Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Η αρθρογραφία του Κ.Σπέρα σε φιλοφασιστική εφημερίδα





Η Εθνική Σημαία, υπήρξε το επίσημο όργανο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος του Γεωργίου Μερκούρη, το οποίο εκπροσώπησε την Ελλάδα στο πρώτο διεθνές φασιστικό συνέδριο, στις 16, 17 και 18 Δεκεμβρίου του 1934 στο Μοντρέ της Ελβετίας. Το κόμμα αυτό, διαλύθηκε όπως όλα τα κόμματα από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, για να ανασυνταχθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όπου συνεργάστηκε στενά με την ΕΣΠΟ και τις άλλες φιλογερμανικές οργανώσεις, για την συγκρότηση ελληνικής Λεγεώνας και την αποστολή της στο ανατολικό μέτωπο (βλ. Ι. Χονδροματίδη: «Η Μαύρη Σκιά στην Ελλάδα»).
Χαρακτηριστική η αρθογραφία της εφημερίδας: «Η πολιτεία έχει επιδείξει ολιγωρίαν ασυγχώρητον εις την υπόθεσιν αυτήν του μεγαλυτέρου κοινωνικού κινδύνου. Τρέχουν, αγωνίζονται εργάζονται οι 15 αστυνομικοί της υπηρεσίας Διώξεως Κομμουνισμού. Αλλά τι μπορούν να προφθάσουν; Πώς να επαρκέσουν στην παρακολούθηση, στη συλλογή πληροφοριών, στα προληπτικά μέτρα, την ασφάλεια, την αντιμετώπιση συγκεντρώσεων, την οργάνωσιν συστηματικής αμύνης;»

Mία εβδομάδα πριν την διοργάνωση του συνεδρίου της φασιστικής διεθνούς, εγκαινιάζονται στην Αθήνα τα γραφεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, φυσικά με την παρουσία του Κώστα Σπέρα.



 


Ο Σπέρας, δεν αρκείται σε απλή παρουσία στα εγκαίνια των γραφείων του φασιστικού κόμματος. Αρθογραφεί μαχητικά στην «Εθνική Σημαία», καταφερόμενος ενάντια σ’ όλους τους συνδικαλιστές ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης - και φυσικά στους κομμουνιστές συνδικαλιστές, τους οποίους κατηγορεί πως λαμβάνουν «επίδομα από τη Μόσχα». Και όλα αυτά, δύο μόλις μέρες, πριν τη συμμετοχή του κόμματός του στο διεθνές φασιστικό συνέδριο!






Χαρακτηριστική η αρθογραφία του Κ.Σπέρα, καταλήγει στην πρόκληση: «Ο ισχυρός βραχίων της «Εθνικής Σημαίας», θα τεθή δια να σύρη εκ του βορβορώδους εδάφους τους εργάτας, τους υπαλλήλους και πάντα εργαζόμενον και θα τους σύρη εις το στερεόν έδαφος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, αποξηραίνων τα τενάγη ίνα μη υπάρχη πλέον κίνδυνος να εμπλακούν εις αυτά».




Τα συμπεράσματα δικά σας.

υ.γ πατήστε πάνω στις εφημερίδες για να τις διαβάσετε.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Ο ταξίαρχος Burker Benfield για τον ΕΔΕΣ.

Θέμα Πολεμοφόδια και εφόδια για τον Ζέρβα
Απόρρητο(σφραγίδα)
Αθήνα 27 Δεκεμβρίου 44

1.Σχετικά με τις αιτιάσεις από μέρους του στρατηγού Ζέρβα αναφορικά προς την έλλειψη υποστήριξης προς τον ίδιο από μέρους των Βρετανών,θα ήθελα να καταγραφεί οτι,κατά τη γνώμη μου,οι λόγοι που επικαλέιται ο Ζέρβας σε ό,τι αφορά την αποτυχία του,να προβάλει αποτελεσματική αντίσταση στις επιθέσεις του ΕΛΑΣ,χρήζουν διερευνήσεως.

2. Η αντίσταση που προέβαλε ο Ζέρβας στο Γερμανό εισβολέα στις αρχές του 1944 ήταν πολύ περιορισμένη.Πράγματι,κατά τον μήνα Ιούνιο,διέταξα τον αντισυνταγματάρχη Barnes να καλέσει τον Ζέρβα να εντατικοποιήσει τις επιχειρήσεις του πρός ενίσχυση των ανταρτών που προέβαιναν σε επιχειρήσει διασχίζοντας την αλβανική μέθοδο.Εχουν καταγραφεί αυτές οι οδηγίες ειναι διαθέσιμε από το FORCE 133 H.Q.,Κάιρο.Δόθηκαν διαταγές στον Ζέρβα να επιτεθεί στα Γιάννινα,ένα σημαντικό κέντρο των Γερμανών,το οποίο κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή,το υπερασπιζόταν πολύ ασθενείς δυνάμεις.Ο Ζέρβας συμμορφώθηκε κατ'επίφασιν με τις οδηγίες αυτές προβαίνοντας σε μετακινήσεις στρατευμάτων,η επίθεση όμως ποτέ δεν πραγματικοποιήθηκε,καθώς οι Γερμανοί,από πλευράς δυνάμεων,ήσαν σε θέση να ανακαταλάβουν τα Γιάννινα και εγώ,παρά τη θέληση μου,βρέθηκα υποχρεωμένος να ανακαλέσω την επίθεση.Κατόπιν ωρίμου σκέψεως φρονώ οτί αν ο Ζέρβας είχε δείξει λιγότερη χλιαρότητα,θα είχε καταστεί δυνατόν να καταφερθεί ένα ισχυρό πλήγμα στους Γερμανούς.
Στη συνέχεια οι Γερμανοί μετακίνησαν ένα ισχυρό σώμα στρατού από τα Τρίκαλα προς το Αγρίνιον μέσω Ιωαννίνων χωρίς καμιά σοβαρή αντίσταση από τα στρατεύματα του Ζέρβα.Το σώμα αυτό προέβη σε επιχειρήσεις δίκην αντιποίνων στην περιοχή του Καρπενησίου,επιχειρήσεις στρεφόμενες εναντίον Ελληνικών χωριών,στη δε συνέχεια επέστρεψε στα Τρίκαλα μέσω Ιωαννίνων.Ο Γερμανικός στρατιωτικός σχηματισμός που ενεπλάκη στις εν λόγω επιχειρήσεις ανήκε στης 4η Μεραρχία των S.S.

3. Υπάρχουν μαρτυρίες προερχόμενες από έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή μας σε πολεμικές επιχειρήσεις,καθώς και από άλλες πιο απόρρητες πηγές οτι πιθανότατα υπήρξε μια συννενόηση κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή του Γερμανού Διοικητή των Ιωαννίνων και του Ζέρβα για να μην επιτεθούν ο ένας εναντίον του άλλου.Κάποιες από αυτές τις μαρτυρίες είναι διαθέσιμες στο FORCE `33 H.Q. Σύμφωνα με ένα γερμανικό έγγραφο,η στάση του Ζέρβα απέναντι στους Γερμανούς μετεβλήθη και ανέλαβε επιχειρήσεις εναντίον τους,στην συνέχεια όμως συμφωνα με το ίδιο αυτό έγγραφο,ο Ζέρβας επανέκαμψε στη "νομιμοφρονα στάση".

4. Κατά τις τελευταίες εβδομάδες της Γερμανικής Κατοχής,ο Ζέρβας ανέλαβε επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών.

5. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως φρονω οτι πρωταρχική μέριμνα του Ζέρβα ήταν να διατηρήσει τις δυνάμεις και τα εφόδια του μέχρι την ημέρα που θα εδέχετο την επίθεση του ΕΛΑΣ.Κατά συνέπεια,είναι πολύ απίθανο να βρέθηκε απογυμνωμένος από πολλές από τις αμυντικές του δυνατότητες όταν αυτή η επίθεση τελικά έλαβε χώρα.

6.Θα είχε ενδιαφέρον,στο σημείο αυτό,να αναφερθούμε ενδελεχώς,στα όπλα και πυρομαχικά που εστάλησαν στον Ζέρβα από την 1η Ιανουαρίου του '44.

5.000 ελαφρά όπλα που κατά μεγάλο ποσοστό ήταν αυτόματα,περιλαμβάνοντας και M.M.G
140 όλμους 3'' ή 81mm.
7.500.000 σφαίρες S.A.A
6.000 εξαρτήσεις

7.Επιπροσθέτως τα ακόλουθα ποσά ρουχισμού,τροφίμων και άλλων εφοδίων που παρεσχέθηκαν κατά την περίοδο από το Μάρτιο μέχρι τον Οκτώμβριο του 44.
Ρουχισμος
Ζευγάρια μπότες 24.000
Ζευγάρια κάλτσες 38.000
Στολές B.D 15.000
Πουκάμισα 22.000
Εσώρουχα 9.000
Χλαίνες 4.000
Κουβέρτες 1.000
Επινώτια Α/G 1.000
Αδιάβροχα υφάσματα κατασκήνωσης(στρωσ.εδαφ) 2.000
Ιατρικά εφόδια 15.000 σε λίμπρες

Τρόφιμα
Ξηρά τροφή λίμπρες 71.000
Αλεύρι λίμπρες 353.000
Ρύζι λίμπρες 83.000
Φασόλια λίμπρες 22.000
Δημητριακά λίμπρες 1.700
Λιπαρά λίμπρες 1.000
Συμπ.Κρέας λίμπρες 68.000
Σιτηρέσιο για καταστ. ανάγκης 500 μερίδες.

8.Τελικά,ο Ζέρβας από την 1η Ιανουαρίου του '44 ενισχύθηκε με το συνολικό ποσό των 168.000 χρυσών λίρων Αγγλίας.

9.Φρονώ οτι προε το παρόν δεν υπάρχουν διαθέσιμα λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία που να ερμηνεύουν την αποτυχία των στρατευμάτων του Ζέρβα να προβάλουν μεγαλύτερη αντίσταση στην επίθεση του ΕΛΑΣ.
Δεν πιστεύω οτι η έλλειψη οπλισμου,πυρομαχικών κ.λ.π συνιστά την πραγματική εξήγηση

K.V.Burker Benfield,Ταξίαρχος.
Διοικ.Force 133

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Απολογία του κατηγορούμενου κομμουνιστή Αλβανού Ακίνδυνου, ηγετικού στελέχους της Ο.Π.Λ.Α., στο έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης(2)

Κατηγορούμενος: «Έτσι πίστευα και πιστεύω. Σχετικά με την Αεροπορία τώρα. Η Αεροπορία δεν ήταν μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που ζούσαμε εδώ, ούτε μέσα στα ιδιαίτερα καθήκοντα που έβαζαν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτό το συνδυάσαμε με τη γενικότερη επίθεση που γινόταν εκ μέρους του στρατού της μοναρχοφασιστικής κυβέρνησης προς το Δημοκρατικό Στρατό.

Με τον Αλέκο συζητούσαμε για τις επιχειρήσεις που γίνονταν επάνω. Είχαμε σύνδεση και ξέραμε τι γινόταν. Μάλιστα εδώ, στο δικαστήριο, έγινε πολύς ντόρος γιατί σκοτώθηκε ένας στο καφενείο του Μπόνου την ημέρα του Πάσχα. Τις δεύτερες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τις κάνατε το Πάσχα. Και σκοτώθηκαν ένα σωρό δημοκράτες. Θυμάμαι καλά και θεωρώ ότι η μέρα ήταν Αγία. Αλλά εφόσον ο αντίπαλός μας εξαπόλυσε, την προηγούμενη μέρα, επίθεση και χύθηκε αίμα, κι εμείς είπαμε: τι μέρα και ξεμέρα...

Με τον Αλέκο συζητούσαμε για τις επιχειρήσεις. Όταν κατέβαιναν τα Δημοκρατικά στρατεύματα σε χωριά για να βολευτούν, η Αεροπορία πυροβολούσε γυναικόπαιδα, αδιάκριτα, στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές. Έτσι εγώ παίρνω εντολή να χτυπήσω εν λευκώ την αεροπορία, με ότι τρόπο μπορώ, για να φέρουμε χτύπημα και να ανακουφίσουμε τον πληθυσμό. Εμείς φυσικά, τους ιπτάμενους θέλαμε. Γιατί αυτοί είναι που αδιάκριτα χτυπούν. Και έπρεπε να φέρουμε χτύπημα για να σκεφτούν, ότι για όλες τις φορές που χτύπησαν τον κόσμο αδιάκριτα, όπου να’ ναι θα τιμωρηθούν, ακόμη και μέσα στη Θεσσαλονίκη.

Εγώ καθόμουν στην οδό Μισραχή. Έβλεπα ότι περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, χωρίς να ξέρω πολλά πράγματα. Συζητώντας, συμφωνήσαμε ότι ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο μετέφερε τους ιπτάμενους. Από που πήρε ο Αλέκος τις πληροφορίες δεν ξέρω. Βρήκα, όμως, τον τρόπο και τα μέσα για να χτυπήσουμε τους αεροπόρους. Τώρα άλλα γράφουν. Αλλά εμείς δεν δίνουμε σημασία. Εμείς δεν ξέραμε τι θα πει ο Σιάντος, τι θα πει το Κόμμα. Εμείς ήμασταν στρατός και θα χτυπούσαμε καθορισμένους στόχους. Και το Κόμμα σαν Κόμμα, ας έκανε ότι ήθελε.

Από κει και πέρα δεν ξέρω να υπάρχουν τομεάρχες, όπως τους παρουσιάζουν εδώ, ομάδες και τα ρέστα. Και βλέπω σχεδιαγράμματα. Ανατολικούς τομείς-ομάδες τόσες, δυτικούς τομείς-ομάδες τόσες. Εγώ, στον δικό μου τομέα, παρουσιάζεται ότι είχα επτά ομάδες, που ήταν όμως, ανύπαρκτες. Δεν ξέρω τίποτα για τους άλλους. Παρουσιάζουν τον Καλλίνικο με μια ομάδα. Αραδιάζουν ομάδες και πρόσωπα από μια συνοικία και κάνουν σχεδιαγράμματα με βάση την ύπαρξη επτά ομάδων. Δεν υπάρχουν. Υπήρχαν ορισμένα πρόσωπα, τα οποία δεν ήταν ομάδες, που τα έβλεπα προσωπικά εγώ».

Επακολουθεί δεκάλεπτη διακοπή.

Κατηγορούμενος: (συνεχίζει) «Για το ζήτημα των αεροπόρων, όπως είπα, εμείς είχαμε σκοπό να χτυπήσουμε τους ιπτάμενους. Τώρα, μέσα υπήρχαν κι άλλοι που δεν ήταν τέτοιοι. Αυτό δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε έγκλημα. Σε μια επιχείρηση, θα πρέπει να τραβήξεις μπροστά, ανεξάρτητα αν θα αντιμετωπίσεις ορισμένα πράγματα τα οποία δεν έχεις προβλέψει. Δεν θεωρώ την πράξη αυτή, όπως και όλες τις άλλες, εγκληματικές, γιατί εκείνοι που πολεμούν δεν κάνουν εγκλήματα. Πολεμούν για ένα σκοπό. Όπως είπα, λόγω της κατάστασης, έπρεπε να τους αντιμετωπίσουμε έτσι, γιατί αλλιώς, ήταν αδύνατον. Εμείς δε θέλαμε να χύσουμε αίμα, ούτε δεξιού ούτε αριστερού. Άλλοι είναι οι υπαίτιοι.

Η κατηγορία ότι οι πράξεις μου αποβλέπουν στην απόσπαση ενός μέρους της επικρατείας της χώρας μας, δεν είναι σωστή. Εγώ, από την αρχή που μπήκα στον αγώνα, μέχρι σήμερα, παλεύω για τον Ελληνικό λαό, την Ελληνική γη και μόνο γι’ αυτό. Ίσως να νομίζουν ότι άλλοι σκέφτονται και παρακινούν κι εμένα για να φτάσουν στο σκοπό τους. Αλλά εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος που να μην καταλαβαίνω. Είμαι βέβαιος ότι κανένας, από τους ανωτέρους μέχρι τους κατωτέρους της αριστεράς, δε σκέφτεται να παραχωρήσει μέρος της Ελλάδας μας σε ξένους γείτονες και Σλάβους.

Για την κατηγορία ότι πολεμούμε την ησυχία και την τάξη του λαού και πάμε για την ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης...»

Βασιλικός Επίτροπος: «Δεν υπάρχει τέτοια κατηγορία».

Κατηγορούμενος: «Οι ομάδες, όπως λέτε, τότε, σε τι αποβλέπουν;».

Βασιλικός Επίτροπος: «Οι ομάδες αποβλέπουν στο να προσβάλλουν τα όργανα της τάξης».

Κατηγορούμενος: «Σε μας τονίσατε ότι πάμε να καταλάβουμε την αρχή. Όσο για τις μικρές ομάδες, που πραγματοποίησαν τις επιθέσεις, πράγματι τις οργάνωσα εγώ. Και κατείχα όπλα που ανήκαν στο στρατό. Αλλά ο σκοπός μου ήταν αυτός που ανέφερα. Σκοπός μου ήταν να φρενάρω τη λυσσασμένη επίθεση της μοναρχοφασιστικής κλίκας που κυβερνά τη χώρα μας, με τα ξένα όπλα που έφεραν στην αρχή.

Αν επιτρέπεται, δυο λόγια για το ζήτημα της κυβέρνησης... Εγώ πάλι τονίζω ότι έμεινα πιστός στα δημοκρατικά ιδανικά που πιστεύω και για τα οποία δούλεψα μέχρι σήμερα. Απ’ την αρχή που μπήκα στον αγώνα, δεν αγωνίστηκα για το ατομικό μου απλώς συμφέρον, αλλά για το γενικό, για να καλυτερέψει έτσι και το ατομικό. Φιλοτομαριστής δεν είμαι και το απέδειξα στις τόσες κακουχίες και τα τόσα βάσανα. Εγώ τράβηξα μπροστά αποφασιστικά, γι’ αυτό που πιστεύω για το λαό.

Εδώ, η δίκη αυτή, ο τρόπος της διοργάνωσης και της διεξαγωγής της, δεν έχει σκοπό να περιοριστεί στα πλαίσια απλώς του κατηγορητηρίου, αλλά να κάνει ντόρο, να δυσφημίσει την αριστερά γενικά και τα πρόσωπα που κατηγορούνται. Εγώ αυτό το αντελήφθην. Και με βρίζετε και με διαπομπεύετε με τον τρόπο που ξέρετε εσείς.

Για τον Πούγκουρα, ιδέα δεν έχω. Τώρα το ακούω ότι τον σκότωσαν. Εδώ σκοτώθηκε ένα σωρό κόσμος, χωρίς να έχει κανείς ιδέα και τώρα παρουσιάζουν έναν Πούγκουρα και μας λένε ότι τον σκοτώσαμε εμείς. Αυτό δεν είναι σωστό.

Ένα ζήτημα που επανειλημμένως χρησιμοποίησε η μαύρη αντίδραση ενάντια στο πρόσωπό μου και αναφέρθηκε εδώ, είναι και το ζήτημα του γάμου μου».

Πρόεδρος: «Αυτός δεν ανήκει στην ουσία της κατηγορίας».

Κατηγορούμενος: «Είναι βασικό για μένα. Εδώ ανέφερε η Ασφάλεια και σεις προσωπικά, ότι, δεν ξέρω πόσοι τορβάδες λίρες ξοδεύτηκαν και ότι έκανα πριγκηπικό γάμο, πράγμα που είχε επίδραση και στον καθηγητή Βασδέκη, συγκατηγορούμενό μου, αφού είπε ότι πραγματικά τώρα μάθαινε ότι κάποιοι έκαναν τέτοιους γάμους.

Για το ζήτημα αυτό εγώ λογοδότησα στο κόμμα μου, επειδή έκανα κάτι που έγινε σε μια εποχή λευτεριάς. Ήρθε πολύς κόσμος που δεν μπορούσα να τον διώξω. Έτσι, πήρε ο γάμος μαζικό χαρακτήρα. Και τότε, χτυπώντας εμένα, χτυπούσαν τους αγωνιστές.

Θέλω να αναφερθώ και σε ένα άλλο ζήτημα αν και το έθιξα ήδη. Πρέπει, όμως, να το αναπτύξω. Εδώ ανέφερε ο Παπαδόπουλος ότι το κόμμα τους δολοφονούσε και εμείς παίρναμε μέτρα...»

Βασιλικός Επίτροπος: «Για το κόμμα απολογείσαι ή για σένα;».

Κατηγορούμενος: «Αυτό έχει σημασία. Πρέπει να απαντήσω στο μάρτυρα που κατέθεσε αυτά».

Βασιλικός Επίτροπος: «Ρώτησες και σου απάντησε».

Κατηγορούμενος: «Ανέφερε πράγματα αλλά δεν είχα απαντήσει. Δεν είχα το δικαίωμα τότε».

Βασιλικός Επίτροπος: «Απάντησες και του είπες ότι είναι ψέματα. Και του είπες να σου αναφέρει παραδείγματα».

Κατηγορούμενος: «Δε μίλησε, όμως, γι’ αυτά».

Βασιλικός Επίτροπος: «Δε σε αφορά εσένα αυτό».

Κατηγορούμενος: «Με αφορά. Γιατί θα μιλούσα όπως μίλησα και για το ζήτημα του Πούγκουρα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Για το ζήτημα του Πούγκουρα, όμως, έπρεπε να μιλήσεις, γιατί σου είχε απαγγελθεί κατηγορία και έπρεπε να την αντικρούσεις».

Κατηγορούμενος: «Ναι, αλλά πάνω στο μάρτυρα δεν απολογήθηκα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Σου είπε ορισμένα πράγματα ο μάρτυς και απολογήθηκες».

Κατηγορούμενος: «Στο ζήτημα ότι έκανα διαπραγματεύσεις με την Ασφάλεια, τους προκαλώ ανοιχτά να μιλήσουν και να μου πουν τι ανταλλάγματα τους ζήτησα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Δεν είπε τέτοια πράγματα. Είπε ότι απεκάλυψες ότι τα κρυμμένα όπλα βρίσκονταν στο σπίτι της Πατσιά, στην κρύπτη του παραθύρου».

Κατηγορούμενος: «Έστω κι αυτό. Αλλά είπε και άλλα πράγματα για διαπραγματεύσεις και τα δημοσίευσαν».

Βασιλικός Επίτροπος: «Δεν είπε τέτοια πράγματα. Είπε μόνο ότι κατέθεσες ορισμένα πράγματα και ζήτησες να μην γίνουν γνωστά».

Κατηγορούμενος: «Αυτό δεν ισχύει.

Τώρα, για τις δουλειές που ευθύνομαι προσωπικά, αυτές είναι: ο συντονισμός ενεργειών και τα χτυπήματα. Τον Κωφίτσα εγώ προσωπικά έδωσα εντολή να τον παρακολουθήσουν και εκτελέστηκε. Ήμουν υπεύθυνος εγώ. Για τον Παγώνη, εγώ παίρνω την ευθύνη. Για το καφενείο «Ελληνικόν», εγώ έδωσα εντολή στο Διογένη και έριξαν τις χειροβομβίδες. Για την Τούμπα και το καφενείο του Μπόνου, προσωπικά πήγα εγώ. Για τους αεροπόρους, εγώ έκανα την παρακολούθηση. Αν ένα παιδί δεν μπορούσε να ρίξει τη χειροβομβίδα, θα την έριχνα εγώ». (ακούγεται φωνή αποδοκιμασίας από το ακροατήριο. Ο Πρόεδρος παρεμβαίνοντας, λέει ότι ο κατηγορούμενος είναι ιερός).

Βασιλικός Επίτροπος: «Δε μου λες. Αλβανέ. Για την επίθεση κατά του καφενείου «Ελληνικός» δεν μας είπες πολλά».

Κατηγορούμενος: «Είπα ότι έδωσα εντολή».

Βασιλικός Επίτροπος: «Είπες προηγουμένως ότι έδωσες λόγο στο κόμμα για το γάμο σου. Σε κατηγόρησαν γι’ αυτό;».

Κατηγορούμενος: «Δεν ξέρω».

Βασιλικός Επίτροπος: «Μα για να δώσεις λόγο;».

Κατηγορούμενος: «Εδώ δεν μπορούν να αναφερθούν ζητήματα κομματικά».

Βασιλικός Επίτροπος: «Πάντως λογοδότησες».

Κατηγορούμενος: «Είπα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Δε μου λες, όταν ήρθε ο Ζαχαριάδης...».

Κατηγορούμενος: «Α! Μου διέφυγε. Ο Ζαχαριάδης απ’ την Κέρκυρα έστειλε γράμμα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Ποιο γράμμα; Το πρώτο ή το δεύτερο που λέτε να συνθηκολογήσουμε με τους Ιταλούς;».

Κατηγορούμενος: «Αυτό ήταν δικό σας. Το έκανε ο Μανιαδάκης που έβγαζε ψεύτικο «Ριζοσπάστη». Ο Ζαχαριάδης ήρθε εδώ και ο λαός της Θεσσαλονίκης του έκανε μεγάλη υποδοχή. Εσείς τον βρίσατε ως αλήτη. Έτσι όμως, βρίσατε όλο το λαό της Θεσσαλονίκης.

Τότε εγώ ήμουνα φυλακή. Η Ασφάλεια μου είπε ότι αυτός μάζεψε τα στελέχη της Μακεδονίας και Θράκης και ότι έγινε σύσκεψη στο Γραφείο του κόμματος. Επίσης ότι εκεί ήταν ο Χατζής. Εφ’ όσον δεν είχα καμιά οργάνωση στα χέρια μου, δηλαδή δεν καθοδηγούσα οργάνωση, με τι ιδιότητα να πήγαινα να λογοδοτήσω;».

Βασιλικός Επίτροπος: «Δεν ήσουν περιφερειακός;».

Κατηγορούμενος: «Εγώ το 1935 έφυγα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Εγώ σου λέω για το 1946».

Κατηγορούμενος: «Δεν ήμουν. Ήμουν φυλακή από το 1945 ως το 1946. Νωρίτερα ήμουν εδώ, αλλά δεν είχα οργάνωση».

Βασιλικός Επίτροπος: «Ήσουν μέσα στη κομματική οργάνωση. Δεν ήσουν περιφερειακός στη Βέροια;».

Κατηγορούμενος: «Ναι, αλλά εφ’ όσον μπήκα φυλακή, την οργάνωση την πήραν άλλοι και δεν υπολογιζόμουν οργανωμένο μέλος».

Βασιλικός Επίτροπος: «Έπαυσες να είσαι κομμουνιστής;».

Κατηγορούμενος: «Όχι. Αλλά εδώ ήρθαν τα στελέχη που καθοδηγούσαν τις πόλεις και οι Γραμματείς. Εγώ δεν μπορούσα να πάρω μέρος. Το ζήτημα του Ζαχαριάδη, σας λέω ότι, προσωπικά, δεν το γνωρίζω. Ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη σύσκεψη πήρα μέρος, ούτε στο λευκό Πύργο».

Βασιλικός Επίτροπος: «Αυτό δεν μπορούμε να το πιστέψουμε».

Κατηγορούμενος: «Τι να σας πω τότε; Εσείς θέλετε να σας πω ότι τον ξέρω για να τον πείτε δολοφόνο».

Βασιλικός Επίτροπος: «Μα είναι δολοφόνος. Ξέρεις, ότι έχει βγει καταδικαστική απόφαση για φόνο εις βάρος του, προ είκοσι ετών;».

Κατηγορούμενος: «Εσείς ότι θέλετε βγάζετε».

Βασιλικός Επίτροπος: «Έχει σκοτώσει έναν Αρχειομαρξιστή στον Πειραιά. Η γραμμή της μαζικής αυτοάμυνας από που πάρθηκε;».

Κατηγορούμενος: «Πάρθηκε από την ανάγκη να αμυνθεί ο λαός, στη σύσκεψη που κάναμε εγώ και ο Αλέκος».

Βασιλικός Επίτροπος: «Σεις οι δυο δώσατε «τη γραμμή» σε όλη την Ελλάδα;».

Κατηγορούμενος: «Δεν ξέρω τι έγινε σ’ όλη την Ελλάδα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Δε διάβαζες τύπο;».

Κατηγορούμενος: «Η Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα δεν ήταν οργανωτικό ζήτημα».

Βασιλικός Επίτροπος: «Σύμφωνοι. Αλλά έγινε με απόφαση του κόμματος».

Κατηγορούμενος: «Εγώ δεν ξέρω. Δεν είχα κομματικό βιβλιάριο».

Βασιλικός Επίτροπος: «Ναι, αλλά διάβαζες τη «γραμμή» από τον τύπο».

Κατηγορούμενος: «Ο τύπος εδώ στη Θεσσαλονίκη, έγραφε να διαφωτιστεί ο λαός και να δει ότι από το ίδιο το Σύνταγμα έχει το δικαίωμα να αμυνθεί».

Βασιλικός Επίτροπος: «Η «γραμμή» δόθηκε από τον τύπο. Αφού διάβαζες, θα ήξερες ότι ήταν «γραμμή» την οποία έδινε το κόμμα».

Κατηγορούμενος: «Εγώ ήξερα πως να αμυνθεί ο λαός και είχα την ικανότητα να τον διαφωτίσω. Το άρθρο αυτό που δημοσιεύτηκε, το είδα. Μα δεν το είχα υπ’ όψιν μου από πριν».

Βασιλικός Επίτροπος: «Εσύ που ξέρεις την κομματική φρασεολογία, μπορείς μέσα σε ορισμένες γραμμές του άρθρου, να διαβάζεις και να καταλαβαίνεις πολύ περισσότερα πράγματα από μένα».

Κατηγορούμενος: «Ο Παπαδόπουλος είπε ότι ο Αλβανός είχε την ικανότητα να παίρνει «γραμμή» απ’ την εφημερίδα. Άρα, βρήκαν ότι είναι περιττό να πηγαίνει σε συσκέψεις. Είτε ήμουν είτε δεν ήμουν σε συσκέψεις, σύμφωνα μ’ αυτούς, ότι έκανα ήταν κομματικό. Εγώ είπα ότι είχα την ικανότητα να λέω στο λαό πως να περιφρουρήσει τις δημοκρατικές του ελευθερίες. Είχα την ικανότητα να τον οργανώσω να αμυνθεί. Αλλά αυτό είναι...».

Βασιλικός Επίτροπος: «Εγώ δεν παραγνωρίζω την ικανότητά σου. Δεν ήταν λίγα αυτά που έκανες. Αλλά θέλεις να απαντήσεις ή υπεκφεύγεις;».

Κατηγορούμενος: «Τι υπεκφεύγω;».

Βασιλικός Επίτροπος: «Πες μου. Η «γραμμή» ήταν σύμφωνη με τη Λαϊκή Αυτοάμυνα; Διάβαζες εφημερίδα, «Ριζοσπάστη», «Ελεύθερη Ελλάδα», «Λαϊκή Φωνή». Δε διάβασες το λόγο του Ζαχαριάδη και τις αποφάσεις του Μακεδονικού Γραφείου;».

Κατηγορούμενος: «Μάλιστα. Σχετικά με το λόγο του Ζαχαριάδη, διάβασα ότι έγινε ολόκληρη μάχη στη «Λαϊκή Φωνή» με το «Φως», ότι παραποίησαν το λόγο, ότι από δω έδωσε το σύνθημα να βγουν οι Μπαρούτηδες και οι αντάρτες, ότι κήρυξε την επανάσταση. Για το λόγο του, συγκεκριμένα θυμάμαι τούτο: ότι έκανε μια ανάλυση της κατάστασης στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, στις Λαϊκές Δημοκρατίες, πως οργανώνονται, κλπ.».

Βασιλικός Επίτροπος: «Από την ημέρα που ήρθες στη Θεσσαλονίκη, ως την ημέρα που πιάστηκες, έπαυσες να είσαι κομμουνιστής;».

Κατηγορούμενος: «Οργανωμένος, ναι».

Βασιλικός Επίτροπος: «Έπαυσες να είσαι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος;».

Κατηγορούμενος: «Δεν είχα το βιβλιάριο του κόμματος».

Βασιλικός Επίτροπος: «Τι σημασία έχει αυτό;».

Κατηγορούμενος: «Πως δεν έχει».

Βασιλικός Επίτροπος: «Δηλαδή διεγράφης από το κόμμα;».

Κατηγορούμενος: «Δεν είναι αυτό. Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω, γιατί εγώ δεν είχα ανάμειξη στα κομματικά ζητήματα. Εγώ τράβηξα άλλη γραμμή».

Βασιλικός Επίτροπος: «Τότε γιατί σε καλεί το κόμμα και σου κάνει επικρίσεις;».

Κατηγορούμενος: «Δεν ξέρω. Που; Πότε;».

Βασιλικός Επίτροπος: «Τότε για την περίφημη υπόθεση του μαζικού, όπως είπες, γάμου σου».

Κατηγορούμενος: «Τότε ήταν άλλη εποχή. Δεν είχα συλληφθεί τότε».

http://www.geocities.com/anasintaxi/196.htm#opla

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Νικόλαος Μαγκάκης (1911-1990)

Ένας Παθολογοανατόμος στη δίνη της Ιστορίας

Του Ι. Ευστρατίου (Διευθυντή Παθολογοανατομικού Εργαστηρίου Γ.Π.Ν Παπαγεωργίου)

Aρχεία Παθολογικής Ανατομικής 2002, 16(3):132-135
Hellenic Archives Pathol 2002, 16(3):132-135


Μια προσωπική μαρτυρία του σεβα­στού μου δασκάλου, καθηγητή κ. Ευαγγέλου Καζλαρή ήταν το έναυσμα για να διερευνήσω τη ζωή του Νικολάου Μαγκάκη.


Ο Νικόλαος Μαγκάκης στην δεκαετία του 1980

Ήταν τέλη του 1946 κι ο εμφύλιος πόλεμος φούντωνε όταν ο Μαγκάκης πήγε στον Ευαγγελισμό για να πάρει το πιστοποιητικό που χρειαζόταν για να μεταβεί στο Παρίσι. Ο παλιός του Διευθυντής, τακτικός καθηγητής της Παθολογικής Ανατομίας στο Παν/μιο Αθηνών Ιωάννης Κατσαρός του το έδωσε λέγοντας: "Και τώρα κύριε Μαγκάκη ελπίζω να διακόψετε την πολιτική σας δράση”. Τότε ο Μ. έγινε κατακόκκινος και πάνω στο θυμό του έσκισε το χαρτί κι έφυγε.

Ο Μαγκάκης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 1911. Ο πατέρας του Μιχαήλ Μαγκάκης (1868-1954) υπήρξε διαπρεπής ωτο­ρινολαρυγγολόγος με καταγωγή από τη Χίο (βλ. και σχετικό λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Πυρσός 1929 τ. ΙΣΤ σ.430). Μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο, το Βερολίνο, τη Βιέννη και το Παρίσι (1891-94). Εχρημάτισε γεν. γραμματέας της εν Αθήναις ιατρικής εταιρείας, του Πρώτου Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου (1901) και του Πανελλήνιου Ιατρ. Συλλόγου (1925-28).


Μιχαήλ Μαγκάκης, από τους πρωτοπόρους της ειδικότητας της ΩΡΛ στην Ελλάδα, πατέρας του Νικολάου Μαγκάκη.

Ο Νικ. Μαγκάκης σπούδασε στην Ιατρική Αθηνών (1928-34) ενώ παράλληλα διήλθε όλες τις βαθμίδες στο σημαντικότερο τότε Ελληνικό Παθολογοανατομικό Εργαστήριο στο θεραπευτήριο “Ο Ευαγγελισμός”. Άμισθος υποβοηθός το 1931, 6’ βοηθός το 1933 και α' βοηθός (επιμελητής) το χρονικό διάστημα 1935-37. Από στοιχεία που έχουν διασωθεί στα αρχεία του Νοσοκομείου γνωρίζουμε ότι το 1933 α' βοηθός ήταν ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης ενώ μία από τους 7 υποβοηθούς του ήταν η Μίνα Γαρέζου, μετέπειτα μικροβιολόγος και σύζυγος του Μαγκάκη. Την χρονιά εκείνη έγιναν 105 νεκροτομές. Σε νεκροτομικό υλικό (3 περιπτώσεις) βασίστηκε και ο Μ. για την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής με θέμα "Συμβολή εις τη μελέτη της οζώδους περιαρτηριίτιδος" που βαθμολογήθηκε με άριστα (Ιούνιος 1937). Ενδεικτική της εμβρίθειας και της γλωσσομάθειας του είναι η παράθεση 500 βιβλιογραφικών παραπομπών.


Η διδακτορική διατριβή του Ν. Μαγκάκη

Έγραφε ο Ιωάννης Κατσαρός σε πιστοποιητικό με ημερομηνία 14.7.1937: "εωρώ απαραίτητον όπως ο κ. Ν. Μαγκάκης προς τέλειαν συμπλήρωσιν της επιστημονικής του μορφώσεως μεταβή εις τι των μεγάλων επιστημονικών ευρωπαϊκών κέντρων προς μετεκπαίδευσιν, έχω δε την πεποίθηση ότι εάν επιτυχή τούτο θα αποβή άριστος επιστήμων χρήσιμος τόσο εις την κοινωνίαν όσο και εις την Ελληνικήν Ιατρικήν Επιστήμην".

Από τον Οκτώβριο του 1937 μέχρι και την έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1.9.1939) ο Μ. έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Βερολίνο. Εκτός από την Παθ. Ανατομία στο ονομαστό ινστιτούτο του Νοσ. Charite (Διευδ. Καδ. Roessle) εργάσθηκε 6 μήνες στην Παθολογική Κλινική του νοσ. Westend και 9 μήνες σε διάφορα τμήματα του Robert - Koch- Institut.

Στη συνέχεια ο Μ. υπηρέτησε 5 μήνες στο Α' Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ήταν έφεδρος ανθυπίατρος. Στην κατοχή ήταν γιατρός στα Καταφύγια Επειγούσης Περιθάλψεως (Ιούνιος 1942 - Νοέμβριος 1943). Το 1942 οργανώθηκε στο ΕAM. Τον Αύγουστο του 1943 διορίστηκε επιμελητής του Παθολογοανατομικού τμήματος του Νοσ. "Ο Αγ. Σάββας", θέση που διατήρησε μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 όταν απελύθη για πολιτικούς λόγους.

Με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης έφυγε στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 1947 όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1948. Στο εργαστήριο Παθ. Ανατομικής του Πανεπιστημίου (διευθυντής Καθηγητής Leroux) και στο ιστοπαθολογοανατομικό εργαστήριο της πανεπιστημιακής παθολογικής Κλινικής ο Μαγκάκης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις παθήσεις των αγγείων και έκανε πειραματικές εργασίες για την αλλεργική αρτηρίτιδα, τα αποτελέσματα των οποίων ανακοινώθηκαν στην Academie Nationale de Medecine. Στις 22.4.1948 του απενεμήθη ο τίτλος του Ξένου Βοηθού (As­sistant Etranger).

O Μ. επέστρεψε στην Ελλάδα μέσα στη φωτιά του εμφυλίου πολέμου και κατετάγη στο Υγειονομικό Σώμα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).

Ο Νώντας Σακελλαρίου αρχίατρος του ΔΣΕ αναφέρεται δύο φορές στον Μ. στο βιβλίο του "Το υγειονομικό του Δημοκρατικού Στρατού" (εκδ. Αφων Τολίδη, Αδήνα). "Σκεφτήκαμε να οργανώσουμε σχολή μεσαίων υγειονομικών στελεχών με διάρκεια φοίτησης 5 μήνες ... επίσης σχολές νοσοκόμων με διάρκεια φοίτησης 3 μήνες... Διευθυντής των σχολών τοποθετήθηκε ο γιατρός Μαγκάκης Νίκος παθολογοανατόμος, ικανότατος, εργατικότατος, ακούραστος, ακεραίου χαρακτήρα" (σ. 92).
"Αποφοίτησαν από τις δύο σχολές (στο Βίτσι) 152 και ονομάσθηκαν ανθυπολοχαγοί της υγειονομικής σχολής...”
"Η επιτυχία των σχολών οφείλεται στην προσωπικότητα του Ν. Μαγκάκη” (σ. 94).


Νώντα Σακελλαρίου - Η οργάνωση της υγειονομικής υπηρεσίας του Δημοκρατικού Στρατού

Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου ο Μ. εργάστηκε στο νοσοκομείο της νήσου Βολιν (Wolin) βορείως του Στετίνου (Πολωνία) όπου μεταφέρθηκαν περίπου 2.000 βαριά τραυματι­σμένοι μαχητές του Δ.Σ.Ε. Σημειώνουμε ότι το νοσοκομείο αυτό χτίστηκε απ’ το ναζιστικό καθεστώς για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες βάσης της Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) που έδρευε στο νησί αλλά δεν πρόλαβε να λειτουργήσει πριν τη συνθηκολόγηση.

Στη συνέχεια ο Μ. εγκαταστάθηκε στην Πράγα ως πολιτικός πρόσφυγας. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης στο 2° Παθολογοανατομικό Εργαστήριο του Πανεπιστημίου (διευθυντής Καθηγητής Jedlicka). Τον Ιούλιο του 1956 μετέβη στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αρχικά διεξήγαγε έρευνες στον τομέα πειραματικής χει­ρουργικής καρδιαγγειακού συστήματος στην Γερμ. Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου (καθ. Πέτρος Κόκκαλης). Το 1958 έγινε επιμ. A' (Oberarzt) στο τμήμα Ιστοπαθολογίας της ογκολογι­κής κλινικής του νοσ. Charite.


Ο Νικ. Μαγκάκης στο Βερολίνο το 1937 (δεξιά). Ο Καλοπίσης στενός φίλος του Μαγκάκη, αργότερα Βιοχημικός στο Νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας" (στη μέση).

Τον Φεβρουάριο του 1957 πήρε τον τίτλο της ειδικότητας του Παθολογοανατόμου από το πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου.
Τον Απρίλιο του 1962 έγινε διευθυντής στο νοσοκομείο της Λαϊκής Αστυνομίας (Volkspolizei) του Ανατολικού Βερολίνου. Το 1967 επέστρεψε στην ογκολογική Κλινική του Charite ενώ παράλληλα επιδόθηκε στη μελέτη των μυοεπιθηλιακών κυτ­τάρων του μαστού.

Οι έρευνες του ευοδώθηκαν τον Απρίλιο του 1986 με την απονομή του τίτλου του υφηγητή (θέμα: Μελέτη ορισμένων παθολογικών αλλοιώσεων του μαζικού αδένα ως υπερπλασιογονων νοσημάτων ενός ορμονικώς κατευθυνόμενου ιστοσυστήματος συμπεριλαμβανομένων μορφολογικών και βιοχημικών παραμέτρων). Αν ο ακριβολόγος και σχολαστικός Μ. έγινε τελικά υφηγητής σε ηλικία 75 ετών, το οφείλει στις παροτρύνσεις του τελευταίου του διευθυντή καθ. Heinz David που ήταν και κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Humboldt.

Μετά τη μεταπολίτευση ο Μαγκάκης ήλθε στην Ελλάδα έπειτα από απουσία 25ετών. Τον Φεβρουάριο του 1975 του χορηγήθηκε η ελληνική ιθαγένεια που είχε αφαιρεθεί το 1958. Τον Μάιο του 1988 αναγνωρίστηκε ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης 1941-44. Ο θάνατος τον βρήκε στο Μαρούσι στις 13.8.1990. Είχε ένα γιο και μια κόρη.

Ο Ν. Μαγκάκης υπήρξε ένας προικισμένος άνθρωπος με σφαιρική γνώση της Ιατρικής. Η κατάρτιση του και το φιλέρευνο πνεύμα του προοιωνίζονταν μια λαμπρή σταδιοδρομία στον χώρο της ελληνικής και ευρωπαϊκής παθολογικής Ανατομίας. Βρέθηκε στη δίνη της ιστορίας και ακολούθησε τη μοίρα των ηττημένων.

Η απολογία του Νίκου Πλουμπίδη - 17.03.1931

Ο Βενιζελισμός και ο συνδικαλισμός των δημοσίων υπαλλήλων.

Μεταξύ των δύο ισχυρών κυβερνήσεων του Ελευθερίου Βενιζέλου, μεσολάβησαν οκτώ περίπου χρόνια. Στο διάστημα αυτό, η Βουλή δεν ήταν σε θέση να κυβερνήσει, καθώς το στελεχιακό δυναμικό των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων, δεν είχε ούτε σταθερή δομή, ούτε συνεπή ιδεολογική κατεύθυνση και αδυνατούσε να δώσει λύσεις στα ζωτικά προβλήματα της κοινωνίας.

Η επάνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία το 1928, ενίσχυσε το κύρος του Κοινοβουλίου μόνο στην αρχή. Γρήγορα όμως αποδείχθηκε ότι ούτε ο "Εθνάρχης" είχε την ικανότητα - ειδικά μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929 - να προσφέρει λύσεις στα τεράστια κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής.

Η περίφημη ισχυρή κυβέρνηση του Βενιζέλου 1928-1932, στην πράξη, αφαίρεσε πολλά από τα δικαιώματα των εργαζομένων και το κυριότερο έβαλε τις βάσεις για την δημιουργία του αντιλαϊκού κράτους, βάσεις τόσο νομοθετικές, όσο θεσμικές γενικότερα. Το νομοσχέδιο για τους δημόσιους υπαλλήλους αλλά και το περίφημο Ιδιώνυμο, αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το αυταρχικό και αντιλαϊκό κράτος μέχρι το 1974, ένα κράτος μισαλλόδοξο και εκδικητικό, που προκάλεσε μεγάλα δεινά και συμφορές στον τόπο μας.

Τον Φεβρουάριο λοιπόν του 1931, έρχεται και η σειρά των δημοσίων υπαλλήλων να ξεκινήσουν απεργιακές κινητοποιήσεις. Η θέση τους, δεν είναι πολύ καλύτερη από άλλων εργαζομένων. Μόνο του 10% των ανωτέρων υπαλλήλων αμείβονται κάπως ικανοποιητικά. Το 50% έχουν ένα μισθό που δεν υπερβαίνει τις 1500 δραχμές τον μήνα, ενώ το 40%, λόγω αρχαιότητας αμείβεται με 2000 δραχμές. Συγκριτικά, αναφέρουμε ότι η τιμή του άσπρου ψωμιού ήταν 7,20 δραχμές η οκά και 5,90 δραχμές του πιτυρούχου. Αλλά και αυτοί οι πενιχροί μισθοί πολλές φορές καταβάλλονται καθυστερημένα, ενώ και η δημοσιοϋπαλληλική μονιμότητα δε είναι κατοχυρωμένη και εξαρτάται από τις εκάστοτε κυβερνητικές μεταβολές.

Στις 23 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους η βενιζελική κυβέρνηση ετοιμάζεται να κατεβάσει νομοσχέδιο που απαγορεύει στους δημοσίους υπαλλήλους το απεργιακό δικαίωμα. Και όχι μόνο. Στο νομοσχέδιο, προβλέπεται σημαντικός περιορισμός των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στον δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο.

Από τις ομιλίες των ηγετών των Φιλελευθέρων στην Βουλή, φαίνεται καθαρά ο αντιλαϊκός και αντεργατικός προσανατολισμός των νομοσχεδίων που ετοιμάζονται:

Λέει λοιπόν ο Βενιζέλος μεταξύ άλλων:

«Ικανό μέρος των δημοσίων υπαλλήλων θεωρούν την υποχρέωσίν των ουχί ως ανωτέραν λειτουργίαν, αλλά ως απλούν επάγγελμα βιοποριστικόν, το οποίον μάλιστα το εξομοιώνουν προς του συνήθους μισθωτού εργασίας, φθάσαντες να διανοηθούν ότι δια της απεργίας είναι δυνατόν να εκβιάσουν την επιβολή των αξιώσεων των εναντίον του Κράτους».

ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου θα συμπληρώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια:

«Αποτελεί πλήρη διαστροφή και παρανόηση της έννοιας του Κράτους, καθώς και του δημοσίου λειτουργού, η αντίληψις ότι είναι δυνατόν να ευρίσκονται υπάλληλοι με το Κράτος σε σχέση εργάτου και εργοδότου. Απεργία δημοσίων υπαλλήλων θα εσήμαινεν άρνησιν και διάλυσιν του Κράτους. Η απεργία αποτελεί αδίκημα συνεπαγόμενον όχι μόνον την εκ της θέσεως απόλυσιν, αλλά και ποινικάς ευθύνας».

[Αξίζει να δει κανείς την επιχειρηματολογία του «φιλόσοφου» και «διανοούμενου» Χρήστου Γιανναρά 70 περίπου χρόνια μετά για το ίδιο θέμα και να προβεί στις απαραίτητες συγκρίσεις:

«Ο συνδικαλισμός των λειτουργών του κράτους (των φορέων κοινωνικού λειτουργήματος) δεν μπορεί να εξομοιώνεται με τον συνδικαλισμό υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, να χρησιμοποιεί ίδιες πρακτικές, ίδιες μεθόδους. Όσοι επέλεξαν ως επάγγελμα να υπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου είναι αδιανόητο να αντιμετωπίζουν το κοινωνικό σώμα σαν ιδιώτη εργοδότη, θηρευτή ατομικού κέρδους.» από το άρθρο,
«Κοινωνία υπόδουλη στους λειτουργούς της» (12-11-2006).]

Μπροστά στην επικείμενη περικοπή ή και πλήρη κατάργηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, οι δημοσιοϋπαλληλικές οργανώσεις κινητοποιούνται. Ζητούν την αρωγή της ΓΣΕΕ, η οποία αν και διοικείται από συντηρητικούς και ρεφορμιστές, συμπαραστέκεται με ανακοινώσεις.

Μεταξύ των άλλων, η ΓΣΕΕ στην ανακοίνωσή της αναφέρει:

«...ελήφθη απόφασις όπως διαδηλωθεί η αλληλεγγύη με τους δημόσιους υπαλλήλους, δια της ενισχύσεως τυχόν της απεργίας των, μέχρι και της κηρύξεως ταυτοχρόνως πανεργατικής απεργίας».

Ο Βενιζέλος αντεπιτίθεται άμεσα. Τόσο ενάντια στις δημοσιοϋπαλληλικές οργανώσεις, όσο και ενάντια στη ΓΣΕΕ, που την κατηγορεί ότι «κομμουνίζει». Μια κακόβουλη και μισαλλόδοξη επίθεση, η οποία στρεφόταν στην ΓΣΕΕ των συντηρητικών Αριστείδη Δημητράτου και Γιάννη Καλομοίρη, που φυσικά καμία σχέση δεν είχαν με το ΚΚΕ και την Αριστερά.

Μεταξύ άλλων ο Βενιζέλος απειλεί:

«Η απεργία είναι νόμιμος εφόσον στρέφεται κατά του εργοδότου προς βελτίωσιν της θέσεώς των, αλλά όταν στραφεί ενάντια του Κράτους, αποτελεί στασιαστική ενέργειαν την οποίαν και δεν θα την ανεχθώμεν ....
Αν θέλουν να μείνουν εις την υπηρεσία οι υπάλληλοι, οφείλουν να αφήσουν τα όνειρα των συνδικαλιστικών ελευθεριών».


Η επίθεση του Βενιζέλο ήταν τόσο βίαιη, που ακόμα και η συντηρητική ΓΣΕΕ, αναγκάζεται να ανταπαντήσει:

«Δεν είναι λοιπόν η διοίκησις κομμουνιστική είτε κομουνίζει, αλλά ενδιαφέρεται δια την χειραφέτησιν και την αφύπνισιν των εργατών ως τάξεως και την εξυπηρέτησιν των συμφερόντων των» (26.2.1931).

Παρά τις αντιδράσεις το νομοσχέδιο, με ελάχιστες και στην ουσία μόνο φραστικές μεταβολές θα κατατεθεί στις 2 Μαρτίου. Με το νόμο αυτό, ανάμεσα στις άλλες απαγορεύσεις, απαγορευόταν η απεργία των δημοσίων υπαλλήλων και τα μέλη διοικητικού συμβουλίου που θα αποφάσιζαν κάθοδο σε απεργία τιμωρούνταν με φυλάκιση ενός έτους και πρόστιμο 20-30 χιλιάδων δραχμών.Ο Βενιζέλος, αισθανόταν αρκετά ισχυρός, ώστε να έρθει σε ρήξη με τις εργατικές και δημοσιοϋπαλληλικές οργανώσεις και δεν φαινόταν να είχε κάποιες αναστολές όταν έπρεπε να επιτεθεί στις λαϊκές ελευθερίες. Συμπληρωματικά, θα πρέπει να πούμε ότι γενικά στην περίοδο 1930-32 σημειώθηκε μια σοβαρή κάμψη στους αγώνες του ταξικού συνδικαλισμού, κάμψη στην οποία συνέβαλλε και η άσχημη κατάσταση στην οποία επικρατούσε στο εσωτερικό του ΚΚΕ, με τη φραξιονιστική πάλη να μαίνεται χωρίς τέλος. Ο όποιοι εργατικοί και δημοσιοϋπαλληλικοί αγώνες της συγκεκριμένης τριετίας ήταν κατά βάση κυρίως συντεχνιακοί και εξαντλούνταν μόνο στα οικονομικά ζητήματα.

Οι αριστερές παρατάξεις παρ' όλες τις αντικειμενικές δυσκολίες, οργανώνουν μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο θέατρο «Αλάμπρα». Θα μιλήσουν εκπρόσωποι της Ενωτικής ΓΣΕΕ (η συνδικαλιστική παράταξη του ΚΚΕ), ενώ από τις δημοσιοϋπαλληλικές οργανώσεις, θα μιλήσουν ο Νίκος Πλουμπίδης, δάσκαλος και μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπαλλήλων και ο Παντελής Δαμασκόπουλος, μέλος της ίδιας Συνομοσπονδίας και ηγετικό στέλεχος του αριστερού δημοσιοϋπαλληλικού συνδικαλισμού στον Μεσοπόλεμο. Ο Πλουμπίδης, ήταν επίσης μέλος της Αριστερής Παράταξης της ΔΟΕ (Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας).

Η συγκέντρωση δεν ολοκληρώθηκε , γιατί χτυπήθηκε με εξαιρετική βιαιότητα από την Αστυνομία. Οι Πλουμπίδης, Δαμασκόπουλος συνελήφθησαν, για να καταδικαστούν σε πολύμηνες φυλακίσεις σε δίκη της 17ης Μαρτίου του ίδιου έτους. Οι ποινές τους θα εξαγοραστούν μετά από πανελλήνιο έρανο των δημοσίων υπαλλήλων και θα αφεθούν ελεύθεροι.

Αξίζει να παρατεθεί η απολογία του Νίκου Πλουμπίδη στο δικαστήριο, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, για να φανεί με ποιο τρόπο μιλούσαν την εποχή εκείνη οι επαναστάτες συνδικαλιστές.

Η απολογία του Νίκου Πλουμπίδη.

Κύριοι Δικασταί,

Είμαι ένας φτωχός δημόσιος υπάλληλος, ζω τη ζωή μου, γνωρίζω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περνούμε όλοι μας. Είμαι υποχρεωμένος από τώρα να πω πως ένα 50% των δημοσίων υπαλλήλων παίρνει μισθό γλισχρό ως 1.500 δραχμές, το άλλο 40% περί τις 2.000 δραχμές και μόνο το 10% (διευθυνταί κλπ.) μπορούμε να πούμε πως αμείβεται καλά. Κι αυτά χωρίς να ληφθούν υπ' όψει οι οικογενειακές υποχρεώσεις αλλά και η κάκιστη κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων από απόψεως υγείας.
- Και οι δημόσιοι υπάλληλοι, κύριοι δικασταί, όπως και όλος ο εργαζόμενος κόσμος, που ξέρει πολύ καλά και από πείρα ότι οι οργανώσεις είναι απαραίτητες, φρούρια των συμφερόντων τους και που μ' αυτές τα εξυπηρετούν, ίδρυσαν τις οργανώσεις τους.



«εδώ εκτελέστηκε ο Νίκος. Πλουμπίδης. Το μνημείο του Ν.Δ. Πλουμπίδη στον Δήμο Χαϊδαρίου, έργο του Κώστα Κλουβάτου.



Ο Νίκος Πλουμπίδης.

Ήταν φυσικό κατόπιν τούτου να καταβάλουν προσπάθεια όπως βρουν τα μέσα με τα οποία θα διεκδικήσουν τα ζητήματα τους. Δεν αρκούν οι οργανώσεις. Χρειάζεται σαφής αντίληψη του τρόπου, με τον οποίο θα γίνει η πάλη, αυτό είναι το ουσιωδέστερο.
Τα γραφεία, κύριοι, των Υπουργείων, όλων των κρατικών υπηρεσιών είναι γιομάτα από υπομνήματα των δημοσίων υπαλλήλων και των εργατών, οι σκάλες τους έχουν σαπίσει από τα ανεβοκατεβάσματα.
Εν τούτοις δεν έγινε τίποτε.
Αντίθετα η Κυβέρνηση αντιλαμβανόμενη πως με την τακτική των υπομνημάτων δεν αντιμετωπίζει δύναμη έδινε διαρκώς υποσχέσεις που έμειναν υποσχέσεις, έλεγε στις διάφορες επιτροπές πως τον Οκτώβριο θα κάνει δεχτά τα αιτήματα, άλλοτε «θα σας δώσω τα 80 εκατομμύρια» και άλλοτε πως θα συστήσει επιτροπές κλπ. Συνεχείς παρελκύσεις.
Αυτός είναι ο ένας τρόπος «διεκδίκησης» των ζητημάτων των υπαλλήλων και των εργατών, τρόπος που δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των υπαλλήλων, αλλά του κράτους.

Μα ακριβώς η πείρα, η στάση της Κυβέρνησης, έδωκαν στους υπαλλήλους ένα δίδαγμα. Τότε οι δημόσιοι υπάλληλοι είδαν πως τα μέσα των υπομνημάτων, των παρακλήσεων κλπ. εχρεωκόπησαν, και στα συνέδρια τους, στις συγκεντρώσεις τους έπαιρναν αποφάσεις για κήρυξη απεργίας, μόνου μέσου εξαναγκασμού της Κυβέρνησης για να κάνει δεχτά τα αιτήματα τους.

Μα και πάλι αυτό δεν αρκεί. Ο αγώνας για νάναι επιτυχής χρειάστηκε συνεργασία με όλους τους εργαζομένους.
Είμεθα και ημείς οι δημόσιοι υπάλληλοι εργαζόμενοι και ως τέτοιοι αποφασίσαμε να συνεργασθούμε με τις εργατικές οργανώσεις. Έχοντας δε την πείρα, ξέροντας πως μόνο δια της πάλης και όχι των υπομνημάτων θα πετύχουμε τα ζητήματα μας, βρήκαμε πως τέτοιες οργανώσεις είναι εκείνες που αποτελούν την Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών της Ελλάδος. Μόνο αυτή εκπροσωπεί τα συμφέροντα ολοκλήρου της εργατικής τάξεως, μόνο αυτή ήταν και είναι ικανή να μας καθοδηγήσει για την πραγματοποίηση των τόσων ζητημάτων μας.

Στο σημείο αυτό ο πρόεδρος τον διακόπτει, θέλει να του απαγορεύσει να συνεχίσει επί του θέματος αυτού και τον ερωτά με νευρικότητα:

Μα εσείς είστε υπάλληλοι, τι σχέση έχετε με τους εργάτες, δεν το καταλαβαίνω αυτό. Έχετε τα ίδια συμφέροντα;

Πλουμπίδης: Μάλιστα, θα σας το αποδείξω αυτό εκτενώς παρακάτω. Οπωσδήποτε το ότι είμαστε εργάτες εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι το ομολόγησε κι αυτός ο Πρωθυπουργός κατά την ψήφιση του φασιστικού νομοσχεδίου.

Πρόεδρος: Όχι, οι υπάλληλοι είναι κράτος, δεν έχουν σχέσιν με τους εργάτας.

Πλουμπίδης: Το γεγονός και μόνον ότι οι υπάλληλοι χάνουν και τις οργανώσεις τους σήμερα, οι μισθοί τους όχι μόνον δεν αυξάνουν, αλλά πρόκειται και να ελαττωθούν, όλη η ταχτική της κυβέρνησης απέναντι μας δείχνει πόσο σφαλερή είναι η απλοϊκή ιδέα κατά την οποία κράτος είμαστε εμείς.

Πρόεδρος: Έστω είναι εργάται, αλλά συνεργασία όμως με τους εργάτας.

Πλουμπίδης: Η όλη στάση του κράτους είναι το καλύτερο πιστοποιητικό και δίδαγμα για τους υπαλλήλους ποια είναι η θέση τους. Η Κυβέρνηση δεν έδωκε τίποτε, αντιθέτως άρχισε να παίρνει όλα τα κεκτημένα. Στις διαμαρτυρίες και απαιτήσεις μας έλεγε: Δεν αντέχει ο προϋπολογισμός. Το στομάχι όμως των χιλιάδων δασκάλων που οι προαγωγές τους καθυστερούν, άλλων 1.000 που μένουν άνεργοι και των υπολοίπων που πήγαν με τις 50 δραχμές ημερησίως, αντέχει. Αντέχει επίσης ο προϋπολογισμός για άλλα τεράστια έξοδα.
Θα ξέρετε και σεις, κύριοι δικασταί, σα δημόσιοι υπάλληλοι που είστε πως για τις προαγωγές των δασκάλων 10 εκατομμύρια χρειάζεται και δεν εδόθησαν, δίδονται όμως εκατοντάδες και χιλιάδες εκατομμύρια για την αγορά καραβιών για τον πόλεμο.

Πρόεδρος: Απαγορεύονται αυτά, στο θέμα.

Ο Πλουμπίδης επιμένει να απολογηθεί, μα του το απαγορεύει ο Πρόεδρος και του επιβάλλει την εξής ερώτηση:

Για το ψήφισμα που κάνατε τι λέτε;

Πλουμπίδης: Το ψήφισμα περιείχε τα αιτήματα των δημοσίων υπαλλήλων, απεδοκίμαζε τους αντιδραστικούς αρχηγούς της Συνομοσπονδίας μας και εχάρασσε τη γραμμή που έπρεπε οι υπάλληλοι να ακολουθήσουν στον αγώνα τους. Το ψήφισμα αυτό εκφράζει τη θέληση όλων των δημοσίων υπαλλήλων και είναι μια πράξη που δε θα ξεχαστεί ποτές γιατί αποτελεί επίμονη προσπάθεια για να μην προδοθούν τα συμφέροντα των υπαλλήλων, που οι προδότες - η πλειοψηφία - διοικητικοί υπάλληλοι της Συνομοσπονδίας τα χαντάκωσαν.

Πρόεδρος: Γιατί είναι προδόται;

Πλουμπίδης: Γιατί δεν επραγματοποίησαν την απεργία, παρά τη θέληση και την εντολή των δημοσίων υπαλλήλων, γιατί εξαπατούσαν τους υπαλλήλους με τις απειλές τους, ενώ ταυτόχρονα κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για να εκφυλίσουν τον αγώνα μας.

Στο σημείο αυτό ο πρόεδρος απαγορεύει στον κατηγορούμενο να συνεχίσει και τον διατάσσει να καθίσει.


Θα κλείσω το αφιέρωμα για την αγωνιστική δράση του κομμουνιστή δασκάλου Νίκου Πλουμπίδη στον δημοσιοϋπαλληλικό συνδικαλισμό του Μεσοπολέμου, βάζοντας αποσπάσματα από σχετική επιστολή της Ρεθυμνιώτισσας δασκάλας Ελένης Μπαμπαδάκης (1899-1983). Η δασκάλα Ελένη Μπαμπαδάκη ήταν μέλος του ΚΚΕ και της Αριστερής Παράταξης της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας στην δεκαετία του 1930. Η συγκεκριμένη επιστολή δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της 14 Αυγούστου του 1977 :



«Ήταν Ιούλης του 1929, μια από τις πιο ζεστές μέρες εκείνου του καλοκαιριού κι όμως από νωρίς σε καυτερό απόγεμα η Αίθουσα Εμποροϋπαλλήλων, οδός Αγίας Φιλοθέης, Πλατεία Μητροπόλεως, όπου γίνονταν οι εργασίες της 12ης Γενικής Συνέλευσης της Ομοσπονδίας των Δασκάλων, ήταν ασφυκτικά γεμάτη.

Στη σκηνή το προεδρείο της Συνέλευσης και τα μέλη του Συμβουλίου της ΔΟ. Στην ευρύχωρη αίθουσα παρόντες όλοι οι αντιπρόσωποι των Επαρχιακών Συλλόγων και της Αθήνας. Και ακροατήριο πίσω στην αίθουσα. Ακροατήριο ασυνήθιστα πολύ. Κι αν οι αντιπρόσωποι δάσκαλοι ήταν οι πιο πολλοί ηλικιωμένοι, εδώ στις πίσω γραμμές, στο ακροατήριο, ήταν όλοι νεαροί. Δάσκαλοι και δασκάλες, φοιτητές, εργάτες, συνδικαλιστές και δημοσιογράφοι. Αλλά και... οι αστυνομικοί.

Ο έλεγχος των "πεπραγμένων της απερχόμενης" Διοίκησης της ΔΟ είχε εμφανίσει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον...
Κάποτε καθώς ο ηλικιωμένος ομιλητής κατέβηκε από το βήμα κλήθηκε να μιλήσει... ο "επόμενος εγγεγραμμένος, ο αντιπρόσωπος Διδασκαλικού Συλλόγου Ελασσώνος κύριος Νικόλαος Πλουμπίδης".
Από την αριστερή πλευρά της αίθουσας, όπου ήταν συγκεντρωμένοι μόνο νεαροί αντιπρόσωποι, σηκώθηκε και προχώρησε στο βήμα "ο της Ελασσώνος".

Ψηλός, λεπτός δασκαλάκος με πλούσια ξανθά μαλλιά και μάτια ολόμαυρα, φωτεινά, γελαστά. Βολεύτηκε στο βήμα και άρχισε:

...Μιλώ εκ μέρους της Αριστερής Παράταξης των Δασκάλων...

Σχεδόν πενήντα χρόνια έχουν περάσει από εκείνο το απόγεμα του Ιούλη. Κι η στιγμή εκείνη μένει στο νου μου άσβηστη, σημαδεμένη. Σιγή νεκρική επικράτησε για μια στιγμή στην αίθουσα. Λες και σταμάτησαν και οι αναπνοές εκεί μέσα. Η λέξη "αριστερή", που πρώτη φορά ακούστηκε σε δασκαλική σύναξη, άφησε άφωνο, κατάπληκτο το ακροατήριο. Κι αμέσως κάποιος απ' τη δεξιά της αίθουσας, πετάχτηκε όρθιος και προχώρησε απειλητικά προς το βήμα:

... Αριστεροί, είπες, κύριε; Δηλαδή αλλιώς κομμουνισταί;
Έτσι, μίλα καθαρά - μην κρύβεσαι...

Ήταν ηλικιωμένος με το πρόσωπο αγριεμένο. Κι ενώ απ' τη δεξιά σηκώθηκαν κι άλλοι πίσω του και βάδιζαν προς το βήμα, εμείς, και οι 20 απ' την Αριστερά, βρεθήκαμε στη στιγμή γύρω απ' τον Πλουμπίδη.

Δεν πιαστήκαμε ωστόσο στα χέρια εκείνη τη φορά. Έγινε όμως πανδαιμόνιο. Αποχώρησαν επιδεικτικά από την αίθουσα οι πιο φανατικοί δεξιοί αντιπρόσωποι με βρισιές και φοβέρες. Ο Πλουμπίδης εξήγησε ήρεμα ποιοι ήμασταν και τι ακριβώς ζητούσε για το Σχολείο και για το Δάσκαλο η Αριστερή Παράταξη. Διάβασε και μια σχετική δήλωση μας από το περιοδικό που βγάλαμε τότε, τον «Πρωτοπόρο Δάσκαλο» που είχε υπεύθυνο τον Πλουμπίδη... και πρωτοσέλιδο το γνωστό ποίημα της αξέχαστης Σοφίας Μαυροειδή «Η δασκάλα», που βοήθησε το περιοδικό μας να γίνει ανάρπαστο όχι μόνο απ' τους εκπαιδευτικούς.

Από το βήμα σιγά σιγά πέρασαν και οι άλλοι αντιπρόσωποι της Αριστεράς και μίλησαν πάνω σ' όλα τα θέματα της Συνέλευσης...

Οι αξέχαστοι νεαροί τότε Κώστας Χυτήρης, Βαγγέλης Πόλκος, Κώστας Τσίρκας, Κώστας Βούλγαρης που εχτελέστηκαν από τους Γερμανούς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η Κατίνα Μαμέλη, ο Σωκράτης Τσέκας, ο Κώστας Παπανικολάου, ο Σεραφείμ Στρατίκης και άλλοι και άλλοι... που πρόσφεραν τη ζωή τους ολόκληρη ολοκαύτωμα στους αγώνες του λαού μας.

Στο Συμβούλιο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας ήμασταν τότε ο αξέχαστος σύντροφος Βασίλης Παπάς κι εγώ... Όλοι τιμωρηθήκαμε, φυσικά, με διάφορες ποινές.»

< >
«Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Πλουμπίδης βρισκόταν πάντα στις πρώτες γραμμές, σ' όλους τους αγώνες των δασκάλων, των δημοσίων υπαλλήλων και των εργατών. Φυματικός, ζώντας τώρα - απολυμένος από την υπηρεσία - σχεδόν πάντα παράνομος, σε υπόγεια και τρώγλες, κάτω από απίστευτα φοβερές συνθήκες.

Στάλθηκε από το Κόμμα μας στη Σοβιετική Ένωση και σε σανατόρια εδώ για θεραπεία. Κάθε φορά που γυρνούσε με "καλύτερη υγεία" ξανάρχιζε τον αγώνα στις πρώτες γραμμές. Ακολούθησαν διχτατορίες, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος... Αμέτρητες χιλιάδες οι αγωνιστές του λαού στις φυλακές, στη Γυάρο και στα Μακρονήσια, στα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Σ' όλα τα φοβερά και απερίγραπτα σκληρά εκείνα χρόνια, ο Πλουμπίδης στάθηκε πάντα στη θέση του. Πιάνεται και η γυναίκα του και κλείνεται στη φυλακή, δικασμένη σε ισόβια. Και το μωρό παιδί τους μεγαλώνει στα χέρια των συγγενών... Ένας αγωνιστής ο Πλουμπίδης, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους επώνυμους και ανώνυμους αγωνιστές, νέους και ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά που θα μένουν πάντα τιμημένοι στο νου και στην καρδιά μας».

Η «Η δασκάλα», από τη μεγάλη κυρία των γραμμάτων της Κρήτης και ποιήτρια του ΕΛΑΣ, Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη:

Η Δασκάλα.

Πόσες φορές αποτραβιέται
μοναχή, πέρα απ’ τα παιδιά
και πικραμένη συλλογιέται
όσα της σφίγγουν την καρδιά.
Ω τα χρυσά που έφυγαν νιάτα
μ’ όνειρα πόσα ήταν γεμάτα !

Προβιβασμός, υποτροφία,
κάποια της τύχης αλλαγή,
δύο τρία χρόνια υπηρεσία
κι’ ένας λεβέντης μιαν αυγή,
που θα την κλειούσε αρχόντισά του
Στο σπίτι του και στην καρδιά του.

Μάταν φτωχό το σπιτικό της
και καρτερούσαν να θραφούν
γονιοί κι’ αδέλφια απ’ το μιστό της
και χρέη παλιά να πλερωθούν.
Κι’ αυτός, μικρός, δεν εξαρκούσε
κι’ όλο πιο μπρος τον εξοφλούσε.

Έχει σβυστεί στο πρόσωπό της
κάθε της νιότης ομορφιά.
Κι’ όσα διδάσκει στο σκολειό της
δεν τα πιστεύει εκείνη πια.
Κι’ όλο και γίνεται η δασκάλα
πιο νευρική και πιο ασπρομάλλα.

Άλλες μαθήτριες παντρευτήκαν
άλλες, παιδάκια, εγίναν νιές
από τη μνήμη της σβυστήκαν
πόσες εδίδαξε γενιές.
Στη νιότη τους, π’ ανθεί και δένει,
μετράει τα χρόνια της θλιμμένη.

Κι’ όμως, στην έδρα της εκείνη,
για λευτεριά, για δικαιοσύνη,
διδάσκει πάντα και κηρύττει,
με ραγισμένη τη φωνή,
π’ όλο και βγαίνει πιο βραχνή
από το χρόνιο φαρυγγίτη.

Ώρες Αγάπης, Φλάμμα 1934.



Περισσότερα για την ιστορία αυτού του ποιήματος και για την τεράστια επίδραση που άσκησε στην εποχή που δημοσιεύτηκε, στο βιβλίο της Έλλης Αλεξίου, "Βασιλική δρυς - Το χρονικό της εκπαίδευσης".

Βιβλιογραφία:

- Γιάννη Κατσαντώνη: «Η αριστερή παράταξη των δασκάλων στον Μεσοπόλεμο» , εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα 1998.
- Δημήτρη Λιβιεράτου: «Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-1931) – Από την καταφρόνια μια καινούργια αυγή», εκδόσεις Κομμούνα/Ιστορική Μνήμη, Αθήνα 1987.
- Σπύρου Μαρκέτου: «Η συζήτηση του 1932 για την κρίση του κοινοβουλευτισμού» Περιοδικό Πολίτης, τεύχος 145, Ιούνιος 2006.
- Γιώργου Μαυρίκου: «Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα 1918-1948 – Δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση», 3η Έκδοση, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2004.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Απολογία του κατηγορούμενου κομμουνιστή Αλβανού Ακίνδυνου, ηγετικού στελέχους της Ο.Π.Λ.Α., στο έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης

Αναδημοσιεύουμε παρακάτω την απολογία του κομμουνιστή Αλβανού Ακίνδυνου, ηγετικού στελέχους της Ο.Π.Λ.Α. Θεσσαλονίκης, στο έκτακτο Στρατοδικείο. Ο Αλβανός Ακίνδυνος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 17 Οκτωβρίου 1947 στις 6.40 πίσω απ' τις φυλακές Επταπυργίου. Συνολικά καταδικάστηκαν τότε 52 από τους κατηγορούμενους σε θάνατο, από τους οποίους οι 47 εκτελέστηκαν πίσω από τις φυλακές Γεντί Κουλέ.

Η απολογία είναι παρμένη από το βιβλίο του Τ. Α. Κατσαρού: "Μια απόφαση, να μάχομαι μέχρι το τέλος. Στενή αυτοάμυνα Ο.Π.Λ.Α. 1946-47", Καβάλα 2003.

Πρόεδρος: «Κατηγορούμενε, γνωρίζεις την κατηγορία σου. Τι απολογείσαι;»

Κατηγορούμενος: «Είμαι από το χωριό Αγία Παρασκευή Μυτιλήνης. Το 1932 οργανώθηκα στο ΚΚΕ γιατί είναι κόμμα της εργατικής τάξης. Είμαι εργάτης και συλλογικά ανήκω σ’ αυτό. Από τότε που οργανώθηκα στο κόμμα, με την καθοδήγησή του, πάλεψα για την εξυπηρέτηση του εργαζόμενου λαού και για ζητήματα του χωριού, κυρίως για τους ακτήμονες. Σαν πρόεδρος του Συνεταιρισμού ακτημόνων, πάλεψα να πάρω τα τσιφλίκια, τα ανταλλάξιμα. Η δουλειά μου αυτή χαρακτηρίστηκε αναρχική και εκτοπίστηκα ένα χρόνο στη Σύκινο. Πάλεψα επίσης ενάντια στους φόρους και τους φοροεισπράκτορες που έρχονται και πανικοβάλουν τον κόσμο. Παλέψαμε για την αναστολή των ενταλμάτων, για να τα πληρώσουν οι αγρότες όταν θα έχουν συγκομιδή.

Η αναστολή πέτυχε, αλλά εγώ φυλακίστηκα επτά μήνες για αντίσταση κατά της αρχής. Οι δυο φυλακίσεις μου δεν προήλθαν από την προσπάθειά μου να ευνοήσω το άτομό μου, αλλά γιατί πάλευα για την καλυτέρευση της ζωής της τάξης που υπηρετεί το συμφέρον του λαού, γιατί έτσι θα βελτίωνα και το ατομικό μου συμφέρον.

Την 4η Αυγούστου περνώ όλα τα βασανιστήρια της Ασφάλειας και κλείνομαι στο κάτεργο της Ακροναυπλίας, στην Ελληνική Βαστίλη. Με έκλεισαν μέσα επ’ άριστον, έως ότου κάνω δήλωση. Κάθισα επτά χρόνια. Δεν αναγνώρισα την κυβέρνηση. Δεν αποκήρυξα τον κομμουνισμό, γιατί πίστευα και πιστεύω ότι μονάχα μ’ αυτόν θα ζήσει ο λαός την καλυτέρευση της ζωής που περιμένει. Μέσα στην Ακροναυπλία ήμασταν αρκετοί κομμουνιστές, περίπου χίλιοι. Όμως, απ’ όσους πέρασαν, μόνο εξακόσιοι επιβίωσαν. Οι άλλοι πέθαναν από φυματίωση και άλλες αρρώστιες.

Όταν μας χτύπησε ο Ιταλικός φασισμός, και εισέβαλαν στην πατρίδα μας, ζητήσαμε από την κυβέρνηση να μας βγάλει για να πολεμήσουμε. Κάναμε υπόμνημα όλοι οι φυλακισμένοι γι’ αυτό το σκοπό. Αντί γι’ αυτό, ενίσχυσαν τη φρουρά και μας φύλαγαν ακόμη πιο σίγουρα.

Στο μέτωπο πολέμησαν δυο αδέλφια μου. Ο ένας σκοτώθηκε.

Εδώ πρέπει να τονίσω και το ανοιχτό γράμμα του αρχηγού Νίκου Ζαχαριάδη, που καλούσε τον ελληνικό λαίο, τους κομμουνιστές και κάθε σπίτι, να γίνει φρούριο για να διώξουν τον εισβολέα. Και αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει τους κομμουνιστές. Αναγνωρίσαμε την κυβέρνηση, παρόλο που μας είχε μέσα. Θέλαμε να πολεμήσουμε για την πατρίδα. Αυτό το τονίζω, γιατί δείχνει τον πατριωτισμό των κομμουνιστών και για να δείξω ότι δεν ήμασταν όπως θέλουν να μας χαρακτηρίζουν.

Η φρουρά έρχεται σε επαφή με τους πρώτους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που ήρθαν, με σκοπό να μας παραδίνει έναν-έναν. Μας φύλαγαν χωροφύλακες, παρά τους βομβαρδισμούς που γίνονταν στο λιμάνι. Οι βομβαρδισμοί ήταν συχνοί επειδή έφευγαν από κει τα Αγγλικά πλοία. Παρέδωσαν στους Γερμανούς δυο χιλιάδες κομμουνιστές στις φυλακές, στα ξερονήσια και στα στρατόπεδα και τον αρχηγό μας, Νίκο Ζαχαριάδη, από την Ασφάλεια. Όταν ήρθαν και άλλα στρατεύματα και οι Ιταλοί οχύρωσαν το μέρος, επειδή ήταν λιμάνι και για να μην κάνουν αποβίβαση οι Εγγλέζοι, διέλυσαν το στρατόπεδο κι εμάς, που ήμασταν μέσα στα οχυρά, μας έστειλαν όλους σε άλλα στρατόπεδα. Μάλιστα έβγαλαν άτομα από τα στρατόπεδα και τα τουφέκισαν, γιατί έγιναν σαμποτάζ από το ΕΑΜ σε ένα εργοστάσιο.

Εμένα μαζί με άλλους μας μετέφεραν στη «Σωτηρία», σε ένα ξεχωριστό μέρος που είχαν κάνει σαν φυλακή και μας φύλαγαν εκεί. Δε βγαίναμε καθόλου. Αυτή η δουλειά γίνεται το 1943. Κάθισα εκεί δυο μήνες και με τη βοήθεια του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Αθηνών, δραπετεύσαμε και φύγαμε, καθείς για εκεί που τον καλούσε το καθήκον.

Εγώ μαζί με άλλους, τράβηξα για τη Μακεδονία και ανέβηκα στην ελεύθερη Ελλάδα. Οργάνωσα το νοσοκομείο ανταρτών στο χωριό Αβδέλλες και από κει πέρασα στη Βέροια, στο Γιδά, στη Νάουσα, κλπ.

Εδώ πρέπει να τονίσω πως σ’ αυτή την περίοδο, με την εισβολή των κατακτητών, παρουσιάζεται κατάσταση πανικού και ο λαός δεν ξέρει από ποιον να ζητήσει συμβολή, τι πρέπει να κάνει. Η κυβέρνηση με το βασιλιά και την ακολουθία της, τραβάνε για το Κάιρο. Άλλοι πλουτοκράτες κοιτάνε να γλιτώσουν. Άλλη μερίδα έχει μια παθητικότητα και δίνει μια απογοήτευση στο λαό. Άλλη μερίδα είναι φασιστική, όπως η 5η φάλαγγα που πρόδωσε και το στρατό».

Πρόεδρος: «Να περιοριστείς στις κατηγορίες σου. Αυτά δεν ενδιαφέρουν την υπόθεση».

Κατηγορούμενος: «Εννοώ τον Τσολάκογλου. Η κατάσταση εξελίσσεται έτσι, ώστε οι κομμουνιστές και τα άλλα μικρά κόμματα, που αποτελούνται από γνήσιους πατριώτες, να δίνουν θάρρος στο λαό, για την επίθεση και την απελευθέρωση του τόπου. Έχουμε ένα σωρό αγώνες να απαριθμήσουμε.

Εδώ, δυστυχώς, όταν ακούσουν ότι κάποιος είναι ΕΑΜίτης, φτάνει για να τον χαρακτηρίσουν δεν ξέρω κι εγώ πως. Και από τους συγκατηγορούμενούς μου, παρατήρησα ότι ντρέπονται και φοβούνται να το πουν. Το ΕΑΜ δεν ήταν κόμμα. Ήταν εθνικός συνασπισμός. Και συγκέντρωνε κόσμο από όλα τα στρώματα του λαού, από τον εργάτη, αγρότη, βιοτέχνη, επιστήμονα, μέχρι τον κληρικό. Και είδαμε στο Εθνικό Συμβούλιο πως αντιπροσωπευόταν.

Εκτός από το ΕΑΜ, υπήρχε και το μαχητικό μέρος του, ο ΕΛΑΣ. Εδώ κατηγορήθηκε ο ΕΛΑΣ ότι δεν πολέμησε, αλλά ότι έριξε μόνο μερικές πιστολιές. Αυτό είναι ντροπή για το κίνημα Εθνικής Αντίστασης της Ελλάδας, που φημίζεται στο εξωτερικό».

Πρόεδρος: «Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την κατηγορία σου;»

Κατηγορούμεμνος: «Παρέλειψα να απαντήσω στο μάρτυρα Σκουλαρίκη και να του πω ότι η κυβέρνηση, φεύγοντας από δω, είχε δώσει εντολή να κρύψουν τους φακέλους των κομμουνιστών. Όχι μόνο δεν έγινε αυτό, αλλά επιπλέον τους παρέδωσαν στους Γερμανούς και εδώ έχουν τη φωτογραφία μου στην Ασφάλεια. Το 1943 έρχομαι στη Μακεδονία. Ο κάμπος του Γιδά ήταν η μόνη περιφέρεια που είχε απ’ όλες τις παρατάξεις. Και όλα τα στρατεύματα των κατακτητών περνούσαν από κει, όταν έπρεπε να κινηθούν στα μετόπισθεν. Δεν είναι μικρό πράγμα ότι η περιφέρεια της Βέροιας βαστά όλη τη Μακεδονία. Και όπως τη βαστά, μπορεί να αντιμετωπίσει όποιον περάσει και όποιον θέλει να τραβήξει παραπέρα. Γι’ αυτό και η περιφέρεια είχε μεγάλη σημασία. Σ’ αυτήν πήγα κι εγώ. Θα σας πω τη δράση μου εκεί.

Στην Κρύα Βρύση ήταν ο Πούλος, ο οποίος εξορμούσε σ’ όλο τον κάμπο και λεηλατούσε τα πάντα. Ήταν και ο Μιχάλ-Αγάς που έκανε το ίδιο. Ήταν από την άλλη μεριά και ο Κισσά –Μπαζάκ, που έκανε την ίδια δουλειά, όπως η Π.Α.Ο, που διαλύθηκε.

Ειδικότερα για τους κομμουνιστές έχει μιλήσει ο ίδιος ο Τσόρτσιλ. Μίλησε για το ελληνικό μικρό, πατριωτικό κομμουνιστικό κόμμα. Φυσικά, τώρα το αρνούνται. Παρουσιάζουν τα πράγματα όποτε θέλουν έτσι και όποτε θέλουν αλλιώς. Όπως τον ΕΛΑΣ, ο οποίος πήρε συγχαρητήρια από το αρχηγείο της Μέσης Ανατολής και έδωσε ένα σωρό μάχες με τους Γερμανούς. Στο τέλος είπαν ότι έγινε κομματικός αγώνας. Μετά την απελευθέρωση δε θα πούμε για την Εθνική Κυβέρνηση».

Πρόεδρος: «Αυτά δε μας ενδιαφέρουν».

Κατηγορούμενος: «Ωστόσο πρέπει να ξέρετε ότι φαγώθηκαν όλα τα ψώνια στο Λίβανο και κατέβηκε η αντιπροσωπεία της ΠΕΑ που έκανε το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης και τα υπουργεία περιορίστηκαν σε επτά μόνο. Παρ’ όλα αυτά, εμείς, με τον πατριωτισμό μας, που δε θέλαμε να γίνει εμφύλιος πόλεμος, δεχτήκαμε με επτά υπουργεία να γίνει Εθνική Κυβέρνηση, για να περάσουμε ομαλά στην πολιτική ζωή, χωρίς αιματοχυσία. Είναι γνωστά τα γεγονότα του Δεκέμβρη. Δεν ήμασταν εμείς που τα προκαλέσαμε».

Πρόεδρος: «Κάνεις απολογία δική σου ή του ΕΑΜ;»

Κατηγορούμενος: «Είπατε πολλές περικοκλάδες, γι’ αυτό απαντώ. Η κατηγορία προέρχεται ύστερα από μια κατάσταση που δημιουργήθηκε και θα πρέπει να την αναλύσω».

Πρόεδρος: «Δεν χρειάζεται ανάλυση. Τα είπε ο Παπαγεωργίου».

Κατηγορούμενος: «Ο Παπαγεωργίου τα είπε για τον εαυτό του. Εγώ δυο λόγια θα πω για το ζήτημα της μεταδεκεμβριανής κατάστασης.

Από τους ΕΛΑΣίτες και τους ΕΑΜίτες είχαμε μέχρι τις εκλογές 1.500 σκοτωμένους, από κρατικά και παρακρατικά όργανα, δέκα επτά χιλιάδες (17.000) φυλακισμένους και κάπου εκατό χιλιάδες σκόρπιους εδώ κι εκεί. Κι όλα αυτά ενώ η Βάρκιζα έλεγε ότι θα κατέβουμε σε πολιτικό αγώνα και ότι δεν έπρεπε να χτυπιόμαστε εδώ. Αυτό όμως δεν έγινε. Οι κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε άλλο, παρά να κατευθύνουν την κατάσταση πιο αποφασιστικά για να χτυπήσουν την αριστερά. Μέχρι τότε άφηναν τις συμμορίες να δρουν ανενόχλητες. Έγιναν νόθες εκλογές...».

Πρόεδρος: «Ψήφισε το 5% και απείχε το 95%. Τα ξέρουμε όλα αυτά».

Κατηγορούμενος: «Και από τότε άρχισαν να χρησιμοποιούν καινούργια μέσα και αναρχίες και έφτασαν μέχρι τα στρατοδικεία. Φυσικά υπήρχε και η τρομοκρατία. Τα κρατικά όργανα άρχισαν ξυλοδαρμούς, ακόμα και λυντζάρισμα. Εδώ στη Θεσσαλονίκη, όπως ανέφερε με όλη του την ειλικρίνεια κάποιος συγκατηγορούμενός μου από ένα χωριό, το Χαρμάνκιοϊ (Κορδελιό), κατέβαιναν οι τραμπούκοι και τους έκαναν πολλά. Δε ρώτησες, όμως κύριε πρόεδρε. Τι έκανε σ’ αυτούς η αρχή; Τους τιμώρησε; Από εδώ βγαίνει ότι έπρεπε ο λαός να αμυνθεί απ’ τα εγκληματικά μέτρα που έπαιρναν τα κρατικά και τα παρακρατικά όργανα. Εμείς, επειδή στη Βάρκιζα είχαμε υπογράψει να μην κατέβουμε σε ένοπλο αγώνα, απαγορεύσαμε σε όλους να πιάσουν όπλα. Σαν παράδειγμα σας αναφέρω τον Βελουχιώτη. Τον είχε αποκηρύξει το κόμμα γιατί δε δέχτηκε τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Επομένως, ο λαός έπρεπε να υπερασπίσει τον εαυτό του με το μαζικό του όγκο. Έγινε ζήτημα να χτυπηθούν οπωσδήποτε οι τραμπούκοι με τα μέσα αυτά. Έπρεπε να αυτοαμυνθεί ο λαός.

Εδώ στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε η πλατειά ή Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα, που είχε δυο σκοπούς. Ο Ένας ήταν να διαφωτιστεί ο κόσμος για το πως να αμυνθεί και ο άλλος, να ορμήσουν με ξύλα και με πέτρες να χτυπήσουν τους τραμπούκους. Η οργάνωση δεν είχε στρατό. Κάθε σπίτι, κάθε συνοικία, κάθε τετράγωνο, θα έπρεπε να αμυνθεί. Και αυτή τη δουλειά την ανέλαβα εγώ.

Παρέλειψα ένα βασικό στοιχείο, πως μετά το Δεκέμβρη βρέθηκα εδώ.

Όπως ανέφερα, χιλιάδες αγωνιστές μπήκαν στις φυλακές. Έτσι κι εγώ κλείστηκα στη φυλακή σαν ηθικός αυτουργός δυο φόνων και σαν συνεργάτης των Γερμανών. Με την αποσυμφόρηση, τον Φεβρουάριο το 1946, βγήκα από τη φυλακή. Αλλά είχα αρχίσει να σκέφτομαι πριν ακόμη βγω, που έπρεπε να τραβήξω.

Όταν βγήκα, η δουλειά ήταν οργανωμένη. Ήθελαν να με δολοφονήσουν. Το αντιλήφθηκα και δε πήγα σπίτι μου. Κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν λάθος, όμως. Έρεπε να πάω στο βουνό.

Στη Θεσσαλονίκη, φυσικά, ήμουν ανοργάνωτος. Ήμουν ασύνδετος και δεν μπορούσα να προσφέρω τίποτα. Εδώ δεν ήξερα και πολλά πράγματα. Ούτε καν την ίδια την πόλη. Ευτυχώς, είχα κάνα δυο συγγενείς και μέσω αυτών, μπόρεσα να τακτοποιηθώ. Έμαθα που είναι τα γραφεία και κατέβηκα και συνάντησα ένα σωρό γνωστούς. Τους είπα ότι βγήκα από τη φυλακή και ότι σκεφτόμουν τι έπρεπε να κάνω.

Εδώ η οργάνωση δε δέχτηκε να με χρησιμοποιήσει και με άφησε να σκεφτώ αν θα ενεργήσω μόνος. Είχα όμως τη γυναίκα μου στη Βέροια και έπρεπε να την ασφαλίσω. Γι’ αυτό φρόντισα να την κατεβάσω στη Θεσσαλονίκη. Αλλά κι εδώ με έψαχναν για να με δολοφονήσουν.

Τον Μάιο με Ιούνιο του 1946 ανταμώνω με κάποιον που τον ακούω εδώ ως Αλέκο. Τον γνώρισα μέσω του Κικίτσα στη Βέροια και τον ήξερα με το παρατσούκλι «Χονδρό». Του λεω ότι βγήκα από τη φυλακή και ότι έπρεπε να σκεφτώ τι θα γίνει. Αυτός ήταν οργανωμένος στρατιωτικά, ΕΑΜικά, δεν ξέρω πως και μου ζήτησε τη διεύθυνση όπου έμεινα. Ήρθε και με συνάντησε.

Στη δεύτερη συνάντηση είναι που κάναμε ολόκληρη ανασκόπηση της κατάστασης, για το που τραβάμε και το που πρέπει να πάμε. Εγώ φυσικά, δεν ήθελα να φύγω και να κρυφτώ από φόβο. Στο λίγο διάστημα που ήμουνα στη Θεσσαλονίκη, είδα να σκίζονται εφημερίδες, να δέρνονται εφημεριδοπώλες, να σκοτώνονται τυπογράφοι, να δολοφονείται ο Ζεύγος. Δεν ήθελα να φύγω. Γι’ αυτό προτίμησα να μείνω στη Θεσσαλονίκη και να οργανώσω το λαό για να κρατήσει τις ελευθερίες του.

Αυτή η Λαϊκή Μαζική Αυτοάμυνα κράτησε μέχρι τότε που δημιουργήθηκαν οι επιτροπές ασφαλείας και τα στρατοδικεία. Δεν ήταν δυνατόν μ’ αυτά τα μέσα, να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, γιατί όπως είπαν οι συγκατηγορούμενοί μου, εκείνοι έρχονταν με τα όπλα και εμείς δεν μπορούσαμε να τους αντιμετωπίσουμε.

Έτσι συζητήσαμε με τον Αλέκο και καταλήξαμε ότι η κατάσταση δεν πάει καλά. Δεν μπορούμε να κατεβάζουμε τον κόσμο άοπλο να αντιμετωπίζει τους Βενίτες. Δεν μπορούμε να φυλάξουμε τα γραφεία. Πρέπει να δούμε τι θα γίνει.

Εγώ είχα τη γνώμη, γιατί οι δυο μας κάναμε τι δουλειά, ότι δεν μπορεί η Θεσσαλονίκη να περιφρουρηθεί χωρίς οργανωμένη δύναμη, η οποία θα χρησιμοποιούσε τα ίδια μέσα μ’ αυτούς και ότι αυτά δεν μπορεί να είναι άλλα, παρά ένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού. Γι’ αυτό θα έπρεπε να ζητήσουμε τη γνώμη του Δημοκρατικού Γενικού Αρχηγείου.

Ο Αλέκος που είχε επαφές με τον Κικίτσα, ήρθε σε επαφή μαζί του και ζήτησε τη γνώμη του. Η γνώμη του ήταν ότι δεν ήταν σε θέση ο στρατός να περιφρουρήσει το λαό της Θεσσαλονίκης».

Πρόεδρος: «Ευτυχώς».

Κατηγορούμενος: «Αλλά και τις άλλες πόλεις δεν μπορούσαμε να περιφρουρήσουμε. Γι’ αυτό, η Θεσσαλονίκη έπρεπε να βρει τρόπο να οργανώσει τμήματα από μέσα.

Είχα αναλάβει τη μαζική αυτοάμυνα με τρία-τέσσερα πρόσωπα. Πηγαίναμε στις συνοικίες και κάναμε διαφώτιση. Τώρα εδώ ακούω για πλατιά μαζική αυτοάμυνα. Δεν ξέρω. Έπρεπε να βρω ορισμένα παιδιά, ανεξάρτητα αν ήταν ΕΠΟΝίτες, που να είχαν γνωριστεί μέσα στην πάλη της αντιμετώπισης των τραμπούκων. Εγώ ανέλαβα να βρω τα παιδιά.

Τον Ελευθεριάδη τον γνώριζα από τη Βέροια. Βρήκα κι άλλα παιδιά. Τους εξήγησα ότι θα χρησιμοποιήσουμε τα μέσα που χρησιμοποιούν οι αντίπαλοί μας και μας χτυπούν. Γιατί; Γιατί σχηματίστηκαν επιτροπές ασφαλείας που στέλνουν εξορία. Γιατί δημιουργήθηκαν τα στρατοδικεία που σκοτώνουν αράδα, που ξαμολήθηκαν και σκοτώνουν το λαό μέσ’ στο δρόμο. Γι’ αυτό το λόγο έπρεπε να τους αντιμετωπίσουμε. Παραδείγματα σας έφερα πολλά και αραδιάζω και τώρα την παραβίαση του οικογενειακού ασύλου. Εδώ μας κατηγορούν ότι υπονομεύουμε την τάξη και την ησυχία του λαού, ενώ αυτοί ήταν υπαίτιοι γι’ αυτό. Έχουμε πολλά παραδείγματα: της Τούμπας, της Καμάρας, των τυπογράφων, το φόνο του Ζεύγου».

Πρόεδρος: «Εσείς τον σκοτώσατε».

Κατηγορούμενος: «Το Γ.Σ. Στρατού, η ΕΣΑ και ο Ζέρβας».

Πρόεδρος: «Όπως και τους αεροπόρους».

Κατηγορούμενος: «Τώρα θα απολογηθώ και για το φόνο του Ζεύγου;

Όταν βρήκα τους ανθρώπους, τους εξήγησα και συζητήσαμε με τον Αλέκο πως θα αρχίσουμε και από που. Τον οπλισμό τον είχαμε. Ήταν μερικά πιστόλια και αυτόματα που τα είχαμε κρυμμένα. Προσωπικά, εγώ είχα τη γνώμη, ότι τα παιδιά θα έπρεπε να συνηθίζουν στην ιδέα ότι θα πιάσουμε αυτούς τους τραμπούκους, που έρχονται να παραφυλάξουν και ότι θα τους χτυπήσουμε στην ίδια συνοικία που έρχονται να μας χτυπήσουν αυτοί. Αλλά η υπόθεση πέρασε από τους τραμπούκους, έφτασε στα Στρατοδικεία και τις επιτροπές ασφαλείας. Γι’ αυτό τους είπα, ότι θα πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε χτυπώντας μόνο ορισμένους απ’ αυτούς, για να βάλουμε φρένο στη δολοφονική τρομοκρατία.

Σχετικά με τον Κωφίτσα τώρα. Εδώ κατηγορήθηκα ότι είχα προσωπικά μαζί του. Εγώ έχω τη γνώμη ότι ο Κωφίτσας είναι αυτός που, επί Μεταξά, γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Πήρε ένα σωρό ανθρώπους στο λαιμό του. Οργάνωσε συλλήψεις ηγετικών στελεχών της Μακεδονίας και της Θράκης. Είναι εισηγητής στο Στρατοδικείο και είναι άνθρωπος ο οποίος είχε λόγο στα μέτρα βίας που πάρθηκαν ενάντια στο λαό. Γι’ αυτό, πρότεινα να χτυπηθεί. Εγώ έδωσα εντολή στα παιδιά να τον χτυπήσουν.

Άλλος στόχος που εγώ προσωπικά είχα ήταν ο Βαρδουλάκης. Ο Βαρδουλάκης έκανε αυτή την εκστρατεία εναντίον του λαού του Βερμίου. Για να χτυπήσει έναν Μπαρούτα, ξεσπίτωσε και ρήμαξε τους κατοίκους. Έκανε τόσα και τόσα. Γι’ αυτό, πίστευα ότι έπρεπε να ανακουφιστεί ο λαός του Βερμίου απ’ αυτόν. Αντί γι’ αυτόν, χτυπήθηκαν τα παιδιά από την περίπολο. Εδώ, εκτός από το Βαρδουλάκη είχαμε και τον Ταμβακά, σαν σφαγιαστή των καλύτερων παιδιών μας. Αυτός έστελνε από το στρατοδικείο στο εκτελεστικό απόσπασμα τους καλύτερους αγωνιστές.

Εγώ αυτούς είχα ως στόχο στον τομέα που είχα υπ’ ευθύνη μου. Δεν είχα, όπως παρουσιάζεται εδώ, όλη την πόλη. Είχα μερικά παιδιά και αυτούς τους στόχους. Αυτά τα παιδιά εκτέθηκαν. Πιάστηκαν αυτά, πιάστηκα κι εγώ».

Πρόεδρος: «Πιάστηκες και παλιότερα;»

Κατηγορούμενος: «Ναι πιάστηκα.

Από εδώ αφήνω το Διογένη και τον Αλέκο. Από το δικαστήριο δεν ξέρω άλλα παιδιά. Πήγα στη Θεσσαλονίκη για να βρω ανθρώπους που γνώριζα και να οργανώσω μια-δυο ομάδες. Ή ακόμα να δουλέψω χωρίς ομάδες, προσωπικά. Εκεί έμεινα αρκετό καιρό χωρίς δουλειά. Κατά τον Απρίλιο βρήκα ορισμένα παιδιά και μ’ αυτά πήγα να κάνω δουλειά. Χωρίς όμως να έχω αποτελέσματα.

Τα παιδιά που βρήκα ήταν πολλά. Άλλα δέχτηκαν, άλλα δε δέχτηκαν. Για να τους ενθαρρύνω, πήγα στην Τούμπα. Φυσικά δεν είχα σκοπό να χτυπήσω τον Μπόνο και το καφενείο του, αλλά τους μαυροσκούφιδες που τρομοκρατούσαν την Τούμπα και κάτι Βενίτες που αλώνιζαν. Δεν τους βρήκα εκεί και πήγα στο καφενείο όπου κάθονταν οι οργανωτές αυτής της δουλειάς.

Αυτή τη δουλειά εγώ την έκανα όχι με προσωπικό μίσος και με εγκληματικά αισθήματα, αλλά γιατί αυτοί ήταν που βασάνιζαν το λαό. Και εξ’ αγάπης προς το λαό...».

Πρόεδρος: «Λευτεριά του λαού...» (ειρωνικά).

Συνεχίζεται