλων ομάδων. Το ίδιο και στην πλαισίωση των μηχανισμών και των υπηρεσιών που δημιουργήθηκαν στην ελεύθερη περιοχή της Κρήτης (Κεραμιά - Παναγιά Χανιών), όπου είχε εγκατασταθεί η έδρα της Vης μεραρχίας του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης - ΕΟΚ (αντιστασιακής οργάνωσης των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων), συνεργαζόμενες στενά με το κλιμάκιο της αγγλικής στρατιωτικής αποστολής.

Στη μεγάλη μάχη της Παναγιάς (1944) οι ανταρτοεπονίτες του ΕΛΑΣ πήραν μέρος με ενθουσιασμό. Κι έδωσαν -μια σειρά απ' αυτούς- την ίδια τη ζωή τους. Ανάμεσά τους ο Σπύρος Περράκης, ο Γιάννης Τζιτζιφιανάκης, τα δυο αδέλφια Παντελάκη. Το επιφώνημα «Ζήτω το ΙΠΟΝ» του Άγγλου αξιωματικού Τζων, που παρευρισκόταν στη μάχη, είναι πολύ ενδεικτικό. Το ίδιο σημαντική υπήρξε η συμμετοχή των ανταρτοεπονιτών στις μάχες της Κρύας Βρύσης, όπου διαλύθηκε το προδοτικό τάγμα Χωροφυλακής του Παπαγιαννάκη, και των Μεσκλών, όπου έγινε το ίδιο με τις προδοτικές ένοπλες ομάδες που επεχείρησε να συγκροτήσει ο Γερμανός «ελληνιστής» δήμιος Σούμπερ.

Τελευταίες χαρακτηριστικές αντιστασιακές εκδηλώσεις της ΕΠΟΝ Κρήτης -το 1945- ήταν οι σχετικές με δουλειά για την αυτομόληση και τη λιποταξία Γερμανών στρατιωτών και αξιωματικών και ο γιορτασμός -στις 8 Μάη- της λήξης του πολέμου και ταυτόχρονα της Πρωτομαγιάς, μέσα σε συνθήκες, ακόμα, γερμανικής κατοχής στα Χανιά.

Η ανάπτυξη της αντιστασιακής δράσης της ΕΠΟΝ στην Κρήτη, όπως και σε όλη τη χώρα, συντελούνταν σε συνθήκες συνεχών διώξεων. Εκατοντάδες ΕΠΟΝίτες πέρασαν από τα άντρα της Γκεστάπο, από τα στρατόπεδα και τις φυλακές του «Φρούριου Κρήτης», όπως είχε ονομαστεί από τους χιτλερικούς η κατεχόμενη μεγαλόνησος. Το πιο ισχυρό πλήγμα που δέχτηκε η οργάνωση της ΕΠΟΝ Κρήτης ήταν αυτό που αφετηρία είχε τη σύλληψη του ηγετικού της στελέχους Δ. Λιονάκη (Μάης 1944) -που εκτελέστηκε τελικά- από δραστηριότητα του προβοκάτορα Βαρδουλάκη, που εισχώρησε, σαν σύνδεσμος, σε κεντρικό μηχανισμό της ΕΠΟΝ στην Αθήνα. Δεκάδες στελέχη και μέλη της ΕΠΟΝ κυνηγήθηκαν τότε, συνελήφθησαν και δικάστηκαν σε βαριές ποινές, όπως ο αξέχαστος Μανώλης Παπουτσάκης, που καταδικάστηκε σε θάνατο.

Μεγάλος είναι γενικά ο αριθμός των εκτελεσθέντων ΕΠΟΝιτών στην Κρήτη κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η συλλογή όλων των σχετικών στοιχείων δεν είναι του παρόντος. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ονόματα ορισμένων από τους άξιους συναγωνιστές μας που θυσιάστηκαν, όπως του Λούλη Παναγιωτάκη, του Σπύρου Βαρδάκη - εκτελέστηκε μαζί με τον πατέρα του Γιώργη και του τελευταίου εκτελεσμένου από τους Γερμανούς ΕΠΟΝίτη (1945), του Στέφανου Σκαράκη, από τη Ν. Χώρα Χανιών.


Κρητικά Νιάτα. Όργανο του Συμβουλίου Περιοχής ΕΠΟΝ Κρήτης. Φύλλο της 24.01.1946.
Η ΕΠΟΝ στην Κρήτη -μαζί με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις της Αριστερός που σπονδυλική στήλη είχαν το ΚΚΕ- επιτέλεσε ένα τεράστιο πατριωτικό, αντιφασιστικό, δημοκρατικό, προοδευτικό έργο, την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Και συνδέθηκε με ακατάλυτους δεσμούς, κυριολεκτικά με τις πλατιές μάζες της κρητικής νεολαίας.

H ανάπτυξη της ΕΠΟΝ έγινε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες του απομονωμένου νησιού, όπου εκτός των άλλων ακολουθήθηκε σωστή και επιτυχής πολιτική από την τοπική οργάνωση και τα στελέχη του ΚΚΕ, πολιτική ενωτική, στηριγμένη στον απαιτούμενο συσχετισμό δυνάμεων, πολιτική χωρίς τα λάθη και τις υπερβολές που σημειώθηκαν κεντρικά και σε άλλες περιοχές. Μόνον έτσι έγινε δυνατό και να πραγματοποιηθεί αυτό το έργο αλλά και να διατηρηθούν μεταπελευθερωτικά -από την ΕΠΟΝ και τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς- οι δεσμοί τους με τις πλατιές λαϊκές μάζες. Και μάλιστα σε τοπικές συνθήκες ισχυρής παράδοσης συντηρητικού Βενιζελισμού και όχι προδοτικής ή παθητικής στάσης -κατά κανόνα- της τοπικής πολιτικής ηγεσίας του Κέντρου και της Δεξιάς έναντι των κατακτητών. Μόνον έτσι, επίσης, παρά το γεγονός ότι το πιο αντιδραστικό τμήμα αυτών των πολιτικών δυνάμεων, αμέσως μετά την απελευθέρωση, επεχείρησε να δημιουργήσει κλίμα εμφύλιας διαμάχης (αιματηρά γεγονότα στο Ρέθυμνο, το Γενάρη 1945, όπου δολοφονήθηκε ο γραμματέας της ΕΠΟΝ Μ. Πραματευτάκης, και παρόμοια στα Χανιά, το Μάη 1945) η ΕΠΟΝ και οι άλλες δυνάμεις της Αριστερός κατάφεραν να αντιδράσουν αποτελεσματικά, να διατηρήσουν και να προωθήσουν κατακτήσεις ελεύθερης πολιτικής παρουσίας και δράσης.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο πρώτο πανελλαδικό συνέδριο της ΕΠΟΝ (Γενάρης 1946) η οργάνωσή της στην Κρήτη αριθμούσε είκοσι χιλιάδες μέλη και διέθετε 108 λέσχες, κέντρα πολιτικής και μορφωτικής δουλειάς. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι η ΕΠΟΝ Κρήτης αναπροσάρμοσε γρήγορα τη δραστηριότητά της στις νέες συνθήκες, πετυχαίνοντας να βρίσκεται πάντα στις πρώτες γραμμές κάθε εκδήλωσης του προοδευτικού κινήματος στην περίοδο αυτή. Τέλος, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, παρά τα γενικά λάθη της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ, που παρέσυραν το κίνημα στην ένοπλη σύγκρουση του 1946-49 και στην ήττα, στην Κρήτη, με την καθοδήγηση της ΕΠΟΝ και των άλλων δυνάμεων της Αριστερός, αναπτύχθηκε το 1945-47 ένα ισχυρό μαζικό κίνημα, με οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, και περιφρουρήθηκαν ως την τελευταία ώρα οι κατακτήσεις για νομική αγωνιστική δράση.

Αυτό εκφράστηκε σε σειρά μαζικές κινητοποιήσεις, όπως η μαχητική παρέλαση-διαδήλωση της ΕΠΟΝ στα Χανιά, στις 25 Μάρτη 1947, και ακόμα περισσότερο στην παλλαϊκή απεργία (εργατών, αγροτών, επαγγελματιών) την ίδια περίοδο, που νέκρωσε το νησί και αποτελεί υπόδειγμα οργάνωσης, μαζικότητας και περιφρούρησης. Τέλος, εκφράστηκε ακόμα και στα αποτελέσματα της μάχης της αποχής από τις βουλευτικές εκλογές και της συμμετοχής στο δημοψήφισμα (1946), που υπήρξαν θετικά, παρά τη λαθεμένη γενική γραμμή στις μάχες αυτές.

Δυστυχώς η πορεία αυτή ανακόπηκε τον Απρίλη 1947 και στην Κρήτη με την έναρξη του εμφύλιου πολέμου. Και όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι ΕΠΟΝίτες, στην παρανομία, διωκόμενοι, συλλαμβανόμενοι και εκτελούμενοι, βρέθηκαν στις πρώτες γραμμές τού νέας μορφής αγώνα, με τίμημα, σε θύματα, πολύ ακριβό.

Η δολοφονία του ΕΠΟΝίτη Λιονάκη στη Χαλέπα Χανιών, του Ε. Μπιτζανάκη και του Παπαδεράκη στην Κίσσαμο, η εκτέλεση των στελεχών της ΕΠΟΝ Βαγγελιώς Φωτάκη και Βαγγελιώς Αρμενάκη στο Ηράκλειο, ο σκοτωμός σε ένοπλη σύγκρουση των Μιχ. Διγενάκη, Ν. Τσατσαρονάκη, Νίτσας Παπαγιαννάκη (Χανιά) και του Δ. Ηλιάκη (Ηράκλειο) σημαδεύουν την ηρωική πορεία της ΕΠΟΝ Κρήτης στην περίοδο αυτή. Και ο θάνατος του Θ. Σαρτζετάκη, μέλους του Συμβουλίου Περιοχής Κρήτης της ΕΠΟΝ, που κυριολεχτικά έσβησε, παράνομος, μέσα σε κρύπτη στο Ηράκλειο, το 1949, υπογραμμίζει το αγωνιστικό ήθος και το πνεύμα ηρωισμού και θυσίας με τα οποία γαλουχήθηκε η γενιά της ΕΠΟΝ.

Διαβάστε:
Το τεύχος 13 του Αντί, της 22.02.1975, στο blog «Ο Εχθρός του Λαού»,

 Η θρυλική ΕΠΟΝ και η δράση της στην Κρήτη. Άρθρο της κυρίας Άννας Μανουκάκη - Μεταξάκη, στην εφημερίδα «Πατρίς» του Ηρακλείου (28.02.2005).

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η πρώτη δίκη του «Ρήγα Φεραίου».

«Έλληνες φοιτητές, σημαιοφόροι των ωραίων αγώνων για δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία, συνεχιστές των ηρωικών παραδόσεων της ελληνικής νεολαίας και του φοιτητικού κινήματος. Ο Ρήγας Φεραίος σάς καλεί στο νέο προσκλητήριο της Ελλάδας».

(Από την ιδρυτική διακήρυξη της Πανελλήνιας Αντιδικτατορικής Οργάνωσης Σπουδαστών «Ρήγας Φεραίος»).

Στις 27 Δεκέμβρη 1967, ιδρύεται η Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Σπουδαστών (ΠΑΟΣ) «Ρήγας Φεραίος», βασικά ως παράρτημα του «Πατριωτικού Απελευθερωτικού Μετώπου» της ΕΔΑ, στο χώρο της σπουδάζουσας νεολαίας. Η δράση του «Ρήγα Φεραίου» στους πανεπιστημιακούς χώρους τους πρώτους μήνες του 1968, ήταν εντυπωσιακή: Διανομή εκατοντάδων προκηρύξεων και φυλλαδίων με αντιχουντικό περιεχόμενο, αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους, στρατολόγηση μελών, κλπ.

Ο παράνομος «Θούριος», δελτίο του «Ρήγα Φεραίου».

Γρήγορα, όμως άρχισε και η αντίδραση των κατασταλτικών μηχανισμών της Χούντας, με γενικευμένες συλλήψεις, δίκες, πολυετείς φυλακίσεις, αλλά και αποβολές από τις πανεπιστημιακές σχολές, υποχρεωτική στράτευση, κλπ. Μια αντίδραση, η οποία θα συνεχιστεί σχεδόν αμείωτη ως προς την έντασή της, σε όλη την διάρκεια της επταετίας. Εποχή θα αφήσει το περίφημο «σπουδαστικό» τμήμα της Ασφάλειας, με υπεύθυνο τον διαβόητο αστυνόμο Κωνσταντίνο Καραπαναγιώτη.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1968, στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, ξεκίνησε η πρώτη, από μια σειρά δίκες, που έμελλε να ονομαστούν στην ιστορία της αντιδικτατορικής αντίστασης, ως «Δίκες του Ρήγα Φεραίου». Οι δίκες αυτές, συγκλόνισαν την ελληνική, αλλά κυρίως την διεθνή κοινή γνώμη: Αποκάλυψαν ότι υπήρχε αντίσταση ενάντια στη Χούντα των συνταγματαρχών και επιπρόσθετα, κατέδειξαν ολοφάνερα το παρανοϊκά, ανελεύθερο καθεστώς που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, ένα καθεστώς που παραβίαζε τις στοιχειώδεις δημοκρατικές αρχές και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Είμαι μέλος του Ρήγα Φεραίου …Εβασανίσθην εις την Γενική Ασφάλεια Αθηνών και εις τον Διόνυσο. Από την συνεχή φάλαγγα και το ξύλο εις τα γεννητικά όργανα και εις παν μέρος του σώματος με βούρδουλα, μέχρι τα ηλεκτρικά καλώδια, το κάψιμο των χεριών με τσιγάρα, τας σταγόνας εις το μέτωπον, την εικονικήν εκτέλεσιν, την ταφήν εις τάφρον – λάκκον θεοσκότεινον … Δεν μετανοώ δια τας αντιδικτατορικάς μου πράξεις. Πιστεύω εις την πάλη του λαού. Ο λαός θα συντρίψει τους τύραννους του».
Νίκος Κιάος: Απολογία και ταυτόχρονα καταγγελία βασανιστηρίων.  -21 χρόνια φυλακή.


Οι κατηγορούμενοι



Η πρώτη δίκη των Ρηγάδων στο Έκτακτο Στρατοδικείο. 20-25 Νοεμβρίου 1968.

1. Αθανασίου Αθανάσιος
2. Γιανναδάκης Νίκος
3. Γιούργος Κώστας
4. Γιούργου Πελαγία
5. Θεοδωρίδης Α.
6. Καρυωτάκης Κώστας
7. Κιάος Νίκος
8. Κλαυδιανός Παύλος
9. Λιάππα Αφροδίτη
10. Μαργαρίτης Αντώνιος
11. Μαργαρίτης Νίκος
12. Μποτζάκης Γιώργος
13. Σαββάκης Ανδρέας
14. Σβάνας Β.
15. Σταματάκης Νικηφόρος
16. Τυλλιανάκης Μ.

Το κατηγορητήριο, πολυσέλιδο, με την υπογραφή του μετέπειτα «Προέδρου» της Χούντας του Ιωαννίδη, του Φαίδωνα Γκιζίκη (ο άνθρωπος, που το καλοκαίρι του 1974, θα παραδώσει ασθμαίνων και πανικόβλητος την εξουσία στους πολιτικούς).

Η δικτατορία δεν προέβη στη σύνταξη νέων, έκτακτων νομοθετημάτων, αφού το αντιδραστικό νομικό οπλοστάσιο – κληρονομιά των προηγούμενων «δημοκρατικών κυβερνήσεων» και της ανώμαλης εμφυλιακής περιόδου – ήταν υπεραρκετό. Έτσι, οι 16 νεολαίοι, θα δικάζονταν με τον περίφημο Αναγκαστικό Νόμο 509 του 1947, των Σοφούλη-Τσαλδάρη-Λαδά, τον νόμο που έθετε εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και ποινικοποιούσε τα αριστερά φρονήματα. Όπως ακριβώς και το βενιζελικό ιδιώνυμο χρησιμοποιήθηκε από τη μεταξική δικτατορία για να διώξει εκτός από αριστερούς και πολλούς κεντρώους, ακόμα και συντηρητικούς πολίτες που ήσαν αντίθετοι με το τετρααυγουστιανό καθεστώς, έτσι και η Χούντα, θα χρησιμοποιήσει τον 509, για να διώξει πολλούς άλλους αντίθετους, ασχέτως πολιτικής τοποθέτησης (ειδικά μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα του Δεκεμβρίου του 1967, ο νόμος θα χρησιμοποιηθεί, ακόμα και εναντίον παραδοσιακών δεξιών πολιτών).

Γράφει μεταξύ άλλων, ο Ηρακλειώτης δικηγόρος Δημήτρης Ξυριτάκης για τη συγκεκριμένη δίκη [περιοδικό «Αντί», τεύχος 885, 22.12.2006, αφιερωμένο στον αξέχαστο Ηρακλειώτη, ήρωα του αντιδικτατορικού αγώνα και πρωταγωνιστή της δίκης αυτής, Νίκο Γιανναδάκη (1946-1998)]:

Πρόεδρος ήταν ένας εφέτης από την Αθήνα (Κωνσταντίνος Κουτουρίσης), ενώ την πενταμελή σύνθεση του στρατοδικείου συμπλήρωναν τέσσερις αξιωματικοί του στρατού: ο Ζαχαρίας Ιωάννου, αντισυνταγματάρχης, ο Νοστράκης Δημήτριος, αντισυνταγματάρχης, ο Γιαννακόπουλος Κυριάκος, ταγματάρχης, και ο Νοδάρος Νικόλαος, ταγματάρχης. Ως Βασιλικός Επίτροπος έλαβε μέρος στο δικαστήριο για να υποστηρίξει την κατηγορία ο εισαγγελέας Αθηνών Ιωάννης Λιάπης, γνωστός για την αδιαλλαξία και τον φανατισμό με τον οποίο υποστήριζε τις κατηγορίες εναντίον κατηγορουμένων στο στρατοδικείο Αθηνών.

Ως συνήγοροί των κατηγορουμένων παρέστησαν οι παρακάτω δικηγόροι: Χαλκιάς Χρίστος, Αργυρόπουλος Χριστόφορος, Παρασκευόπουλος Γεώργιος, Ανέστης Θεοφάνης, Θεοτοκάτος Γεώργιος, Κιζιρίδης Κωνσταντίνος, Πουλιόπουλος Νικόλαος, Μαγκάκης Γεώργιος, Κοψίδου Γεωργία, Καρράς Αργύρης, Παλαιολογόπουλος Αριστοτέλης, Αλεξάκης Ορέστης, Στόφορος Θ. και Σκουλαρίκη Βαρβάρα.

Εναντίον των κατηγορουμένων κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας οι αξιωματικοί της αστυνομίας Κωνσταντίνος Καραπαναγιώτης του Γεωργίου και Γουρνιάς Νικόλαος του Γεωργίου, οι οποίοι επιβεβαίωσαν τις εναντίον τους κατηγορίες.

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ

Κύριοι στρατοδίκες,


Οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι είναι νόμιμες και ο αγώνας μας αποτελεί συνέχεια των αγώνων της ελληνικής νεολαίας.
Μας κατηγορούν ότι αποφασίσαμε να ανατρέψουμε δια της βίας την εξουσία. Η αλήθεια είναι ότι θέλουμε να επαναφέρουμε τη Δημοκρατία και την Ελευθερία στην Ελλάδα. Θέλουμε επίσης να αποκατασταθεί η ανεξαρτησία της χώρας μας...
Σε ότι με αφορά, ανήκω στην Αριστερά γιατί πιστεύω ότι είναι το πιο υπεύθυνο κόμμα...
Ανήκα στην ΕΔΑ, δεν το αρνούμαι... μα η ΕΔΑ δεν περιελάμβανε μόνο κομμουνιστές.

Πρόεδρος (εφέτης Κουτουρίσης): Πώς αντιλαμβάνεσθε την άσκηση της Δημοκρατίας;


Γιανναδάκης: Η Δημοκρατία πρέπει να λειτουργεί έτσι ώστε να εξασφαλίζονται oι συνθήκες για να εκφράζει κάθε πολίτης ελεύθερα τη γνώμη του.


Πρόεδρος: Αν, λοιπόν, θεωρήσετε ότι αυτές οι συνθήκες έχουν εξασφαλιστεί, θα δώσετε δικαίωμα λόγου σε αυτούς που έχουν αντίθετη με σας γνώμη;


Γιανναδάκης: Ναι, βέβαια, αφού αυτή είναι και η θέληση του λαού.

[Στο σημείο αυτό ο κατηγορούμενος ζητά το λόγο για να κάνει μια δήλωση]

Θα ήθελα να δηλώσω ότι η κατάθεσή μου στην αστυνομία έχει πλαστογραφηθεί και ότι κατά την ανάκρισή μου υποβλήθηκα σε βασανιστήρια.

Πρόεδρος: Ποιος σας εισήγαγε στην οργάνωση;


Γιανναδάκης: Η συνείδησή μου. Ότι έκαμα το έκαμα μόνος μου, με τη δική μου θέληση, χωρίς πίεση ή επηρεασμό.


[Στη συνέχεια το λόγο παίρνει για να κάνει ερωτήσεις ο Λιαπής]


Βασιλικός Επίτροπος: Ο πατέρας σου ήταν κομμουνιστής;


Γιανναδάκης: Όχι, ο πατέρας μου δεν ήταν κομμουνιστής, μα έλαβε μέρος στην Αντίσταση ενάντια στη γερμανική κατοχή.

[Τον Λόγο στη συνεχεία πέραν τα υπόλοιπα μέλη του στρατοδικείου]

Στρατοδίκες: Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν νόμιμο, θα ήσασταν μέλος του;


Γιανναδάκης: Ναι.


Στρατοδίκες: Ξέρετε τι είναι μαρξισμός-λενινισμός;


Γιανναδάκης: Ναι, ξέρω.


Στρατοδίκες: Γνωρίζετε ότι επανάσταση επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιο. 

 Έτσι λοιπόν η Επανάσταση της 21ης Απριλίου είναι νόμιμη. Διευκρινίστε μου λοιπόν: Στρέφεστε εναντίον του κοινωνικού συστήματος ή της στρατιωτικής εξουσίας;

Γιανναδάκης: Αντιτίθεμαι στη στρατιωτική κυβέρνηση γιατί κατήργησε το Σύνταγμα.

Λιαπής: Κοινωνικά αποβράσματα οι κατηγορούμενοι.


Μετά τους κατηγορημένους τον λόγο πήρε ο Λιαπής για να υποβάλει την πρότασή του. Απαξιωτικός και χλευαστικός, ο άθλιος αυτός δικαστικός δεν δίστασε να συνοδεύσει την καταδικαστική του πρόταση με βαρείς χαρακτηρισμούς: Είστε, είπε απευθυνόμενος στους κατηγορουμένους, κοινωνικά αποβράσματα, έτοιμοι να συνεργαστείτε για την καταστροφή της Ακρόπολης.


Οι ποινές που επιβλήθηκαν, στην κυριολεξία εξοντωτικές - σε σχέση με τις πράξεις για τις οποίες οι κατηγορούμενοι δικάζονταν - μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης, που ξεκινούσαν από τα έξι και έφταναν στα 21 χρόνια.

Οι περισσότεροι από τους καταδικασθέντες, θα παραμείνουν στη φυλακή για έξι τουλάχιστον χρόνια, για να απελευθερωθούν με το περίφημο «πείραμα Μαρκεζίνη» και την απόπειρα εκδημοκρατισμού του καθεστώτος, που επιχείρησε ο ίδιος ο αρχιπραξικοπηματίας Παπαδόπουλος, το καλοκαίρι του 1973.

Διαβάστε:

• “Les etudiants Grecs accusent”, Παρίσι 1969 (les Éditeurs français réunis). («Οι Έλληνες φοιτητές κατηγορούν»). Ένα εξαιρετικό δικαστικό ρεπορτάζ, γραμμένο από την Nicole Dreyfus, η οποία παρακολούθησε την δίκη, ως παρατηρητής της «Διεθνούς Ένωσης των Δημοκρατικών Νομικών». Η Dreyfus (1924-2010), δευτερανηψιά του Άλφρεντ Ντρέυφους (η υπόθεση του οποίου συγκλόνισε τη Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα), ήταν η δόξα των νομικών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας. Μια υπέροχη και μαχητική ακτιβίστρια δικηγόρος, που υπερασπίστηκε σε όλη της τη ζωή των δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων, με δράση σε Αλγερία, Ελλάδα, Παλαιστίνη και Νότια Αφρική. Εντύπωση προκαλεί, ότι το σημαντικό αυτό ντοκουμέντο, δεν έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα.

• Περιοδικό «Αντί», αφιέρωμα στον αξέχαστο Νίκο Γιανναδάκη, (έφορο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου και βασικού συντελεστή της θαυμάσιας οργάνωσης και ανάπτυξής της, στην δεκαετία του 1990) τεύχος 885, 29.12.2006.

• ΚΚΕ Εσωτερικού – Ιστορική Αναδρομή. Του Βαρδή Βαρδινογιάννη. Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (Ε.Δ.Ι.Α.), Αθήνα 2006.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Ο Έντε, ο Ότο και η Ούνκου

 Ο ¨Εντε και η Ούνκου

«Δεν θα μπορούσε να είναι εδώ ο πατέρας σας, είναι στην δουλειά. Παρασκευή έχουμε σήμερα !», είπε η κυρία Sparrow, πιο πολύ για να το ακούσει η ίδια, παρά να απαντήσει στην ερώτηση των παιδιών. Αφού γύρισε τις πατάτες στο ταψί, σκούπισε τα σκασμένα χέρια της με το χαρτί της κουζίνας και κάθισε στενάζοντας ελαφριά στο τραπέζι, περιμένοντας να ολοκληρωθεί το ψήσιμο.

Έτσι αρχίζει το κλασικό παιδικό μυθιστόρημα “Ede und Unku”, της Alex Wedding.

Όταν ο μεταλλωρύχος κύριος Sparrow, γυρίζει επιτέλους στο σπίτι εκείνο το βράδυ, είναι σε εξαιρετικά κακή διάθεση. Τα νέα δεν είναι ευχάριστα και αφορούν ολόκληρη την οικογένεια και τη γαλήνη της. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του ωραρίου του, πληροφορήθηκε την απόλυσή του.

«Δεν μπορώ να καταλάβω αυτόν τον κόσμο», λέει. «Ανέκαθεν υπηρετούσα τα συμφέροντα της εταιρείας, ακόμα και στην μεγάλη απεργία, εγώ δούλεψα κανονικά».

Αν οι γονείς είναι απελπισμένοι, τα παιδιά πρέπει να δώσουν την λύση. Ο δωδεκάχρονος Ede Sparrow, έχει μερικές καλές ιδέες για το πώς μπορεί να βοηθήσει την οικογένειά του. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να βοηθήσει δουλεύοντας ως διανομέας φυλλαδίων (paperboy). Αλλά, αυτό θα γίνει μόνο με την υποστήριξη των φίλων του. Ο Ede έχει φίλους κομμουνιστές, αλλά ακόμα και τσιγγάνους, γεγονός που θα τον κάνει να εισπράξει αρκετές φάπες από τον πατέρα του – κάτι όμως που δεν θα τον πτοήσει. Οι τσιγγάνοι θα του δώσουν το ποδήλατο που χρειάζεται, προκειμένου να κάνει αυτήν την δουλειά.

Εικόνα Εικόνα

Η ιστορία συνεχίζεται. Τα παιδιά σταδιακά χειραφετούνται από την αυστηρή πατριαρχική οικογένεια και τον εργάτη πατέρα που όμως έχει μικροαστική συνείδηση. Ο Ede, στην πορεία θα αναπτύξει μια υπέροχη σχέση φιλίας με την συνομήλική του τσιγγανοπούλα Unku, ενώ από τους κομμουνιστές θα διδαχθεί πώς λειτουργεί η καπιταλιστική εκμετάλλευση και ότι για την απόλυση του πατέρα του δεν φταίνε τα μηχανήματα, αλλά το ίδιο το σύστημα που θέλει την ύπαρξη ανέργων για εφεδρικό εργατικό δυναμικό.

Η ιστορία είναι πραγματικά πολύ σοβαρή, αλλά μέσα από την εξέλιξή της, μεταδίδεται στον αναγνώστη η αισιοδοξία. Το χιούμορ, οι έξυπνοι, πνευματώδεις διάλογοι, η ζεστασιά και η ανθρωπιά είναι βασικά στοιχεία του έργου, ενώ η πλοκή δεν παύει να είναι εξαιρετικά συναρπαστική.

Θα περίμενε κανείς, ότι είναι γραμμένη από κάποιον έμπειρο συγγραφέα. Και όμως, το παιδικό μυθιστόρημα “Ede und Unku”, ήταν το λογοτεχνικό ντεμπούτο, της Grete Weiskopf (ψευδώνυμο, Alex Wedding) και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, από τον κομμουνιστικό εκδοτικό οίκο “Malik Verlag”, στο Βερολίνο το 1931.

Εικόνα
Grete Weiskopf

Η εβραϊκής καταγωγής Grete Weiskopf (όνομα γέννησης Margarete Bernheim), πριν γίνει συγγραφέας, εργάστηκε ως στενογράφος, υπάλληλος βιβλιοπωλείου και σε εμπορικά καταστήματα. Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Ένωσης Προλετάριων Επαναστατών Συγγραφέων, μιας από τις οργανώσεις που ίδρυσε ο Μπρεχτ στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Θα παντρευτεί, τον επίσης κομμουνιστή συγγραφέα, Franz Carl Weiskopf.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου φαίνονται τόσο αληθινοί, επειδή βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα. Οι Weiskopf ζούσαν στο βόρειο τμήμα του Βερολίνου , στην περιοχή Reinickendorf  και η Grete έγινε φίλη με την δεκάχρονη τότε τσιγγανοπούλα Unku και την οικογένειά της. (Unku , στην πραγματικότητα Erna Lauenburg).

O μικρός Ede, ο φίλος του Klabundes, καθώς και ο κομμουνιστής (ήρωας και μάρτυρας της αντιφασιστικής αντίστασης) Τσέχος δημοσιογράφος Julius Fucik ήταν επίσης μέρη αυτού του πολύχρωμου κύκλου των φίλων της Grete.

To 1933 το ζεύγος Weiskopf έφυγε από τη ναζιστική πια Γερμανία και εν τέλει, κατέληξε στις ΗΠΑ, όπου έζησε μέχρι το τέρμα του πολέμου.

Όταν η Grete γύρισε από την εξορία, προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί στους μικρούς της φίλους. Η τύχη της Unku, όπως και της οικογένειάς της παρέμεινε άγνωστη για πολλά χρόνια, μέχρι που η έρευνα αποκάλυψε την τρομερή αλήθεια.

Μόνο ένα από τα έντεκα Σίντι παιδιά που αναφέρονταν ονομαστικά στο βιβλίο της επέζησε. Η Erna Lauenburg χαρακτηρίστηκε ως «γύφτισσα», απελάθηκε τον Μάρτιο του 1943 στο Άουσβιτς όπου και δολοφονήθηκε.

Το βιβλίο της Grete, ήταν το πιο δημοφιλές παιδικό μυθιστόρημα στην πρώην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. (Σε μια επίδειξη αυταρχικού αντιφασισμού και αντιρατσισμού, το SED - το κυβερνών κόμμα της ΓΛΔ - όρισε το βιβλίο ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα των δημοτικών σχολείων). Γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, ενώ αποτέλεσε τη βάση σεναρίου για ταινία της DEFA του 1981, με τίτλο: Als Unku Edes Freundin war (1981).

Zoom in (real dimensions: 800 x 549)Εικόνα
Στιγμή από την ταινία


Zoom in (real dimensions: 441 x 800)Εικόνα Εικόνα
Εξώφυλλα από τις διάφορες επανεκδόσεις στην πρώην ΓΛΔ.

Η Grete, έγραψε αργότερα πολλά βιβλία για τη νεολαία και αναδείχθηκε πρωτοπόρος της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας. Πέθανε το 1966 σε ηλικία 61 ετών και σήμερα, βρίσκεται θαμμένη στο «σοσιαλιστικό νεκροταφείο» στο Βερολίνο.


  
Ο Ότο και η Ούνκου.

 Από το: Οι Σίντι και Ρομά υπό το ναζιστικό καθεστως: Από τη "φυλετική έρευνα" στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998. (Συλλογή INTERFACE).

Ο Ότο Σμίτ ήταν ένας από τους Σίντι καί Ρομά που το καλοκαίρι του 1938 εκτοπίστηκαν στο Μπούχενβαλντ. Ο εικοσάχρονος ζούσε με την οικογένεια του και τη δεκαοχτάχρονη έγκυο γυναίκα του, Ούνκου, στο στρατόπεδο Τσιγγάνων του Μάγκντεμπουργκ. Εκεί τον συνέλαβαν στις 13 Ιουνίου ως φυγόπονο, δεδομένου ότι οι εθνικοσοσιαλιστές δε θεωρούσαν σταθερή εργασία την εξάσκηση ενός πλανόδιου επαγγέλματος ειδικά όσον αφορούσε στους Σίντι και Ρομά. Η τυπική αιτιολόγηση για την εισαγωγή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είχε στην περίπτωσή του, όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ως εξής:

 

«Ο Σμιτ δεν είχε σταθερή εργασία, αφότου τελείωσε το σχολείο. Ούτε προσπάθησε ποτέ πραγματικά να βρει δουλειά. Περιφερόταν πάντα σαν Τσιγγάνος στη χώρα. Ο Σμιτ πρέπει επομένως να χαρακτηριστεί φυγόπονος».

Η μάνα του προσπάθησε επανειλημμένος να τον βγάλει από το στρατόπεδο. Έτσι, σε μία απ’ τις προσπάθειές της έγραψε το Σεπτέμβριο του 1942 στο διοικητή του στρατοπέδου του Μπούχενβαλντ:

«Θέλω να σας παρακαλέσω, αν σας είναι εύκολο, ν’ αφήσετε ελεύθερο τον γιο μου Ότο Σμιτ, διότι ο μεγαλύτερος γιος μου Βίλχελμ Λάουμπινγκερ πέθανε εκεί και μαζί μου έχω μόνο έναν ακόμη γιο, ο οποίος έχει, δυστυχώς ένα σακατεμένο χέρι και έτσι δεν μπορεί να με φροντίσει. Δεν έχω υποστήριξη από πουθενά και δε θέλω να γίνομαι βάρος στο κράτος. Η ίδια δεν είμαι, ικανή να δουλέψω λόγω της αρρώστιας μου. Θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι κι ο άντρας μου και ένας άλλος γιος μου βρίσκονται κι αυτοί σε ένα στρατόπεδο, στο Νάτσβαϊλερ»

Ωστόσο, μόνο λίγοι εκτοπισμένοι φυλακισμένοι με μαύρο τρίγωνο αποφυλακίστηκαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ιδιαίτερα μετά την διάταξη του Ιουνίου του 1940 δεν υπήρχε καμία πιθανότητα για τον Όττο Σμιτ να αποφυλακιστεί. Με περιπαικτική και αδιάφορη υπηρεσιακά γλώσσα απορρίπτεται, το αίτημα της Αουγκούστε Λάουμπινγκερ:

«Σας έχουμε ήδη ανακοινώσει ρητώς ότι θα πρέπει να πάρετε απόσταση από περαιτέρω αιτήσεις, δεδομένου ότι το ζήτημα της αποφυλάκισης θα εξεταστεί εν ευθέτω χρόνω από την υπηρεσία. Σας απευθύνω και πάλι επείγουσα έκκληση όπως παραιτηθείτε από άλλες αιτήσεις, δεδομένου ότι στο μέλλον δε θα είναι δυνατόν να σταλεί απάντηση σε αυτές».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, το Νοέμβριο του 1942, η μητέρα του Ότο λαμβάνει από το Μπούχενβαλντ την είδηση του θανάτου του. Την πληροφορούν ότι ο γιος της πέθανε από πνευμονία. Με τέτοιου είδους αναληθείς δηλώσεις σχετικά με τα αίτια θανάτου τα Ες Ες κάλυπταν τα εγκλήματά τους εις βάρος των φυλακισμένων. Με ποιον τρόπο αφαιρέθηκε η ζωή του Ότο Σμιτ στο Μπούχενβαλντ, μάλλον δε θα σταθεί ποτέ δυνατόν να εξακριβωθεί.

Τα Ες Ες, πάντως, προσπαθούσαν να δίνουν προς τα έξω μία γραφειοκρατικά ορθή εικόνα. Οι συγγενείς δεν επιτρεπόταν, δήθεν για λόγους υγιεινής, να δουν τη σορό, αλλά είχαν δικαίωμα να αξιώσουν μία τεφροδόχο με την τέφρα του. Η μητέρα έλαβε το Δεκέμβριο του 1942 τα πράγματα του γιου της: 48,50 μάρκα του Ράιχ, ένα ζευγάρι σκαρπίνια, κάλτσες, ένα παντελόνι, ένα σώβρακο, ένα σακάκι, ένα πουκάμισο και τρία έγγραφα. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε η εκτόπιση των υπολοίπων μελών της οικογένειας του Ότο Σμιτ. Την 1η Μαρτίου του 1943 ένα τρένο τους μετέφερε από το Μάγκντεμπουργκ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβίτς-Μπίρκεναου. Η γυναίκα του Ότο Σμιτ, Ούνκου και η μικρή του κόρη, πέθαναν εκεί τους επόμενους μήνες. H Ούνκου, η μικρή του κόρη και πολλοί άλλοι συγγενείς του, πέθαναν εκεί τους επόμενους μήνες.


Εικόνα
Η Unku, φωτογραφημένη από τον Hanns Weltzel (1910-1952). Journal of the Gypsy Lore Society.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Η Λαϊκή Δικαιοσύνη στην Κατοχή


1945, ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Αθήνα, Συμφωνία της Βάρκιζας και Λευκή Τρομοκρατία ενάντια στους αγωνιστές της εαμικής Εθνικής Αντίστασης 1941-1944. Παράλληλα, έναρξη μιας γιγάντιας προσπάθειας κατασυκοφάντησης της Αριστεράς και του εθνικοαντιστασιακού κινήματος.

Μέσα στην φιλολογία περί «σφαγέων ελασιτών» και στα «κονσερβοκούτια», που δέσποζαν στον τύπο της εποχής, μέσα στην περίοδο της πιο μαύρης αντίδρασης, εκδίδεται ένα νομικό βιβλίο, με τίτλο «Λαϊκή Δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό κατοχήν Ελλάδος». Το βιβλίο είναι μια επιστημονική εργασία, στην οποία επιχειρείται η κριτική αποτίμηση του θεσμού της Λαϊκής Δικαιοσύνης, όπως αυτός αναδείχθηκε στις περιοχές της χώρας, που κατά την περίοδο της Κατοχής, ελέγχονταν από την εαμική εξουσία. Παράλληλα, στο έργο αυτό, έγινε μια συστηματική και αξιόλογη προσπάθεια συγκέντρωσης και ταξινόμησης του σχετιζόμενου αρχειακού υλικού. Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, αφού συγγραφέας του ήταν ένας συντηρητικός νομικός και ακαδημαϊκός που ουδέποτε είχε κάποια σχέση με το κίνημα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ή και την Αριστερά γενικότερα. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης το 1945 και το 1950, υπουργός Εργασίας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Θεοτόκη. Ιδιαίτερη αξία είχαν τα πορίσματα της μελέτης, όπου ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι η λειτουργία του θεσμού ήταν σύμφωνη με την κλασική παράδοση περί δικαίου και έχει σημαντικές ομοιότητες με παρόμοιους θεσμούς που αναπτύχθηκαν στην εποχή της Τουρκοκρατίας. 

Παραθέτω την βιβλιοκριτική του Ηλία Τσιριμώκου στη «Σοσιαλιστική Επιθεώρηση» (φύλλο 4-5, Οκτώβριος-Νοέμβριος 1945). Η «Σοσιαλιστική Επιθεώρηση», ήταν το μηνιαίο θεωρητικό όργανο της ΕΛΔ-ΣΚΕ.

Μεγάλος έπαινος ανήκει στον κ. Δ. Ζέπο. Μέσα στην ατμόσφαιρα παράφορου φανατισμού της Δεξιάς και γενικής προσπάθειας κατεξευτελισμού του Κινήματος Εθνικής Αντιστάσεως, εκείνος, μολονότι δεν υπήρξε Εαμίτης, κατέγινε σε μια επιστημονική εργασία πάνω στο ζήτημα της Λαϊκής Δικαιοσύνης. Βέβαια το έργο του δεν πιάνει το ζήτημα σ’ όλη του την έκταση και σ' όλο του το βάθος. Κυριολεχτικά περιορίζεται να δώση επιστημονικά ταχτοποιημένο το σχετικό υλικό. Να θέση το πρόβλημα. Δεν παύει πάντως η Εργασία του να είναι πολύτιμη και άξια για τον πιο μεγάλο έπαινο. Στο θέμα αν στην Ελεύθερη Ελλάδα, σ’ όλο αυτό το διάστημα υπήρξε Επανάσταση που επεκράτησε (θέμα που ανέλυσε στο 1ο φύλλο της ΣΟΣΕΠ, ο καθηγητής Σβώλος και το τοποθέτησε κατά τρόπο οριστικό), ο κ. Ζέπος προτιμάει να δώση μία λύση όσο μπορεί πιο συντηρητική ας πούμε. Δέχεται βέβαια πώς έγινε επανάσταση εναντίον των Αρχών Κατοχής και των Κουίσλιγκ, αλλά δεν νομίζει ότι ισχύει το ίδιο έναντι του επισήμου Κράτους (Κυβέρνηση Καΐρου). Και είναι βέβαια αλήθεια πως υπήρχαν ιδιόρρυθμες σχέσεις Καΐρου - Βουνού, αφού η Κυβέρνηση Καΐρου περιοριζόταν να άρχει στη Μέση Ανατολή, αφήνοντας την κυριαρχία της Ελεύθερης Ελλάδας στους αντάρτες — ενώ το αντάρτικο και αργότερα η ΠEEA περιορίζονταν να άρχουν στην Ελεύθερη Ελλάδα χωρίς να κηρύξουν έκπτωτο το Γεώργιο και την κυβέρνησή του — μα αυτή η «δυαρχία», που, άλλωστε, οι δύο εξουσίες την ασκούσαν σε διαφορετικά εδάφη, δεν αλλάζει το χαρακτήρα της Επανάστασης. Τα υπόλοιπα ανάγονται στην καθαρά πολιτική σφαίρα (χαρακτήρας του απελευθερωτικού αγώνα, ενωτικές προθέσεις του ΕΑΜ κλπ.), που η εξέτασή τους δεν έχει θέση εδώ.

Οπωσδήποτε — Επανάσταση η ιδιόρρυθμη ντε φάκτο κατάσταση — ο κ. Ζέπος δεν θεωρεί, και αυτό είναι το ουσιώδες, ότι οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν έχουν μία απλή αξία επιστημονικής «περιέργειας». Δέχεται πως εκεί επάνω δημιουργήθηκαν κανόνες δικαίου κλπ. έγκυροι για το όσο διάστημα ίσχυσαν και που τα αποτελέσματα τους δεν μπορούν ν’ ανατραπούν παρά από νέους κανόνες δικαίου. Έτσι δεν ολισθαίνει στην «αντιποίηση αρχής» όπου έφτασαν μερικά δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια, ατιμάζοντας και το δικό τους όνομα και το έθνος.

Βέβαια οι θεσμοί που γεννήθηκαν στην Ελεύθερη Ελλάδα είναι ατελείς. Δημιουργήθηκαν, έθεσαν το πρόβλημα (και κέρδισαν τη λύση) στη λαϊκή συνείδηση, και καθιέρωσαν οριστικά τη δημοτική γλώσσα. Υπάρχουν σήμερα νόμοι και δικαστικές αποφάσεις στη γλώσσα του λαού. Αυτό αποτελεί μεγίστη λαϊκή νίκη. Κανένας δεν αγνοεί πως η λαϊκή γλώσσα όλων των ευρωπαϊκών λαών καθιερώθηκε από τη στιγμή που οι νόμοι και οι δικαστικές αποφάσεις γραφήκαν σ' αυτή τη γλώσσα. Τούτο είναι οριστικό. Και ο λαός περιμένει την ώρα που οι Αρχές του Ψηφίσματος του Εθνικού Συμβουλίου, έτσι που είναι γραμμένες στη δημοτική, θα γίνουν άρθρα του νέου Συντάγματος της Ελλάδας. Κατά τα άλλα υπάρχει έργο για το μέλλον. Αληθινά και στα τρία ερωτήματα που μπαίνουν επ’ αφορμή της Δικαιοσύνης — α) ποιός δικάζει, β) πώς δικάζει, γ) τι νόμο εφαρμόζει — μόνο προσωρινές απαντήσεις δόθηκαν ως τώρα, και (το πιο ουσιαστικό, το αληθινά μεγαλειώδικο) η γενική κατεύθυνση.



Στο πρώτο ερώτημα δεν δόθηκε η οριστική απάντηση κυρίως γιατί δεν λειτούργησαν στην Ελεύθερη Ελλάδα όλα τα δικαστήρια σ’ όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Στο τρίτο ερώτημα δεν δόθηκε η οριστική απάντηση γιατί τα όρια που έθεσε στον εαυτό της η Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση δεν της επέτρεψαν να προχωρήση σε βαθύτερο μεταρρυθμιστικό νομοθετικό έργο. Η δε πρώτη αρχή που εφαρμόστηκε (ότι όλος ο κόσμος νομίζει ορθό και δίκαιο) ούτε σαν αρχή (αρχή άγραφου δικαίου) μπορούσε να καθιερωθή ούτε και ριζοσπαστικά αποτελέσματα μπορούσε να δώση (προσκόλληση στην παράδοση). Εκεί όμως που δόθηκε η οριστικώτερη, ας πούμε, απάντηση, ήταν στο δεύτερο ερώτημα. Πραγματικά η απόδειξη δόθηκε, η κατάχτηση έγινε: άμεση απονομή της δικαιοσύνης, ουσιαστική, ζωντανή κρίση, απαλλαγή απ’ την τυπολατρία, απ’ την δικονομική στρεψοδικία κλπ.

Βεβαίως δεν είναι η θέση εδώ ν’ αναλύσουμε τις απόψεις μας για την παραπέρα εξέλιξη των θεσμών που θεμελιώθηκαν μες τη φωτιά της μάχης εναντίον του κατακτητή. Οι επιστήμονες που νιώθουν τον παλμό της λαϊκής αναδημιουργίας πρέπει να βαλθούν με ζέση στο έργο. Και, πιστεύουμε πως θα μας δοθούν εργασίες βαθειάς ανατομίας του τι έχει γίνει και εργασίες πάνω στο τι πρέπει αύριο να γίνη. Το θέμα δεν είναι απ’ τα δευτερότερα. Και κανείς κόπος δεν είναι υπερβολικός αν κάτι μπορεί να εισφέρη στην οικοδόμηση των θεσμών της Λαϊκής Δημοκρατίας. Γιατί αυτούς τους θεσμούς ποθεί, γι’ αυτούς πάσχει και αγωνίζεται σήμερα ο λαός.


Διαβάστε τη μελέτη στο SCRIBD. Το βιβλίο έχει εκδοθεί άλλη μια φορά, το 1986, από το «Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης». Προλογίζει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ενώ υπάρχει και ένας σύντομος επίλογος των ιστορικών Ν. Παπαντωνίου και Νίκου Σβορώνου.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Η 4η Αυγούστου 1936 και η επικαιρότητα του Δημήτρη Σάρλη

Ο Ριζοσπάστης της περασμένης Κυριακής (20.10.2013), περιείχε ένα ιστορικό ένθετο με τίτλο «Πώς ο αστικός πολιτικός κόσμος ανέδειξε το 1936 το φασίστα Ι. Μεταξά στην κυβερνητική εξουσία». Στην πραγματικότητα (αν εξαιρέσουμε τη βραχεία εισαγωγή που αναφέρεται στα γεγονότα της «Χρυσής Αυγής» και των σχέσεων της νεοναζιστικής οργάνωσης με το αστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα εξουσίας), πρόκειται για αναδημοσίευση ενός άρθρου του Μάκη Μαΐλη στην ΚΟΜΕΠ (πριν από 12 έτη, τ.4-2001), με τίτλο, «Ο αστικός πολιτικός κόσμος και η 4η Αυγούστου».

[Για την ιστορική ακρίβεια, πρέπει να πούμε ότι ο πρώτος που κατέδειξε με εκτενή ανάλυση τις τρομερές ευθύνες του αστικού πολιτικού και οικονομικού μπλοκ εξουσίας στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ήταν ο ιστορικός και δημοσιογράφος της Αριστεράς, Σπύρος Λιναρδάτος. Το 1965 ο εκδοτικός οργανισμός της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) «Θεμέλιο» κυκλοφορεί το βιβλίο του «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου». Το συγκεκριμένο έργο θα αποτελέσει σημείο τομής στην ελληνική ιστοριογραφία. Για πρώτη φορά και με μαρξιστική μεθοδολογία αμφισβητούνται οι θέσεις των αστικών πολιτικών κομμάτων για τα αίτια της μεταξικής δικτατορίας. Ο συγγραφέας, όμως δεν αρκείται μονάχα σε αυτό, αλλά τονίζει και την μεγάλη τους ευθύνη για το βενιζελικό πραξικόπημα του 1935 που αποτέλεσε τον προθάλαμο της 4ης Αυγούστου. Για να κατανοηθεί το μέγεθος της αντίδρασης που δημιούργησε το παρόν βιβλίο, αρκεί να σημειωθεί ότι οι βιβλιοκριτικές της εποχής γράφτηκαν όχι σε ιστορικές επιθεωρήσεις, αλλά σε πολιτικά περιοδικά].

Η καινούργια ανάγνωση του ιστορικού αφιερώματος του «Ριζοσπάστη», προκαλεί μια σειρά από εκπλήξεις, ιδία όσο αφορά τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε. Μια άκρως αναθεωρητική μεθοδολογία, που σκοπό έχει, ερμηνεύοντας επιλεκτικά την πολιτική του ΚΚΕ και των αστικών κομμάτων της περιόδου εκείνης, να «ευλογήσει» το σεχταρισμό που διακρίνει την πολιτική του ΚΚΕ του σήμερα .

Θα μπορούσε κάποιος σχολαστικός αναγνώστης να «ξεσκονίσει» το κείμενο παράγραφο προς παράγραφο, λέξη προς λέξη και να γράψει σχετικά. Για παράδειγμα, αποσιωπείται τελείως η θετική σημασία που είχε για το κίνημα το «σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα», όπου προβλεπόταν η συνεργασία των φιλελευθέρων και των κομμουνιστών στη Βουλή που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Γενάρη του 1936. Ένα τίμιο σύμφωνο, με αμοιβαία ανταλλάγματα και παραχωρήσεις. Το σύμφωνο με ευθύνη της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος των φιλελευθέρων δεν εφαρμόστηκε τελικά, αλλά το ΚΚΕ το δημοσιοποίησε, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη συνεργασία της Αριστεράς και των δημοκρατικών πολιτών που ακολουθούσαν το Κέντρο μέσα στην πραγματική Κοινωνία, μια συνεργασία που θα ολοκληρωθεί εντυπωσιακά στην περίοδο της Κατοχής και το σχηματισμό του εαμικού κοινωνικού μπλοκ.

Παρ’ όλα αυτά, θα περιοριστούμε μόνο στη στάση του ΚΚΕ απέναντι στο βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935 και την θέση του συγγραφέα του άρθρου απέναντι σε αυτήν.

Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά: Την 1η Μαρτίου του 1935, εκδηλώθηκε βενιζελικό στρατιωτικό πραξικόπημα, με σκοπό την ανατροπή του ρεβανσιστικού κράτους της Δεξιάς, που εγκαθιδρύθηκε μετά τις εκλογές του 1933 και τη νίκη του Λαϊκού Κόμματος. Ο ίδιος ο Βενιζέλος που ηγήθηκε του κινήματος, θεωρούσε ότι η ηθική δικαίωση του πραξικοπήματος, συνίστατο στην προσπάθεια διάσωσης της αβασίλευτης δημοκρατίας και στην παρεμπόδιση της παλινόρθωσης της δυναστείας των Γλύξμπουργκ, που δρομολογείτο με την πολιτική της Δεξιάς.Το Κίνημα απέτυχε παταγωδώς. Αφενός ήταν κακώς οργανωμένο από στρατιωτικής απόψεως και αφετέρου βρήκε ελάχιστη υποστήριξη από τον λαό. Η αντιλαϊκή πολιτική που άσκησε ο Βενιζέλος στις τελευταίες  κυβερνήσεις του, στην περίοδο 1928-1933, τού στέρησαν την λαϊκή υποστήριξη που είχε στο παρελθόν.

Το ΚΚΕ αντιτάχθηκε στο Κίνημα των Βενιζέλου-Πλαστήρα, θεωρώντας το φασιστικό. Δεν έμεινε αντίθετο μόνο στα λόγια, αλλά πέρασε και στην πράξη. Στις 26 Φλεβάρη του 1935, λίγες ημέρες πριν το κίνημα εκδηλωθεί, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει μια επιστολή ενός «αντιφασίστα» ανώτερου αξιωματικού, στην οποία αναφέρονται εντυπωσιακές λεπτομέρειες για το σχεδιασμό του πραξικοπήματος, για τα σχέδια των βενιζελικών αξιωματικών, κλπ.


Tο ΚΚΕ, κάλεσε τον λαό να κατέβει στους δρόμους, να αντιδράσει ενάντια στο «βενιζελοπλαστηρικό, στρατιωτικοφασιστικό» κίνημα. Η στάση του απέναντι στο σχεδιαζόμενο πραξικόπημα δεν έμεινε χωρίς αντιδράσεις, ακόμα και μέσα στο ίδιο το κόμμα, αφού πολλά στελέχη και μέλη του, δεν πείστηκαν για τον αντιδραστικό χαρακτήρα της βενιζελικής κίνησης. Ενδεικτικά, οι οργανώσεις της Θεσσαλονίκης και Μυτιλήνης, υποστήριξαν τελικά το Κίνημα ως αντιμοναρχικό. Μια εκ των προτέρων πολιτική διαφωνία, η οποία όχι μόνο δεν συζητήθηκε εσωκομματικά, αλλά χτυπήθηκε αλύπητα από την ηγεσία.

Επρόκειτο για ένα κολοσσιαίο πολιτικό σφάλμα. Η λεγόμενη βενιζελική παράταξη, ήταν βέβαια ανομοιογενής, με πολλά δεξιά, ακόμα και φιλοφασιστικά στοιχεία στην ηγεσία της. Η πλειοψηφία όμως των κατωτέρων και μεσαίων αξιωματικών που συμμετείχαν στην κίνηση, ήσαν φιλελεύθεροι, δημοκρατικοί αξιωματικοί, συμπαθούντες την Αριστερά, που επιχείρησαν απεγνωσμένα να διασώσουν το Πολίτευμα. Δεν ήσαν φασίστες ο Σαράφης, οι αδελφοί Τσιγάντε, ο Βολάνης και τόσοι άλλοι αξιωματικοί που πρωτοστάτησαν στο κίνημα αυτό, κινούμενοι από αγνές προθέσεις, προκειμένου να ανακόψουν την πορεία προς την παλινόστηση του Γεωργίου Β' και την δικτατορία.

Το μέγεθος του λάθους, φάνηκε εκ του αποτελέσματος. Οι φιλομοναρχικοί κέρδισαν και κυνήγησαν άγρια όχι μόνο τους βενιζελικούς, αλλά και τους κομμουνιστές, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι είχαν ταχθεί ενάντια στο πραξικόπημα. Ο «Ριζοσπάστης» έκλεισε, συνελήφθηκαν πάνω από 500 κομμουνιστές, ενώ το κόμμα πέρασε στην παρανομία. Η αποτυχία του πραξικοπήματος, θα σημαδέψει την ιστορική ζωή της χώρας. Η 1η Μάρτη του 1935, είναι μια ημερομηνία ορόσημο, όπου στην Ελλάδα θα εγκατασταθεί το φαύλο κράτος της Δεξιάς, ένα κράτος που θα ταλανίσει την πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή της χώρας για περίπου πενήντα χρόνια.  
Από το καλοκαίρι του 1935 και μετά, σχεδόν σε όλα τα κομματικά ντοκουμέντα τονίζεται η ανάγκη προσεταιρισμού των αντιμοναρχικών κομμάτων και δημιουργίας μετώπου με τους δημοκρατικούς αξιωματικούς, προκειμένου να αποφευχθεί η μοναρχοφασιστική δικτατορία, κάτι που όπως είναι γνωστό δεν επιτεύχθηκε:

«Με βάση τη λαϊκή δημοκρατική πλατφόρμα του διωξίματος Κονδύλη και του μοναρχισμού, της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, των δημοκρατικών θεσμών και ελευθεριών και της διεξαγωγής λέφτερου και ανόθευτου δημοψηφίσματος και με τη χρησιμοποίηση κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών μέσων, να δημιουργεί κοινό μέτωπο όλων των κομμάτων και του λαού μαζί, οργανώσεων και των δημοκρατικών, αντιδικτατορικών δυνάμεων του στρατού». («Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τχ. 16, 21.11.1935).

Κάπως ειρωνικό, αφού δεν πέρασε ένας χρόνος και αναζητείται συμμαχία με τους δημοκρατικούς αξιωματικούς, αυτοί που τον Μάρτη, ήσαν για το ΚΚΕ βενιζελοπλαστηρικοί φασίστες. 
Τον Δεκέμβριο του 1935, στο 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, θα καταδικαστεί η στάση του κόμματος, απέναντι στο βενιζελικό κίνημα και θα εγκαταλειφθεί οριστικά η «διμέτωπη πάλη» και το σύνθημα για μια «σοβιετική Ελλάδα»:

« … το Συνέδριο υπογραμμίζει τις σεχταριστικές ταλαντεύσεις που υπήρχαν μέσα στην ίδια την καθοδήγηση του Κόμματος, πράγμα που εμπόδισε την έγκαιρη και αποφασιστική πραγματοποίηση του δημοκρατικού-αντιφασιστικού συνασπισμού …».
Στις δεκαετίες που πέρασαν, η πολιτική του ΚΚΕ και η στάση του απέναντι στο βενιζελικό κίνημα του 1935, πέρασε στην κομματική ιστορία, σαν ένα σεχταριστικό λάθος, ένα λάθος αριστερού χαρακτήρα (ο Κατσούλης αποφεύγει να το ονομάσει έτσι, αλλά το αποδίδει σε επαναστατικό ρομαντισμό, κατάλοιπο των προηγούμενων ηρωικών δεκαετιών και στην σχετική πολιτική ανωριμότητα της ηγεσίας, που δεν επέτρεπαν στο Κόμμα να ασκήσει ρεαλιστική πολιτική - πάντως η ουσία είναι μία).

Και όμως, το 2001, ο Μάκης Μαϊλης, στο άρθρο του στην ΚΟΜΕΠ, υπερασπίζεται την πολιτική του ΚΚΕ τον Μάρτιο του 1935, χαρακτηρίζοντάς την σωστή, κάτι που εννοείται δεν άλλαξε στην επανατύπωση του άρθρου στο ιστορικό ένθετο του «Ριζοσπάστη» της περασμένης Κυριακής:

«Το ΚΚΕ έκανε πολύ σωστά που κατήγγειλε κάθε απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος, απ' όποια πλευρά κι αν προερχόταν. Αυτή τη στάση κράτησε και στο αποτυχημένο κίνημα της 1ης Μάρτη 1935. Και επικρίθηκε στη συνέχεια, από διάφορες πλευρές, επειδή ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε πληροφορίες για το πραξικόπημα, προτού αυτό εκδηλωθεί! Έπρεπε, σύμφωνα με τους επικριτές, να το υποστηρίξει επειδή προερχόταν από το «κέντρο» και στρεφόταν κατά της «δεξιάς»!
Στρεφόταν κατά του λαού! Κατά της «δεξιάς» στρεφόταν μόνο στη βάση του ποιος θα διαχειρίζεται την εξουσία. Και, βεβαίως, ο καυγάς για τη διαχείριση της εξουσίας ουδέποτε απετέλεσε αντικειμενικό κριτήριο για τις προθέσεις και το φιλολαϊκό χαρακτήρα της πολιτικής κάθε κόμματος.
Επιβεβαιώνεται αυτό από την πολιτική των «κεντρώων» κυβερνήσεων, που συναγωνίστηκαν και πολλές φορές ξεπέρασαν τις «δεξιές» στην επίδειξη αγριότητας κατά του εργατικού και λαϊκού κινήματος και του ΚΚΕ. «Και δεν είναι τυχαίο ότι το σύνθημα για τη φυσική εξόντωση των κομμουνιστών το έδωσε ο μεγαλύτερος ηγέτης του ελληνικού αστισμού, ο Βενιζέλος (...)»,


για να συνεχιστεί το αφιέρωμα με τις γνωστές αναφορές στον «Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου», που δημιούργησε η βενιζελική παράταξη, στον οποίο ως γνωστό δεινοπάθησαν δεκάδες αριστεροί και δημοκρατικοί φαντάροι.

Το ΚΚΕ, αναθεωρεί και γράφει ξανά την κομματική ιστορία, με βάση τη σημερινή πολιτική του, την πολιτική της «συμμαχίας» μόνο με τον εαυτό του και την άρνηση συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη οργάνωση της Αριστεράς.

Είναι άκρως ενδεικτική, αλλά και διδακτική η βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας του άρθρου: Δαφνής, Λιναρδάτος, Πυρομάγλου, Βεντήρης, κλπ. Ακόμα και ο Ελεφάντης αναφέρεται, προκειμένου να υποστεί κριτική. Στην βιβλιογραφική αναφορά, είναι εντυπωσιακή η απουσία ενός μεγάλου ιστορικού έργο για τη συγκεκριμένη περίοδο. Ενός έργου, που ο συγγραφέας του ήταν μαρξιστής και στέλεχος του ΚΚΕ. Μιλάμε για το περίφημο βιβλίο του Δημήτρη Σάρλη, «Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού», τελευταία έκδοση από τη Σύγχρονη Εποχή, το 1987.

Ας αφήσουμε τον αξέχαστο «καπετάν Αχιλλέα», τον Δημήτρη Σάρλη δηλαδή, να απαντήσει στον Μάκη Μαΐλη:

«Απ’ όλα όσα ειπώθηκαν πιο πάνω για τα γεγονότα της 1ης του Μάρτη 1935, βγαίνει το συμπέρασμα ότι τα γεγονότα αυτά αποτελούσαν ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στο αστικό δημοκρατικό πολίτευμα και τη μοναρχία και, σε τελευταία ανάλυση, ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό. Παρά τις επιδιώξεις του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, το κίνημα του 1935 είχε βασικά δημοκρατικό και αντιμοναρχικό χαραχτήρα. Η νίκη του κινήματος αυτού θα αποτελούσε ένα σοβαρό χτύπημα κατά του μοναρχοφασισμού, θα έκανε αδύνατη την παλινόρθωση της μοναρχίας, αυτής της εστίας της πιο μαύρης Αντίδρασης, και με τον τρόπο αυτό αντικειμενικά θα δημιουργούσε καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξη της πάλης της εργατικής τάξης και όλων των προοδευτικών δυνάμεων». (σελίδα 239).

Και παρακάτω:

«Παρά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι κομμουνιστές πάντα ωθούνταν από τα καλύτερα αντιμοναρχικά και αντιφασιστικά, δημοκρατικά ελατήρια, στη δοσμένη περίπτωση με την πολιτική τους ζημίωσαν αντικειμενικά τα συμφέροντα της πάλης για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό.
Τόσο η αποκάλυψη της προετοιμασίας του κινήματος και του σχεδίου δράσης των ηγετών του από το «Ριζοσπάστη», όσο και η ταχτική της πάλης στα δύο μέτωπα με κατεύθυνση του κυρίου χτυπήματος ενάντια στο κίνημα, αντικειμενικά έπαιζαν το παιγνίδι των μοναρχικών και φασιστικών δυνάμεων».

Και επειδή στα τελευταία δέκα χρόνια, σχεδόν σε όλα τα ιστορικά αφιερώματα των κομματικών εντύπων στην περίοδο 1928-1936, επαναλαμβάνεται με τρόπο μονότονο και κουραστικό, ο περίφημος διάλογος Πλαστήρα-Βενιζέλου, πριν το πλαστηρικό κίνημα του 1933, όπου οι ηγέτες του Κέντρου, εκφράζονται ευμενώς για τον Μουσολίνι:

Πλαστήρας: «Χάνουμε τας Αθήνας! Θα γίνουν ταραχές, συλλήψεις βενιζελικών, δολοφονίες και Κύριος οίδε τι άλλο! Γι' αυτό εγώ σκέπτομαι να πάω στους συνοικισμούς, να εξεγείρω τους πρόσφυγας και να τους φέρω εις την πόλιν για να ζητήσουν την εγκαθίδρυσιν δικτατορίας. Θα κάμουμε ότι και στην Ιταλία, που, χάρις στο φασισμό, προοδεύει».

κλπ, κλπ,

αξίζει να δώσουμε πάλι τον λόγο στον Δημήτρη Σάρλη:

«Οι κομμουνιστές δεν μπορούν και δεν πρέπει να καθορίζουν τη θέση τους απέναντι σε τούτο ή εκείνο το πολιτικό κόμμα ή μπλοκ κομμάτων, ξεκινώντας αποκλειστικά και μόνο από τις απόψεις και επιδιώξεις ξεχωριστών ηγετών αυτού του κόμματος ή αυτού του μπλοκ κομμάτων, γιατί σε τέτοια περίπτωση η πολιτική του δοσμένου κομμουνιστικού κόμματος σε τελευταία ανάλυση θα καθοριζόταν από τους αντιδραστικούς αυτούς ηγέτες».

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

"Κομμουνιστική" 25η Μαρτίου στη Λάρισα του 1952




Η πιο cult ίσως εφημερίδα της μισαλλόδοξης και ρεβανσιστικής δεξιάς της δεκαετίας του 1950, ήταν ο περίφημος «Εθνικός Κήρυξ» των Αθηνών (δεν σχετίζεται με τη γνωστή, μεγάλη ομογενειακή εφημερίδα της Αμερικής). Μέσα στις σελίδες της, έβγαινε ένας απίστευτος κιτρινισμός, που κάνει την «Αυριανή» του 1989, υπόδειγμα αντικειμενικής, σοβαρής και έγκυρης εφημερίδας!

Διαβάζουμε για την ΕΠΕΚ του Πλαστήρα και τους φιλελεύθερους του Σοφοκλή Βενιζέλου που τα έχουν κάνει «πλακάκια» με τους συμμορίτες και προωθούν τα μέτρα ειρήνευσης, για δήθεν και μόνο κατά το όνομα «εθνικόφρονες» εφημερίδες, που προκειμένου να αυξήσουν τις κυκλοφορίες τους συκοφαντούν την Χωροφυλακή, για τους Κρητικούς που κατάντησαν από τον Βενιζέλο (τον Σοφοκλή), να τρώνε τζιτζίκια, για την ευεξία και την ευφορία που νιώθουν οι εθνικόφρονες μετά την εκτέλεση του «σφαγέως», «βιαστού», «εμπρηστού» Μπελογιάννη και πολλά άλλα ωραία.


Μεταξύ όλων των άλλων και για κάποιον εκπρόσωπο των καθηγητών, που με τον πανηγυρικό λόγο της ημέρας που εκφώνησε - έχοντας βέβαια και την ανοχή της ΕΠΕΚ και του κρυπτοκομμουνιστή Παπανούτσου - ανάγκασε τους Λαρισαίους να εορτάσουν «κομμουνιστικήν 25η Μαρτίου» !!!



Μας καταγγέλλουν από την Λάρισαν, ότι ο επεκιτζής δήμαρχος Λαρίσης ανέθεσε την εκφώνησιν του πανηγυρικού της 25ης Μαρτίου εις ένα καθηγητήν ονόματι Ν. Ταξιλάρην. Ο Ταξιλάρης, λοιπόν, παρενέβαλε «με τρόπον» εις τον λόγον του διαφόρους υπαινιγμούς, καθ’ ους οι «κοτζαμπάσηδες», οι «προεστοί» και οι συν αυτοίς αντέδρων εις την λαϊκήν Επανάστασιν του Εικοσιένα και μόνον άμα είδαν ότι επεκράτει, ερρίχθησαν δια να την εκμεταλλευθούν. Έβαλε κατά του Εθνομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου ως αφορίσαντος την Επανάστασιν, επίσης δε κατά του «συντηρητικού» Κοραή και κατά του «αριστοκράτου» Καποδίστρια, ως διστακτικών και απροθύμων. Παραλείπωμεν άλλα και άλλα: Και – δεν θα το πιστεύσετε – κατέληξε με τα συνθήματα που μεταδίδει η Μόσχα, η Κομινφόρμ και ο σταθμός των συμμοριτών:
» Οι ψυχές που σήμερα τις γιορτάζουμε, ψηλά από τον ουρανό αφήνουν να φτάνει στ΄ αυτιά μας το αχολογητό αυτό:
» - Ομόνοια, αδέλφια!
»- Όχι άλλο αίμα ! ».
Κομμουνιστικήν 25ην Μαρτίου εώρτασαν οι κάτοικοι της Λαρίσης, δια του στόματος ενός ανθρώπου του Παπανούτσου, αυτού του περιφήμου καθηγητού του Γυμνασίου των, Ταξιλάρη.
Καθώς βλέπετε, αδίστακτα, από τας επισήμους εκπαιδευτικάς έδρας που τους έταξεν η Πατρίς, αυτοί προπαγανδίζουν τα κομμουνιστικά συνθήματα.


Ωραίος ο καθηγητής, όπως και να το κάνουμε. Ωραίος και θαρραλέος, που τόλμησε στην ελληνική ύπαιθρο του 1952, να διατυπώσει τέτοιες απόψεις στον πανηγυρικό του λόγο για την εθνική επέτειο του 21, ανάμεσα σε παρακρατικούς, ΤΕΑ και ανθρώπους της Χωροφυλακής.

Τέλος, ένα ακόμα δείγμα «δημοσιογραφίας» από την εφημερίδα της «λαϊκής δεξιάς» της δεκαετίας του 1950. Η λεζάντα κάτω από τη φωτογραφία του Παπάγου, γράφει:

«Από το παράθυρον της αυτοκινητοαμάξης, ο Στρατάρχης Παπάγος, κοιτάζει προς την Ελληνικήν ύπαιθρον, τον αγρότη που δουλεύει στα χωράφια του. Έχει τόσα πράγματα να σκεφθεί γι' αυτόν...».

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η "Λεσβιακή Άνοιξη", ο Πόλεμος και ο Κλέανδρος Καρθαίος

 Ο όρος "Λεσβιακή Άνοιξη", χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Στρατή Μυριβήλη και τον λογοτέχνη και ζωγράφο Αντώνη Πρωτοπάτση, προκειμένου να περιγράψει την πρωτόγνωρη πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση που σημειώθηκε στη Μυτιλήνη την δεκαετία του 1920, μέχρι την κήρυξη της βασιλομεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου του 1936. Εμβληματικές μορφές αυτής της κίνησης, πέρα από τους προαναφερθέντες, ο Θείελπης Λεφκίας, ο Ηλίας Βενέζης και φυσικά, ο μεγάλος δάσκαλος Κλεάνθης Παλαιολόγος.

Το πρώτο δεκαήμερο του Ιούνη του 1924, διοργανώθηκε στη Μυτιλήνη, το δεύτερο παλλεσβιακό εφεδρικό συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν οι παλιοί πολεμιστές της περιόδου 1912-1922, που συμμετείχαν στην κίνηση. Το συνέδριο είχε εντελώς ανεπίσημο χαρακτήρα, αλλά παρ' όλα αυτά, κρατήθηκαν πρακτικά από τον Ηλία Βενέζη. Τα πρακτικά δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό "Αιολικά Γράμματα" του 1975, με σχόλια του εκδότη Γιώργου Βαλέτα

Αξίζει να διαβαστούν κάποια αποσπάσματα, αποσπάσματα χαρακτηριστικά του ιδεολογικού και πολιτικού κλίματος της εποχής εκείνης.

Ο Λεφκίας με το Μυριβήλη, στα γραφεία της εφημερίδας τους.

Στη σύντομη εισαγωγή του ο Βενέζης αναφέρει:

«Ύστερα έγινε μια πρόταση. Την έκανε ο συν. Μυριβήλης. Ακολούθησε μια πλατιά συζήτηση (...). Μ’ όλο που αυτή η συζήτηση δεν ήταν παρά μια ανεπίσημη κουβέντα, φρόντισα να κρατήσω πιστές σημειώσεις για όλα που ειπώθηκαν. Κι επειδή θέλω να δείξω σε πόσο αψηλό σημείο στάθηκε το συνέδριο απ’ -την πρώτη στιγμή αφού συζητήθηκαν με ενθουσιασμό τέτοια θέματα, νομίζω πως πρέπει να βάλω εδώ όλη τη θαυμαστή κουβέντα με τις πιo μικρές λεπτομέρειες».

Η πρόταση του Μυριβήλη ήταν να αποφασίσει το συνέδριο, οι εργασίες του να καθαγιαστούν με ένα σεμνό και κατανυκτικό μνημόσυνο για τους σκοτωμένους των τελευταίων πολέμων:

«Λέγοντας, εξηγεί ο Μυριβήλης, «σκοτωμένους των πολέμων», δεν εννοώ μονάχα τους δυστυχισμένους συναδέλφους μας του Ελληνικού Στρατού. Εννοώ όλα τα θύματα της παράφρονος μανίας των στρατοκρατών και - των χρηματιστών και των μεγαλοβιομηχάνων, που έριξαν τον κόσμο μέσα στην κόλαση της πιo τρομερής ανθρωποσφαγής που είδε ίσαμε σήμερα η υφήλιος. Εννοώ όλους τους σκοτωμένους ανθρώπους που σκοτώθηκαν από συναδέλφους των, γιατί η ηθική και η σωματική βία, που επεβλήθη επάνω στους εκούσιους φονιάδες τους έκανε τέτοιους δίχως να έχουν συναίσθηση της φρίκης της ανθρωποκτονίας. Προτείνω κύριοι συνάδελφοι, το μνημόσυνό μας να μην είναι μνημόσυνο μίσους και εκδικήσεως, δηλαδή σύμβολον συνεχίσεως της σφαγής, αλλά μνημόσυνο απλώς όλων των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στους πολέμους.
Θα ήθελα το μνημόσυνο ως μία χειρονομία ανωτέρου ανθρωπισμού. Οι άνθρωποι που μας σκότωσαν και οι άνθρωποι που σκοτώσαμε, βιασμένοι κάτω από τη βία μιας σκληρής πιέσεως, είναι εξίσου «θύματα» θύματα αθώα κατά βάθος, γιατί η ιδέα του σκοτωμού δεν ήταν δική τους. Τους επεβλήθη και τους εκαλλιεργήθη από άλλους. Τόσο οι φονιάδες, όσο και τα θύματα δεν είχανε αναμεταξύ τους κανένα πραγματικό, αληθινό μίσος. Ήτανε όλοι τους άγνωστοι και όλοι τους δυστυχισμένοι εξίσου».


Ένας από τους συνέδρους διαφωνεί:

«Εγώ που έκανα αιχμάλωτος, εγώ που υπέφερα, ουδέποτε θα συγχωρήσω τα τέρατα αυτά...».

Ο Μυριβήλης:

«Επιτρέψατέ μου κ. συνάδελφε. Όλοι μας υποφέραμε αυτά τα μαρτύρια επί δέκα ολάκαιρα χρόνια, ακόμα κι όσοι δεν είχαμε την κακοτυχία να γίνουμε αιχμάλωτοι, αλλά ψοφούσαμε μες στο χαράκωμα, ή λιώναμε με ελώδης δίχως καμία ιατρική περίθαλψη στη Νιγρίτα, ή κάναμε εκατοστές χιλιόμετρα μες στη λάσπη και μες στους πάγους δίχως άρβυλα. Όσο για τα τέρατα αυτά που λέτε πως σκότωσαν αθώους ανθρώπους, να μου επιτρέψετε να σας πω πως κι εμείς είμαστε στην ίδια θέση μ' αυτούς. Προσωπικώς σας λέγω με βδελυγμό για το κατάντημά μου, και εγώ ο ίδιος έλαβα μέρος το 1912 μες στην Ε' Μεραρχία στο κάψιμο ένα πλήθος ευτυχισμένων τούρκικων χωριών, τα Καΐλάρια, εγώ ο ίδιος ντουφέκισα μαζί με τους συναδέλφους μου όλους τους Τούρκους πολίτας, που είχανε απομείνει μες στα σπίτια τους από 18 χρόνων κι απάνω, εγώ ο ίδιος είδα χανούμισες λυσίκομες και ζεφρενιασμένες απ’ τη φρίκη να χύνονται κοπάδια μέσα στους φλεγόμενους δρόμους των χωριών, για ν’ αναγνωρίσουνε τους σκοτωμένους των ανθρώπους. Λοιπόν, κι εμείς οι φονιάδες είμασταν κατά βάθος αθώα κτήνη σπρωγμένα απ’ τους ανώτερους μας κι αυτοί ήταν ολότελα αθώοι όπως κι όλοι οι Τούρκοι στρατιώτες που σκοτώθηκαν από μας. Το μόνο σφάλμα τους, που υπερασπιζότανε την πατρίδα τους και την οικογένειά τους που πήγαμε να καταχτήσουμε».

Στην παρέμβασή του ο Λεφκίας είπε χαραχτηριστικά σε κείνους που διαφωνούσαν:

«Το μνημόσυνο θα γίνει για τους ανθρώπους, αποκλειστικά για τους ανθρώπους. Τα θύματα μιας άθλιας πολιτικής περιοτάσεως που τους εστέρησε τη ζωή. Όταν λέμε ανθρώπους δεν εννοούμε Τούρκους, Βουλγάρους, αλλ’ απλώς τα όντα εκείνα που περικλείουν την ανθρώπινη ζωή και που κανένας δεν έχει το δικαίωμα να τους την αφαιρέσει. Οι σκοτωμένοι των πολέμων είναι για μας σύμβολα. Είναι σύμβολα της φρικτής ιδέας των πολεμικών ανθρωποκτονιών που είναι εκδήλωσις ελεεινής βαρβαρότητας. Μην παρασύρεστε από τον εύκολο πατριωτισμό, τον πατριωτισμό κάθε ώρας και κάθε στιγμής, αλλά θελήσετε να ανεβάσετε λίγο την σκέψη σας και τα αισθήματά σας σε μια σφαίρα ανθρωπιστικότερη, ευγενικότερη και πιό πολιτισμένη. Εμείς οι έφεδροι που είμαστε τα ζωντανά θύματα πρέπει να το συναισθανθούμε αυτό και να αγαπήσουμε τα νεκρά θύματα όποιο όνομα κι αν είχαν και σε όποια θρησκεία κι αν επίστευαν».

Ο αντιπρόσωπος του Παλαιόκηπου, Εμμανουήλ, συμφώνησε απόλυτα με τη γνώμη των ξεχωριστών συναδέλφων Μυριβήλη και Λεφκία:

«Ας καταλάβουμε μια για πάντα πως οι στρατιώτες Τούρκοι, Έλληνες και Βούλγαροι αλληλοσκοτώνονται μόνο επειδή άλλοι τους διατάζουνε ν’ αλληλοσκοτωθούν. Εμείς δεν ήρθαμε εδώ να ακονίσουμε τα σπαθιά μας και τη δυστυχία μας, που είναι αποτέλεσμα των βάρβαρων πολέμων».

 

Ένα σημείο που πρέπει σχολιαστεί, είναι ότι δεν πρέπει να γίνεται ταύτιση της αντιπολεμικής στάσης με τη σοσιαλιστική ιδεολογία και εννοείται με τον μπολσεβικισμό. Υπάρχουν μεγάλοι αντιπολεμικοί λογοτέχνες, που αν και έγραφαν ενάντια στην απληστία του μεγάλου κεφαλαίου και άφηναν μέσα από το έργο τους να εννοηθούν σοσιαλιστικές ιδέες (άλλοτε καθαρά, άλλοτε όχι), δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν τη σοσιαλιστική ιδέα που αποτελεί ανώτερο στάδιο κοινωνικής συνείδησης. Παρέμειναν στα πλαίσια του αστικού ουμανισμού, στα πλαίσια του πολιτισμένου ανθρώπου που αποτροπιάζεται από τον πόλεμο και τα εγκλήματα που τον συνοδεύουν. Κάποιες φορές, μέσα από αυτήν την διαδρομή, έφταναν πολλές φορές στον διεθνισμό και στην καταδίκη της εθνικιστικής πατρίδας. Πρόχειρα παραδείγματα από την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, πέρα από τον Στρατή Μυριβήλη, ο Αριστοτέλης Σίδερης, ο Κώστας Χατζόπουλος, ο Ντίνος Θεοτόκης, ο Ρήγας Γκόλφης, ο Τάκης Ταγκόπουλος και φυσικά ο Κλέανδρος Καρθαίος κλπ. Κανένας (ή σχεδόν κανένας), δεν έφτασε στο επίπεδο του επαναστατικού ντεφαιτισμού του Λένιν, αλλά το πολύ στον ουτοπικό σοσιαλισμό και τον πασιφισμό του αδικοσκοτωμένου Ζωρές.

 Με τον κίνδυνο να ξεφύγουμε από τα αυστηρά πλαίσια του κειμένου, είναι ενδιαφέρον να γίνει μια αναφορά στον ποιητή Κλέανδρο Καρθαίο:

Μια καλή παρουσίαση για τον ίδιο και το έργο του, μπορεί να βρει κανείς εδώ. Αυτό που δεν γράφει ο μπλόγκερ - πιθανά δεν το γνώριζε - είναι ότι ο Καρθαίος ήταν στρατιωτικός καριέρας, άριστος επιτελικός αξιωματικός και μέλος του Γενικού Επιτελείου στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο Καρθαίος, αποτελεί λαμπρό παράδειγμα για αυτό που αναφέρθηκε πιο πάνω:

Μπροστά στη βιαιότητα και στη φρίκη του πολέμου, πολλοί άνθρωποι, αυθόρμητα ή συνειδητά, παίρνουν στάση εναντίον του.

Ήταν φανατικός αντιβενιζελικός, οπαδός του Κωνσταντίνου του Α', οπότε θα πει κανείς ότι αυτό σήμαινε αυτόματα τοποθέτηση ενάντια στον Α' Παγκόσμιο. Παρ' όλα αυτά, είναι  λάθος να αποδοθεί η όλη στάση του αποκλειστικά σε πολιτικές συγκυρίες και σε τόσο περιστασιακά κίνητρα. Ξεκινώντας από τον κωνσταντινισμό, έφτασε πιο πέρα από την άρνηση της παγκόσμιας ανθρωποσφαγής. Έφτασε στην πλήρη άρνηση της πατρίδας και της ιδεολογίας του εθνικισμού, αγκαλιάζοντας το όραμα της οικουμενικής συναδέλφωσης και το ιδανικό της Μιας και Μοναδικής Πατρίδας όλων των ανθρώπων.

Ένα ενδεικτικό ποίημα από τον Νουμά:


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Στον κάμπο όπου βροντούσε το κανόνι,
Μια πράσινη γαλήνη τώρα απλώνει
Με μύρια ολόχαρα άνθια κεντημένη.
Εκεί που πολεμούσαν σα λιοντάρια
Του οχτρού και τα δικά μας παλικάρια,
Τίποτα πια απ’ την έχθρητα δε μένει :
Αδερφωμένοι
Κοιμούνται οι μαχητές οι τιμημένοι,
Για μια πατρίδα !
Για μια πατρίδα ! Νιώθω να πλακώνει
Το στήθος μου μια μπόρα που ζυγώνει,
Που θάρθει κι ό,τι βρει θά το σαρώσει.
Για άκου, μακριά ! κάπου βροντολογάει,
Μια φωνη στον αγέρα τριγυρνάει,
Τους λαούς στο ποδάρι να σηκώσει :
Αδερφωμένοι
Στ' άρματα οι μαχητές οι τιμημένοι,
Για την Πατρίδα !
Για την Πατρίδα, κι όχι για μια Πατρίδα
Τσακίστε τη χρυσή την αλυσίδα !
Σαν ένας σηκωθείτε, σκλαβωμένοι !!
Τ' άρματα ακόμα μια φορά ας ζωστούμε,
Και πάλι, αδέρφια, στη φωτιά ας λουστούμε !
Σαλπίστε να τραντάξει η Οικουμένη :
Αδερφωμένοι
Κινούν οι μαχητές οι τιμημένοι
Για ΜΙΑ Πατρίδα !


Κ. ΚΑΡΘΑΙΟΣ

Τέλος, ας θυμηθούμε και έναν άλλο αρνητή της εθνικιστικής πατρίδας, τον Παλαμά, που έγραφε και αυτός:


Κι αν έχουμε πατρίδα, φτάνει αυτή ως εκεί
που φτάνει και του ήλιου το βασίλειο