Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Η περίπτωση Κνουτ Χάμσουν



Knut Hamsun (1859–1952). «Κνουτ Χάμσουν», ψευδώνυμο του Νορβηγού συγγραφέα, με το όνομα Knut Pedersen. Τι να πρωτογράψει κανείς, αφού μαζί με τον Ερρίκο Ίψεν, αποτελούν τους πλέον διαβασμένους και μεταφρασμένους Νορβηγούς λογοτέχνες σε παγκόσμιο επίπεδο.



Ο Κνουτ Χάμσουν, πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Γιος ενός φτωχού ράφτη, δόθηκε «δανεικός» ως παιδί σε έναν ευκατάστατο θείο, προκειμένου με την εργασία του, να ξεπληρώσει (μαζί με τους τόκους) τα χρέη της οικογένειας. Σε ηλικία 14 ετών, άρχισε μια «αλήτικη», περιπλανώμενη ζωή στον «μεγάλο κόσμο», για να ταξιδέψει ως την Αμερική, όπου έκανε πολλές και παράξενες δουλειές, προκειμένου να επιβιώσει. Ταυτόχρονα όμως, διάβαζε πολύ στον ελεύθερο χρόνο του.


Το 1890, έκανε το ντεμπούτο του στα γράμματα με το στυλιστικά πρωτοπόρο μυθιστόρημά του, με τίτλο «Η Πείνα». Ο Χάμσουν, θα αρνηθεί τον κυρίαρχο στην εποχή του νατουραλισμό και επηρεασμένος από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι, θα οδηγήσει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία στην νεο-ρομαντική επανάσταση. Η «Πείνα», θα γίνει τεράστια επιτυχία, θα μεταφραστεί πολύ και θα αποτελέσει για τον Χάμσουν, την αρχή μιας εξαιρετικά επιτυχημένης και άκρως παραγωγικής συγγραφικής δουλειάς. Αποκορύφωμα αυτής της πορείας, ήταν το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία, που τού απονεμήθηκε το 1920.



Η επίδραση του Χάμσουν στην παγκόσμια λογοτεχνία (ευρωπαϊκή και αμερικανική κυρίως), είναι - χωρίς καμία υπερβολή - απίστευτη, ανυπολόγιστη και τεράστια. Η λίστα των συγγραφέων που επηρεάστηκαν από την πένα του, με τους εσωτερικούς και μακροσκελείς μονολόγους, τις ακραίες ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων και τους ανεκπλήρωτους έρωτες, είναι μακροσκελής και περιλαμβάνει γνωστά και εντυπωσιακά ονόματα: Έρνεσρ Χεμινγουέι, Χέρμαν Έσσε, Τόμας Μαν, Φραντς Κάφκα, Μαξίμ Γκόρκυ, Ισαάκ Σίνγκερ, Χένρυ Μίλλερ, Στέφαν Τσβάιχ και πολλοί άλλοι, θα ξεκινήσουν από τον Χάμσουν για να ακολουθήσουν στη συνέχεια την δική τους, προσωπική πορεία.

Στην Ελλάδα, μιλάμε για κανονικό «χαμσουνικό πυρετό», όπως ορθά έχει ονομαστεί η επίδραση του Νορβηγού λογοτέχνη στην πνευματική ζωή του τόπου μας την περίοδο του Μεσοπολέμου. Όλοι τον διάβαζαν και προσπαθούσαν να μιμηθούν το στυλ της δουλειάς του (και όχι μόνο).  Ο Κοσμάς Πολίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Βασίλης (Βάσος) Δασκαλάκης (ο οποίος έμαθε μόνος του νορβηγικά και ήρθε σε προσωπική επικοινωνία με τον Χάμσουν, επί τούτου, δηλαδή για να μεταφράσει τον νορβηγό στη γλώσσα μας· παρέμεινε ο κύριος και βασικός μεταφραστής του για δεκαετίες, δίνοντάς τον μας σχεδόν ολόκληρο), ο Ιάκωβος Καμπανέλης, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Θέμος Κορνάρος, ο Λουκής Ακρίτας, ο Στρατής Δούκας, είναι κάποια ενδεικτικά ονόματα.

Ήδη πριν το 1900, ο Νορβηγός είχε στο έργο του δείγματα ριζοσπαστικού αριστοκρατισμού, με φανερή την επίδραση του Νίτσε. Στην περίφημη «Τριλογία  του Kareno», ο πρωταγωνστής της, φιλόσοφος Ivar Kareno, θα μιλήσει με πάθος για την αναγκαιότητα του «Μεγάλου Εκλεκτού», του «Μεγάλου Τρομοκράτη», του «φυσικού ηγέτη και γεννημένου Δεσπότη, του Καίσαρα», που «θα αποτελέσει την ζωντανή ουσία της ανθρώπινης δύναμης» και που θα αλλάξει με την βία την πορεία της ανθρωπότητας.

Στην «Ευλογία της Γης», θα υμνήσει τον προσκολλημένο στη γη αγρότη, (προσκολημμένο, όπως στη φεουδαλική εποχή, μέχρι συντέλειας δηλαδή του αιώνα), που βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς προστασίας από την εκμετάλλευση της σύγχρονης εποχής του χρήματος, παραθέτοντας απόψεις, πολύ κοντινές με τις μετέπειτα ναζιστικές θεωρίες του «Αίματος και της Γης».

Τα παραδείγματα στα οποία τα ρατσιστικά μηνύματα, η αποστροφή στην πρόοδο και τη νεωτερικότητα, ο σεξισμός, η εξιδανίκευση της αγροτικής ζωής με την απαραίτητη κοινωνική και φυλετική ιεραρχία, κλπ, εμφανίζονται από πολύ νωρίς στα έργα του και είναι δεκάδες για να παρατεθούν αναλυτικά. Ο Χάμσουν δεν ήταν «αντιφατικός», δεν είχε δύο (ή περισσότερες) όψεις. Δεν έγινε ναζιστής επειδή παρασύρθηκε από τη νεαρή δεύτερη σύζυγό του ή επειδή «θρηνούσε για τα χαμένα του νιάτα» και άλλα ανόητα που έχουν γραφτεί. Ήταν απλά, από την αρχή, ένας 100% αντιδραστικός λογοτέχνης, που κατάφερε με το ταλέντο του, να ξεγελάσει πολύ κόσμο, ακόμα και από την άλλη όχθη. 

Στην δεκαετία του 1930, ο Χάμσουν, καταξιωμένος πια δημιουργός, έχοντας λύσει το ζήτημα του βιοπορισμού του (ιδίως χάρη στους γερμανικούς εκδοτικούς οίκους και στις μεταφράσεις των έργων του σε μια μεγάλη γλώσσα, όπως τα γερμανικά), εκφράζει πια ανοικτά την άκρατη γερμανοφιλία του, όπως και την αδιάκοπα αυξανόμενη αγγλοφοβία του. Για τον ηλικιωμένο πια Χάμσουν, η Γερμανία, αδερφό έθνος της Νορβηγίας, είναι η νιότη του κόσμου, το μέλλον της ανθρωπότητας. Θα υπενθυμίζει διαρκώς τα δεινά που προκάλεσε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός στην ανθρωπότητα, από τον αποκλεισμό των λιμανιών της Νορβηγίας το 1809 (!), μέχρι τον πόλεμο των Μπόερς και τις επεμβάσεις του ενάντια στον ηρωικό και αθώο ιρλανδικό λαό. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον αντιμπολσεβικισμό του (παρά την εξαιρετική δημοφιλία που απολάμβανε στην ΕΣΣΔ) και τον σχετικά συγκεκαλυμένο αντισημιτισμό του, θα αποτελέσουν έναν εκρηκτικό μείγμα, που θα τον οδηγήσουν (και με την βοήθεια της πολύ νεαράς, φανατικής ναζίστριας δεύτερης συζύγου του), στην Άκρα Δεξιά και στον εθνικοσοσιαλισμό. Θα γίνει, ο πνευματικός πατέρας του νεοσύστατου νορβηγικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και στενός συνεργάτης του Κουίσλινγκ.

Πανηγυρίζει για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, βρίσκοντας στο πρόσωπό του, τον «Μεγάλο Τρομοκράτη» και τον «Δεσπότη», που ονειρευόταν ο ήρωάς του Ivan Kareno. Δεν θα αντιδράσει στο «κάψιμο» των βιβλίων στις μεσαιωνικές τελετές των ταγματοεφοδιτών. Θα λοιδωρήσει και θα συκοφαντήσει τους γερμανούς αντιφασίστες που θα οδηγηθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των SS. Η στάση του στην περίπτωση του νομπελίστα γερμανού ειρηνιστή και αντιφασίστα Carl von Ossietzky, θα είναι ενδεικτική και χαρακτηριστική, αποκαλύπτοντάς τον στα μάτια της προοδευτικής ανθρωπότητας.



«Ριζοσπάστης», 15 Ιανουαρίου 1936, για την περίπτωση Χάμσουν. Οι Ρομαίν Ρολάν και Ελία Έρενμπουργκ, θα τον αποκαλέσουν, «μαύρο σκύλο» της αντίδρασης.

Το 1940, θα χαιρετήσει με διάγγελμά του την είσοδο των Ναζί στη Νορβηγία, ενώ θα προσπαθήσει να διασπείρει την αμφιβολία και τη σύγχυση στο νορβηγικό λαό για την στάση της βασιλικής οικογένειας (δήθεν αιχμάλωτη των βρετανών ιμπεριαλιστών). Θα καλέσει τον λαό να πετάξει τα όπλα και να συνεργαστεί ολόψυχα. Αυτός,  θα συνεργαστεί με την ορίτζιναλ δοσιλογική και προδοτική κυβέρνηση του Κουίσλινγκ και με τον φανατικό ναζιστή και τοποτηρητή του Ράιχ για τη Νορβηγία, Josef Terboven.




Παρά όμως την έντονη προπαγαδα στην οποία συμμετείχε και ο Χάμσουν, και τις διαβεβαιώσεις των ιθυνόντων ότι το Γ' Ράιχ έχει τις καλύτερες προθέσεις για τη Νορβηγία, παρά τις δικαηρύξεις για τα «κοινά πεπρωμένα των δύο λαών στην Ιστορία» και τον μεγάλο ρόλο που καλείται να παίξει η Νορβηγία στη «νέα τάξη πραγμάτων» στη Γερμανική Ευρώπη, ο λαός, θα παραμείνει στη συντριπτική του πλειοψηφία πιστός, στις εθνικές και δημοκρατικές του παραδόσεις. 

Ο Χάμσουν, δεν θα κατανοήσει τίποτα από όλα αυτά και εννοείται ότι δεν θα υπαναχωρήσει καθόλου από τον φιλοχιτλερισμό του, σε αντίθεση με πολλούς άλλους συντηρητικούς διανοούμενους, που αν και αρχικά είδαν με συμπάθεια το ναζισμό, πρόλαβαν και «έκαναν πίσω». Κατά την διάρκεια του πολέμου, τα βιβλία του θα εκδίδονται κατά χιλιάδες και σε σχήμα τσέπης, θα μοιράζονται στους άντρες της Βέρμαχτ.

Το 1943, αφού σε μια συμβολική κίνηση προηγουμένως είχε δωρήσει το Νόμπελ του στον Γκαίμπελς,  θα συναντηθεί με τον Χίτλερ. Η συνάντηση θα καταλήξει σε φιάσκο, με τον Γερμανό ηγέτη να αποχωρεί εκνευρισμένος, αφού ο Χάμσουν θα βρει την παρρησία, να διαμαρτυρηθεί για τις ακρότητες του Τερμπόβεν και ειδικά για τις εκτελέσεις Νορβηγών πολιτών από τις κατοχικές δυνάμεις, που αμαυρώνουν την εικόνα της Γερμανίας και του εθνικοσοσιαλισμού στην πατρίδα του. Αν όντως επιβεβαιώνεται ότι μετά τη συνάντηση αυτή, η ναζιστική καταστολή στη Νορβηγία μειώθηκε σε ένταση, θα πρέπει να πιστώσουμε στον Χάμσουν, μια προσφορά στον λαό του.

Τον Μάιο του 1945, μια μέρα πριν την Απελευθέρωση της Νορβηγίας, θα δημοσιεύσει μια κατάπτυστη νεκρολογία (η αγγλική λέξη notorious περιγράφει καλύτερα το περιεχόμενο), για τον Αδόλφο Χίτλερ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ - με νιτσεϊκή και σπενγκλεριανή ορολογία - θα τον ανακηρύξει ως σύγχρονο Μεσσία και Προφήτη της Ανθρωπότητας και του δυτικού πολιτισμού: Ο Αδόλφος, ως «Πολεμιστής της Θέλησης», που απλά είχε την ατυχία να γεννηθεί και να δράσει σε μια εποχή βαρβαρότητας, γενικής οπισθοδρόμησης και παρακμής.



Με την Απελευθέρωση, ο Χάμσουν και η σύζυγός του θα συλληφθούν και θα ετοιμαστούν να δικαστούν με την κατηγορία της έσχατης προδοσίας. Η ποινή του θανάτου είναι μάλλον βέβαιη για τον ηλικιωμένο συγγραφέα.
Τελικά, η σωτηρία θα έλθει από τον πάντα ουμανιστή Στάλιν που ενδιαφερόταν ζωηρά για την τύχη του νορβηγού συγγραφέα.

Ήδη από τον Νοέμβριο του 1944, ο Μολότοφ, υπουργός εξωτερικών τότε της ΕΣΣΔ, σε μια συνάντησή του στη Μόσχα με τους Terje Wold, και Trygve Lie, υπουργοί αντίστοιχα Δικαιοσύνης και Εξωτερικών, της εξόριστης στο Λονδίνο, νορβηγικής κυβέρνησης, είπε (σχεδόν εκλιπαρώντας) ότι «ο συγγραφέας του ‘Πάνα’ και της ‘Βικτώριας’, δεν πρέπει να έχει την τύχη οποιουδήποτε ναζί» και ότι «ηλικιωμένοι διανοούμενοι, σαν τον Κνουτ Χάμσουν, πρέπει να αφεθούν να πεθάνουν από φυσικό θάνατο». Η απάντηση του Lie, ήταν ότι «κύριε Μολότοφ είστε πολύ ήπιος και ανθρωπιστής και δεν καταλαβαίνετε τη σκληρότητα του πολέμου».

Τον Μάιο του 1945, ο Μολότοφ πάλι, παρενέβη στον σοσιαλδημοκράτη υπουργό εξωτερικών της Νορβηγίας και τού ζήτησε - αυτή τη φορά ρητά - διατυπώνοντας την επιθυμία του Ι.Β. Στάλιν, να μην οδηγηθεί ο Χάμσουν σε δίκη, με το επιχείρημα ότι θα είναι όνειδος, η Νορβηγία να οδηγήσει στο απόσπασμα ένα από τα λαμπρότερά της τέκνα. Οι Νορβηγοί θα υποχωρήσουν, όπως είχαν υποχωρήσει στις σοβιετικές αξιώσεις πριν τον πόλεμο και με την περίπτωση του Τρότσκι (αρχικά αποδέχτηαν το ζήτημα του πολιτικού του ασύλου και στη συνέχεια το αρνήθηκαν).

Ο Χάμσουν, θα κριθεί ακαταλόγιστος («τρελός» με άλλα λόγια) και θα κλειστεί σε ψυχιατρική κλινική, για να απελευθερωθεί στη συνέχεια, αφού πρώτα δημευτεί η μεγάλη περιουσία του. Θα πεθάνει σε ηλικία 93 ετών στο χωριό του. Παρά ταύτα, αν και δεν εκτελέστηκε, θα καταδικαστεί άτυπα σε πνευματικό θάνατο για πολλές δεκαετίες· το όνομά του δεν θα  αναφέρεται  πουθενά στη Νορβηγία και τα βιβλία του θα είναι παντελώς εξαφανισμένα. Μια προσπάθεια συλλογικής λήθης, με έναν άλλοτε διάσημο συγγραφέα να περνά σχεδόν στην ανυπαρξία, με τρόπο που να είναι σαν να μη γεννήθηκε ποτέ.

Η αλήθεια είναι ότι υπήρξε - μετά από μια εντατική προσπάθεια κάθαρσης από το ναζιστικό του παρελθόν - κάποια αποκατάσταση: Το 2009 εορτάστηκαν τα 150 χρόνια από τη γέννησή του, ενώ  δρόμοι και πλατείες πήραν το όνομά του. Ο Νορβηγοί όμως, (πιστοί στην αντιφασιστική και αντιναζιστική τους κανονικότητα ή απλά επειδή ζούμε σε μια εποχή γενικής υποχώρησης των ιδεών;), παρέμειναν χλιαροί και μάλλον αδιάφοροι· οι επίσημες εκδηλώσεις ήταν σχετικά περιορισμένες και η σύγκριση με την ανάλογη επέτειο που έγινε για τον Ίψεν, μόνο θλίψη προκαλεί.

Διαβάστε:

Legacies of Modernism: Art and Politics in Northern Europe, 1890-1950, των P. McBride, R. McCormick, M. Zagar (Palgrave Macmillan US), 2007. Ο Χάμσουν στη χορεία των αντιδραστικών μοντερνιστών διανοουμένων που στρέφονται ενάντια στα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές αντιλήψεις του Διαφωτισμού για τον άνθρωπο, την κοινωνία, την ηθική και την δικαιοσύνη.

 Troubling Legacies: Migration, Modernism and Fascism in the Case of Knut Hamsun (Continuum Literary Studies), Bloomsbury Academic; 2010. Εξαιρετική δουλειά του Peter Sjølyst-Jackson, όπου αποκαλύπτεται ο φασιστικός λόγος του Hamsun από τα πρώτα του έργα. Άκρως ενοχλητικό βιβλίο για όλους αυτούς που προσπάθησαν τις προηγούμενες δεκαετίες να διαχωρίσουν το έργο του Νορβηγού λογοτέχνη από τη ζωή και την δράση του ή και (ακόμα περισσότερο), να τον απαλλάξουν από το άγος της συνεργασίας με τον ναζισμό και τους εχθρούς της πατρίδας του.

Σκλάβοι Της Αγάπης - Κνουτ Χάμσουν  «Σκλάβοι της Αγάπης» (Διήγηση μιας σκλαβας). Τυπικό νεορομαντικό διήγημα του νορβηγού συγγραφέα, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, σε μετάφραση του Βασ. Δασκαλάκη, από τις εκδόσεις της εφημερίδας του διανοούμενου και μετέπειτα στέλεχους της 4ης Αυγούστου, Κωστή Μπαστιά, «Ηχώ της Ελλάδας» (Αθήνα, 1935). Ο τόμος διηγημάτων στο οποίο περιέχεται, έχει τον τίτλο «Νοσταλγοί» και εκτός από τον Βασ. Δασκαλάκη, μεταφραστής σε κάποια διηγήματα είναι και Ζησ. Νησιώτης. Ο τίτλος στα αγγλικά: Slaves of Love. Hamsun, Knut, 1859-1952. Πάνω στο συγκεκριμένο διήγημα, βασίστηκε η χαμένη σήμερα ταινία «Rabi lyubvi» (Ρωσία 1916), του Boris Sushkevich.

Αξίζει να δει κανείς, το δέος και τον θαυμασμό που είχε (ο καθ' όλα αξιόλογος) Βάσος Δασκαλάκης, για τον Νορβηγό συγγραφέα, σε συνέντευξή του στην ίδια εφημερίδα στις 22 Ιουνίου 1935. Τελικά, σε μια υπέροχη μεταφραστική δουλειά, θα μας δώσει όλον τον Χάμσουν στην ελληνική (ή σχεδόν όλο), για να περιοριστεί ο ίδιος σε ένα μόνο μυθιστόρημα και σε μερικά σκόρπια διηγήματα.

Knut Hamsun and the Nazis, του Einar Haugen (Books Abroad, Vol. 15, No. 1 (Winter, 1941), pp. 17-22). Η στάση του Χάμσουν κατά τη γερμανική εισβολή ενάντια στην πατρίδα του· ο Αμερικανο-Νορβηγός συγγραφέας του άρθρου και σπουδαίος γλωσσολόγος, αποδεικνύει ότι τα ναζιστικά δόγματα τα οποία υπηρετούσε ο Χάμσουν με πίστη και συνέπεια, προϋπήρχαν - έστω και σε εμβρυϊκή μορφή - στα βιβλία του, πάνω από πενήντα χρόνια. Ενδιαφέρον, γιατί το άρθρο γράφτηκε το 1941.

Ο Χαμσουνικός πυρετός και οι υποτροπές τουΑφιέρωμα της Αγγέλας Καστρινάκη, στην πρόσληψη του Χάμσουν στην Ελλάδα. Ανακτήθηκε από το site της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών.

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

«Φινλανδικός σταθμός», Απρίλιος 1917

Γιατί σ' αυτές τις έξοχες στιγμές της η ιστορία δε χρειάζεται βοηθούς και στολίδια. Εκεί που μεγαλουργεί ως ποιήτρια η ίδια, είναι στ' αλήθεια αξεπέραστη, και δεν υπάρχει ποιητής ικανός να αναμετρηθεί μαζί της.
(Στέφαν Τσβάιχ, «Οι μεγάλες στιγμές της Ανθρωπότητας»

  Στις 9 Απριλίου 1917, ένα «σφραγισμένο τραίνο», ξεκινάει από τη Ζυρίχη, με προορισμό την Πετρούπολη της Ρωσίας, μέσω Γερμανίας και Σουηδίας. Ανάμεσα στους επιβάτες, είναι και 32 κακοντυμένοι Ρώσοι εμιγκρέδες, ανάμεσα στους οποίους, οι Λένιν, Ζηνόβιεφ και Ράντεκ. Επιστρέφουν στη Ρωσία, μετά από αναγκαστική υπερορία 14 ετών· στόχος, η επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, μέσα από τις εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες που έχει δημιουργήσει ο Μεγάλος Πόλεμος και η αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου στη Ρωσία, η οποία κατάργησε την τσαρική εξουσία.

Ζυρίχη. Το σπίτι που κατοικούσε ο Λένιν, μέχρι τον Απρίλιο του 1917.

Ο μεγάλος συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ, αφιέρωσε ένα κεφάλαιο στο βιβλίο του «Μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας» σε αυτή τη μοναδική ιστορική στιγμή, που έμελλε να αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητας για τις επόμενες δεκαετίες. Επηρεασμένος βαθιά από τον Νίτσε, περιγράφει τον Β.Ι. Λένιν, ως έναν «Υπεράνθρωπο» επαναστάτη, που αυτός και μόνο αυτός, είναι ικανός να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να ξεσπάσει λίγους μήνες μετά η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση. Ενδιαφέρον είναι, ότι ακόμα και «επίσημες» ή «ημιεπίσημες» αφηγήσεις της σοβιετικής ιστορίας, δεν απόφυγαν τη χρήση νιτσεϊκής ορολογίας. (π.χ. «χρειαζόταν στην επανάσταση ένας εγκέφαλος με δύναμη εξαιρετική», «χρειαζόταν μια δύναμη θέλησης τρομαχτική για να πειστούν οι μάζες ότι πρέπει να ακολουθήσουν τον σωστό επαναστατικό δρόμο», «Αυτός ο γίγαντας της θέλησης και της σκέψης ... », κλπ).

Η διαδρομή. Κομβικά σημεία, η μικρή πόλη Sassnitz (ανήκε στην πρώην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία), από την οποία οι επαναστάτες θα περάσουν με φέρυ στη Σουηδία, η Στοκχόλμη και το Τάμπερε της Φινλανδίας.




 Το περίφημο βαγόνι στο Sassnitz, όπου σε όλη την διάρκεια της ζωής της Γερμανικής Λ.Δ. λειτουργούσε «Μουσείο Λένιν», δεχόμενο χιλιάδες τουρίστες ετησίως.

 Μνημείο αφιερωμένο στον Λένιν, στο Sassnitz, που παραμένει ακόμα και σήμερα μια πόλη «κάστρο» της γερμανικής αριστεράς.

 Οι επαναστάτες μπολσεβίκοι στη Στοκχόλμη, 31 Μαρτίου (13 Απριλίου) 1917. Ο Λένιν μπροστά, συζητάει με τον αείμνηστο Σουηδό σοσιαλιστή δημοσιογράφο, ποιητή και ακτιβιστή Ture Nerman (1886-1969)

 Εξιδανικευμένη απεικόνιση των συνθηκών του ταξιδιού, από Pyotr Vasilievich Vasiliev, στην διάρκεια της σταλινικής περιόδου, στα πλαίσια του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Εννοείται οι συνθήκες ήταν χειρότερες, το βαγόνι πολύ πιο στενό και πάνω απ' όλα δεν υπήρχαν μέσα ένοπλοι ερυθροφρουροί ! 

 Ο φινλανδικός σταθμός στην Πετρούπολη, αρχές της δεκαετίας του 1910.

Η τελευταία παράγραφος του αφιερώματος από τον Τσβάιχ:

 Η πρώτη κίνηση του Λένιν στο ρωσικό έδαφος είναι χαρακτηριστική: Δεν προσέχει άτομα, παρά ρίχνεται στις εφημερίδες. Δεκατέσσερα χρόνια λείπει από τη Ρωσία, δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια δεν αντίκρυσε τη ρούσικη γη, δεν είδε τη ρωσική σημαία, ούτε τη στολή του Ρώσου στρατιώτη. Τούτος όμως ο σκληρός ιδεολόγος δε συγκινείται από τέτοια πράγματα, δεν αγκαλιάζει σαν τις γυναίκες τους ανυποψίαστους και ανώνυμους στρατιώτες. Την εφημερίδα πρώτα, την «Πράβδα», για να δει αν το δημοσιογραφικό όργανο του Κόμματος, ακολουθεί με αποφασιστικότητα την καθορισμένη πολιτική γραμμή. Θυμωμένος τσαλακώνει την εφημερίδα «Όχι ! Όχι ! Φτάνει πια. Ακόμα πατριωτισμός και πατριδοκαπηλεία. Ακόμα δεν έχει ξεκαθαριστεί το ζήτημα της κοινωνικής επανάστασης». 

 Είναι καιρός να αρπάξει το τιμόνι και να σπρώξει το μεγάλο του σκοπό προς τη νίκη ή την τελική κατάρρευση. Θα προφτάσει όμως; Τελευταίες ανησυχίες, τελευταίοι φόβοι. Δεν θα τον συλλάβει ο Μιλιούκωφ μόλις πατήσει το πόδι του στην Πετρούπολη;

Οι φίλοι που τον προϋπαντούν στον σταθμό, ο Στάλιν και ο Κάμενεφ, δείχνουν ένα παράξενο και μυστηριώδες χαμόγελο, στο σκοτεινό διαμέρισμα της τρίτης θέσης, που φωτίζεται αβέβαια από ένα μικρό λαμπιόνι. Αποφεύγουν να του απαντήσουν στις ερωτήσεις που τους κάνει, πιθανά δεν θέλουν να του απαντήσουν! 


Η άφιξη του Λένιν· πίνακας του M. G. Sokolov (1875–1953), πάντα στα γνωστά πλαίσια της σταλινικής περιόδου και εννοείται, ο χαμογελαστός Στάλιν ακριβώς πίσω από τον Λένιν. «Αλλά η απάντηση έρχεται από μόνη της, απρόσμενη από την ίδια την πραγματικότητα».

Καθώς η αμαξοστοιχία μπαίνει στον φινλανδικό σταθμό, ο γύρω χώρος είναι γεμάτος από χιλιάδες εργάτες, ενώ τιμητικές φρουρές από όλα τα όπλα, αναμένουν τους μεγάλους επαναστάτες που γυρίζουν από την εξορία. Η Διεθνής, γεμίζει τον αέρα. Οι στιγμές είναι μοναδικές ! Ο Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ, ο άνθρωπος που μέχρι λίγες ημέρες πριν ζούσε στο ταπεινό σπίτι ενός μπαλωματή στη Ζυρίχη, αρπάζεται από δεκάδες χέρια και τοποθετείται σε ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο. Προβολείς από τα γύρω κτίρια και το φρούριο της Πετρούπολης, ρίχνουν τα εκτυφλωτικά τους φώτα πάνω στον Λένιν, που όρθιος στο αυτοκίνητο, εκφωνεί τον πρώτο του λόγο στις λαϊκές μάζες της Πετρούπολης, στον ρωσικό λαό. Οι δρόμοι δονούνται από ενθουσιώδεις ζητωκραυγές και σε λίγο, αρχίζουν οι «Δέκα Ημέρες που συγκλόνισαν τον Κόσμο».
(μετάφραση, Μαρία Λουίζα Κωνσταντινίδη).


  Ο Λένιν ομιλεί στον λαό το βράδυ της 17ης Απριλίου. Πίνακας του A. M. Lyubimov (1879–1955)

«Σύντροφοι στρατιώτες, ναύτες κι εργάτες! Είμαι ευτυχισμένος που χαιρετίζω στο πρόσωπό σας την νικηφόρο Ρωσική Επανάσταση! Που χαιρετίζω το ικανότατο τμήμα της εμπροσθοφυλακής του παγόσμιου προλεταριάτου... Η ώρα έφτασε, που οι λαοί της Ευρώπης απαντώντας στην επίκληση του συντρόφου μας Καρλ Λίμπκνεχτ, θα στρέψουν τα όπλα τους ενάντια στους ξένους καπιταλιστές και τους εκμεταλλευτές τους. Η αυγή της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης ξημέρωσε... Σήμερα, αύριο ίσως, ο ιμπεριαλισμός σ' ολόκληρη την Ευρώπη γκρεμίζεται. Η Ρωσική Επανάσταση που σεις την δημιουργήσατε, στάθηκε η αρχή. Άνοιξε μια καινούργια εποχή. Ζήτω η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση !»


Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η «Ημέρα των Ευχαριστιών» στο Βίτσι, Νοέμβριος 1948

Για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του μαρξιστή στοχαστή και μεγάλου διανοητή Παναγή Λεκατσά, η κατάρρευση της πολιτικής και θιασικής κυριαρχίας της Αγγλίας στην Ελλάδα το 1947 και η αντικατάστασή της από την αμερικανική, είχε ως τελικό αποτέλεσμα να επέλθει ανεπανόρθωτη αλλοίωση στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση του ελληνικού λαού.

Ο «Αμερικανικός Θίασος», κυριάρχησε, εκτός από την πολιτιστική σφαίρα και στην θρησκευτική. Γενικά, κυριάρχησε σε ολόκληρο το εποικοδόμημα. Από το 1947, άρχισε η χώρα να πλημμυρίζει από ακραίες προτεσταντικές αιρέσεις, όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι Αντβεντιστές και από άλλες, περισσότερες συμβατικές, όπως οι Ευαγγελιστές. Ακόμα όμως και η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχθηκε επιδράσεις από το αμερικανικό θιασικό σύμπλεγμα, με τον γιγαντισμό των ήδη υπαρχόντων προτεσταντικού τύπου παρακκλησιαστικών οργανώσεων (Σωτήρ, Ζωή, κλπ), που επικράτησαν στους κόλπους της (από θεολογικής απόψεως, μπορεί να διαβάσει κανείς το «Ερωτικών αμφιλογία ή περί λιβελλοπράγμονος μοναχού», Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1989, όπου ο Χρήστος Γιανναράς αποδεικνύει περίτρανα, την προτεσταντική αρχή όλων αυτών των οργανώσεων).

Χαρακτηριστικό των παραπάνω, είναι το γεγονός, ότι τον Νοέμβριο του 1948,  γιορτάστηκε στο Βίτσι από τον «Εθνικό Στρατό», η περίφημη «Ημέρα των Ευχαριστιών», η Thanksgiving Day. Στην Ημέρα των Ευχαριστιών (25 Νοεμβρίου στις ΗΠΑ), οι πιστοί προσεύχονται και ευχαριστούν τον Ύψιστο, σε ανάμνηση του πρώτου θερισμού των προπατόρων τους, που έφτασαν στον Νέο Κόσμο ασφαλείς, το 1620. Μιλάμε δηλαδή, για μια παραλλαγή μεσαιωνικής αγροτικής γιορτής, που μεταφέρθηκε από τους αποίκους στην αμερικανική ήπειρο τον 17ο αιώνα. Υποτίθεται, ότι στην ορθόδοξη λατρευτική παράδοση, δεν υπάρχει ξεχωριστή ημέρα Ευχαριστίας στον Θεό, αλλά κάθε ημέρα του έτους, αποτελεί ημέρα Ευχαριστίας, Ευγνωμοσύνης και Προσευχής.

Από τις εφημερίδες της εποχής:


Αξίζει να πούμε ότι η «Ημέρα των Ευχαριστιών», αποτέλεσε σημείο διαφωνίας και εντόνων αντιπαραθέσεων στους κύκλους της αμερικανικής Νέας Αριστεράς και στο αντιπολεμικό κίνημα την δεκαετία του 1960-1970. Πολλοί αμερικανοί αριστεροί ριζοσπάστες, πρότειναν η συγκεκριμένη γιορτή να ονομαστεί ως "Εθνική Ημέρα Εξιλασμού" (National Day of Atonement), κατά την οποία το φαγοπότι να αντικατασταθεί από αυστηρή νηστεία, προκειμένου να τιμηθεί η μνήμη του Ολοκαυτώματος εκατομμυρίων γηγενών Αμερικανών, από τους άποικους, που αποτέλεσαν τη μαγιά της δημιουργίας των ΗΠΑ.

Η βασική αντίρρηση πολλών αριστερών που γιόρταζαν και συνέχιζαν να γιορτάζουν τη συγκεκριμένη ημέρα ήταν ότι "εντάξει, πρόκειται για μια γιορτή που συνδέεται με μια βρώμικη και δόλια ιστορία· παρά ταύτα, μπορούμε να συνεχίσουμε να γιορτάζουμε την ημέρα, αποκλειστικά για την οικογένεια και τους φίλους μας". Το πάνω επιχείρημα χωλαίνει, αφού χρησιμοποιεί τα βασικά νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα της υπεροχής του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με τη συλλογική δράση και διδάσκει την επιστροφή στο ατομικό και ιδιωτικό-οικογενειακό πεδίο (με μια ζωή που να ρυθμίζεται βασικά από την κατανάλωση).

Όπως και ν αείναι πάντως, οι παραδοσιακοί Αμερικανοί κομμουνιστές (και οι ελληνοαμερικανοί) των περασμένων δεκαετιών (1940 και 1950s), δε φαίνεται να είχαν τέτοιους προβληματισμούς.

Από το σπουδαίο έργο του Κώστα Καρπόζηλου, Κόκκινη Αμερική: Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου, 1900-1950 (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017), ένα απόσπασμα σχετικό με το θέμα, που παρουσιάζει την πολιτιστική διάχυση των Αμερικανών ελληνικής καταγωγής, έστω και αριστερών-κομμουνιστών, στις παραδοσιακές αξίες του λεγόμενου αμερικανισμού. Η ίδια ακριβώς διάχυση θα επιχειρηθεί και με την πολιτική και πολιτιστική κυριαρχία των ΗΠΑ στην Ελλάδα, μετά το 1947:

Η τρίτη καταχώρηση, στην τελευταία σελίδα του δελτίου Voice of Hel­lenic American Youth, αφορούσε τις χοροεσπερίδες που οργάνωναν τμή­ματα της International Workers Order για την Ημέρα των Ευχαριστιών. Ο εξαμερικανισμός του ελληνοαμερικανικού κομμουνισμού εξηγεί την ένταξη της Ημέρας των Ευχαριστιών στο ημερολόγιο της οργάνωσης. Οι Ελληνοαμερικανοί «νέοι πρωτοπόροι» αποδείκνυαν, με τον τρόπο αυτό, την εξοικείωση της δεύτερης μεταναστευτικής γενιάς με την κα­τεξοχήν αμερικανική γιορτή. Στ' αυτιά τους, η ριζοσπαστική κριτική της δεκαετίας του 1960 στην Ημέρα των Ευχαριστιών σε σχέση με την εκδίωξη των αυτοχθόνων πληθυσμών θα ηχούσε, πιθανότατα, παράδο­ξα. Αυτοί πολιτικοποιούσαν την ημέρα, όχι απορρίπτοντάς την, αλλά προσδίδοντάς της το κοινωνικό και πολιτιστικό πρόσημο της αμερι­κανικής Αριστεράς: κάποιος σύντροφος θα έβγαζε έναν σύντομο λόγο για τα επείγοντα ζητήματα της περιόδου, η μουσική θα περιελάμβανε τις μελωδίες του δημοφιλή κομμουνιστή βάρδου Πολ Ρόμπσον και οι συζητήσεις της βραδιάς θα ανατροφοδοτούνταν από τα όσα συνέβαιναν στον περίγυρο και στο νοητικό σύμπαν της οργάνωσης. Οι Ελληνοαμε­ρικανοί «νέοι πρωτοπόροι», όπως κάθε αμερικανική παρέα, έκαναν εν τέλει αυτό που απαιτούσε η ημέρα: απόλαυσαν μια γεμιστή γαλοπούλα.


Το δώρο που περίμενε τον μεγάλο τυχερό της βραδιάς αποδείκνυε με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι οι νέοι Αμερικανοί κομμουνιστές ήταν άνθρωποι της εποχής τους. «Μια ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ» ήταν το έπαθλο της καθιερωμένης λοταρίας· «ναι, καλά ακούσατε, μια ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ», επα­ναλάμβανε η ανακοίνωση στην τελευταία σελίδα του Voice of Hellenic American Youth. Στη μικρή αυτή λεπτομέρεια της χοροεσπερίδας της Ημέρας των Ευχαριστιών συμπυκνώνεται η μεγαλύτερη πρόκληση με την οποία καλούνταν να αναμετρηθεί η αμερικανική Αριστερά: ο αναγεννημένος αμερικανικός καπιταλισμός μπορούσε να εγγυηθεί την πρόσβαση περισσότερων από ποτέ ανθρώπων σε έναν θαυμαστό, και διαρκώς επεκτεινόμενο, κόσμο κατανάλωσης και υπηρεσιών.

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ας μιλήσουμε για την Angela Calomiris

Γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης το 1916, από ελληνοαμερικανούς γονείς. Ο πατέρας της, εργάτης σε γουναράδικο, έμεινε άνεργος στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και η οικογένειά της, για κάποια χρόνια θα στερηθεί τα στοιχειώδη. Παρά ταύτα, η νεαρή Άντζελα, με λεσβιακό σεξουαλικό προσανατολισμό και έκδηλη αρρενωπότητα, θα δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά ως φωτορεπόρτερ, ενώ θα ασχοληθεί και με την καλλιτεχνική φωτογραφία, με μέντορα τον μεγάλο φωτογράφο Sid Grossman. Ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, θα ενταχθεί σε μια φωτογραφική συλλογικότητα, με ριζοσπαστικό κοινωνικό και αριστερό προσανατολισμό, την περίφημη και ιστορική πια, Photo League, της οποία ιδρυτές ήταν ο Sid Grossman και ο επίσης σπουδαίος Sol Libsohn.



«Πατέρα και γιος», φωτογραφία της Angela Calomiris, κάπου μεταξύ 1938-1942. Η φωτογραφία παρουσιάστηκε στην έκθεση «The Women of the Photo League at Higher Pictures Gallery», Νέα Υόρκη 2009.

Το 1942, η Calomiris, θα προσεγγιστεί από δύο πράκτορες του FBI. Θα της προτείνουν να ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, προκειμένου να συγκεντρώσει όσα περισσότερα στοιχεία μπορεί για τα μέλη του και τις οικονομικές δραστηριότητές του. Η Calomiris, θα δεχθεί την πρόταση των πρακτόρων και σε λίγο, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την αριστερή συλλογικότητα στην οποία ανήκε, θα στρατολογηθεί στο Κόμμα.

Με το ζήλο του νεοφώτιστου, θα αρχίσει να εργάζεται στην αρχή ως κατώτερο και στη συνέχεια ως μεσαίο στέλεχος, σκληρά για το ΚΚ. Η δουλειά της, καθαρά γραφειοκρατική, στα πλαίσια του οικονομικού τμήματος, γεγονός που θα της δώσει την μοναδική ευκαιρία να συγκεντρώσει ένα τεράστιο αριθμό δεδομένων για τις ταυτότητες των μελών του κόμματος, για τις οικονομικές του δραστηριότητες, για τις σχέσεις του με συνδικαλιστικές και πολιτιστικές οργανώσεις που λειτουργούσαν ως προμετωπίδες, κλπ. Όλα αυτά τα στοιχεία, θα τα παραδίδει σε τακτικά χρονικά διαστήματα στο FBI, έναντι εννοείται αδρής χρηματικής αμοιβής· παράλληλα θα συνεχίσει να πληρώνεται για την δουλειά της στη φωτογραφία.

Τον Απρίλιο του 1949, αρχίζει μια σειρά δικών ενάντια στα ηγετικά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Η βασική κατηγορία είναι ότι αποτελούν πράκτορες ξένης δύναμης και ως στόχο έχουν τη βίαιη ανατροπή μέσω επανάστασης, της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Οι δίκες θα κρατήσουν σχεδόν μέχρι το 1958 και θα οδηγήσουν πολλούς Αμερικανούς κομμουνιστές στις ομοσπονδιακές φυλακές, για πολλά χρόνια.





Στιγμιότυπο από την δίκη του Απριλίου 1949. Ο Benjamin Davis, εκδότης της εφημερίδας του ΚΚ Daily Worker, υπεύθυνος για την πολιτική του κόμματος στους έγχρωμους και ο βετεράνος του ισπανικού εμφυλίου και του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου Robert G. Thompson, μαζί με υποστηρικτές τους.


Η βασική υπερασπιστική γραμμή των κομμουνιστών ήταν ότι επιδίωκαν την κατάληψη της εξουσίας με νόμιμα κοινοβουλευτικά μέσα και ότι η δίωξή τους, ήταν ενάντια στις αρχές του αμερικανικού συντάγματος που προστάτευαν την ελευθερία της οργάνωσης και την ελευθερία του λόγου. Από την πρώτη δίκη όμως, έγινε άμεσα αντιληπτό από τους κατηγορούμενους, ότι οι διωκτικές αρχές, γνώριζαν πολλά και είχαν συσσωρεύσει έναν τεράστιο αριθμό στοιχείων, που μόνο από εσωτερική πληροφόρηση θα μπορούσε να προέρχεται.

Πράγματι, η Angela Calomiris, από την πρώτη δίκη, θα αποκαλυφθεί δημόσια και θα καταθέσει επίσημα ενάντια στους κατηγορούμενους, αφήνοντας άναυδους τους παλιούς φίλους και συντρόφους της. Η συνεισφορά της στην καταδίκη των ηγετών του Κ.Κ. ήταν καταλυτική, όπως και στο κλείσιμο, δύο χρόνια μετά, από τις δικαστικές αρχές, της Photo League.

Η κυρία Calomiris, λίγο μετά τα γεγονότα, θα κερδίσει μια σύντομη και εντελώς επιφανειακή δημοσιότητα. Θα δώσει συνεντεύξεις σε εφημερίδες, περιοδικά, θα πρωταγωνιστήσει σε ραδιοφωνικές εκπομπές. Θα γράψει μάλιστα και τα απομνημονεύματά της, όπου και θα τα εκδώσει το 1951, θέλοντας να εμφανίσει τον εαυτό της ως μια νέα Μάτα Χάρι, που εργάστηκε για την πατρίδα της. Στο βιβλίο της θα δείξει ένα εντυπωσιακά κενό και ταυτόχρονα κυνικό χαρακτήρα, λοιδορώντας και σαρκάζοντας συνεχώς τους πρώην κομμουνιστές συντρόφους και συνεργάτες της, μεταξύ άλλων και τον Sid Grossman. Περιγράφει τα μέλη του Κόμματος ως άτομα «πληκτικά μέχρι θανάτου», τους κατηγορεί για ρατσισμό, ενώ θεωρεί ως κίνητρο ένταξης για τους πιο πολλούς, την έλλειψη ικανοποιητικής κοινωνικής ζωής. Το βιβλίο της δεν θα έχει κάποια εμπορική επιτυχία, ενώ ο ισχυρισμός της ότι τα έκανε όλα για «την δόξα» δεν θα γίνει πιστευτός από κανέναν, αφού όλοι γνώριζαν ότι το κίνητρο ήταν τα χρήματα και μόνο αυτά.

Για το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ όμως, θα αρχίσει μια μακριά περίοδος «ενδοσκόπησης», οργανωτικής παρακμής· η πρακτορολογία και  οι διαδικασίες συνεχούς «επαγρύπνησης», που θα χαρακτηρίζουν την δράση του στα επόμενα χρόνια, θα είναι ισοδύναμα με μία «γενική και μη αναστρέψιμη μιζέρια», γεγονός που θα το οδηγήσει σχεδόν στην εξαφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Το ΚΚ ΗΠΑ, μετά την άνοδό του κατά την διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης και την οργανωτική του ακμή στην περίοδο του «αντιφασιστικού αγώνα» με τα γνωστά λαϊκομετωπικά σχήματα, θα αποτελέσει τον μεγάλο ηττημένο του «Ψυχρού Πολέμου».






Η πράκτορας θα ξεχαστεί σύντομα και εννοείται, δεν θα μπορέσει ποτέ πια να δουλέψει ως φωτογράφος, ακόμα και σε mainstream συντηρητικά media. Θα αναγκαστεί να μετακομίσει στη Μασαχουσέτη, όπου θα ανοίξει ένα πανδοχείο. Πέθανε στις 30 Ιανουαρίου 1995 στο San Miguel de Allende του Μεξικού.


Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Βερολίνο 1918-1919 : Η Νοεμβριανή Επανάσταση και οι Σπαρτακιστές

25 φωτογραφίες από το αρχείο του Ηλία Πετρόπουλου, όπως δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Ιχνευτής", τον Νοέμβριο του 1988, στα πλαίσια αφιερώματός του στη ζωή και στην εποχή της Ρόζας Λούξεμπουργκ. 

Τα σχόλια είναι του Ηλία Πετρόπουλου. 

Η εξέγερση άρχισε τον Οκτώβριο του 1918 στον πολεμικό ναύσταθμο του Κιλ. Αμέσως ξεσηκώθηκαν στο Βερολίνο το προλεταριάτο και οι στρατιώτες. Η κατατρομαγμένη μπουρζουαζία έβλεπε να επαναλαμβάνεται το επάρατο σοβιετικό σενάριο. Η επανάσταση ξεκινάει στις 9 Νοεμβρίου του 1918.











Τα πρώτα θύματα της επανάστασης κηδεύονται . Οι Σπαρτακιστές είναι εξαγριωμένοι. Η μπουρζουαζία επαφίεται στο επιτελείο, μα οι στρατηγοί δεν έχουν εμπιστοσύνη στους φαντάρους της πρωτεύουσας. Θα καλέσουν τα πρωσικά τάγματα ...





















Ο λαός εξαντλείται σε ανώφελες επιδείξεις. Η σοσιαλδημοκρατία ελπίζει ότι το επιτελείο θα τσακίσει τους Σπαρτακιστές. Υποτίθεται πως υπάρχει κάποια κυβέρνηση. Οι επαναστάτες διστάζουν ν' αρπάξουν την εξουσία.














Ο Δεκέμβριος αρχίζει να κυλάει με σποραδικές οδομαχίες. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι περισσότερο διανοούμενη απ' όσο χρειάζεται. Και γι' αυτό δηλώνει: θα ήταν εγκληματικό λάθος το να πάρουμε σήμερα την εξουσία. Η μεγάλη σφαγή προετοιμάζεται μεθοδικά μέσα στις κλειστές αίθουσες του επιτελείου.




 


Ο Λίμπκνεχτ βγάζει συνεχώς λόγους. Η σοσιαλδημοκρατία τον έχει απομονώσει για τα καλά. Στις 16 Δεκεμβρίου μπαίνει στο Βερολίνο η πρωσική φρουρά. Οι κατασυγκινημένοι μπουρζουάδες ραίνουν με άνθη τους πιστούς στρατιώτες. Η ευγνωμοσύνη είναι πολύ ευάισθητο αίσθημα. 



Στις 9 Ιανουαρίου 1919 ο Λίμπκνεχτ βγάζει τον τελευταίο του λόγο. Στις 15 Ιανουαρίου πιάνουν τον Λίμπκνεχτ και την Λούξεμπουργκ και τους δολοφονούν με τον τρόπο που μόνον η κτηνώδης μπουρζουαζία ξέρει να δολοφονεί. Φυσικά, επακολούθησε μια μεγαλειώδης κηδεία για να ξεθυμάνει ο λαός.
















Ο λαός κατέχει το δρόμο,αλλά δεν κατέχει την εξουσία. Φαντάροι, ναύτες και προλετάριοι έχουν πιάσει τα κεντρικά σημεία του Βερολίνου, αλλά διστάζουν να προχωρήσουν. Αυτόν τον δισταγμό, θα τον πληρώσουν με το τομάρι τους.















Ο στρατός προβαίνει σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Αρχίζοντας από το κέντρο, καταλαμβάνει μία-μία όλες τις εργατικές συνοικίες, χρησιμοποιώντας πολυβόλα, κανόνια, τεθωρακισμένα και, προπάντων φλογοβόλα.











Οι επαναστάτες δεν έχουν παρά να τραγουδήσουν το Επέσατε θύματα. Όπως απεδείχθη, οι Σπαρτακιστές δεν ήσανε προετοιμασμένοι για ν' αντιμετωπίσουν μια στρατιωτική επέμβαση είτε των πρωσικών ταγμάτων, είτε της Λαϊκής Φρουράς που είχε οργανώσει ο καγκελάριος Έμπερτ.










Οι Σπαρτακιστές δεν ξέρανε ότι τα στρατευμένα παιδιά του λαού μπορούν κάλλιστα, να σκοτώνουν τα επαναστατημένα παιδιά του λαού. Σήμερα πια το ξέρουμε, αφού όλοι οι δικτάτορες δεν βασίζονται στην αστυνομία, αλλά στον στρατό.


















Το τέλος υπήρξε μακάβριο. Οι στρατιώτες ετουφέκιζαν επί τόπου, όποιον επαναστάτη έπιαναν. Στην συνοικία του Λίχτενμπεργκ έγινε το μεγάλο μακελειό. Τον Μάρτιο του 1919 όλα είχαν τελειώσει. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ξεπήδησε μέσα από το αίμα των Σπαρτακιστών.












Ωστόσο, η επανάσταση έπιανε να κατηφορίζει προς την Βαβαρία. Στις 13 Απρίλίου του 1919 ξεσηκώθηκαν οι Σπαρτακιστές του Μονάχου. Ο λαός είχε εξαγριωθεί από την δολοφονία του Κουρτ Άϊσνερ. Την ίδια στιγμή οι μπουρζουάδες της Λειψίας απαιτούσαν να σταματήσει το χάος και η αναρχία. Σε λίγο θα ξεσπάσει η επανάσταση του Μπέλα Κουν.



















Σημείωση Μ.Ι.: Δεν ήταν μόνο η επανάσταση του Νοεμβρίου και η αιματηρή καταστολή της, από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Σε όλη την διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι διώξεις ενάντια στους αντιπάλους της, θα συνεχιστούν αμείωτες. Τα έκτροπα των παρακρατικών σωμάτων και συμμοριών στην αιματηρή κατάπνιξη της απεργίας στην κοιλάδα του Ρουρ, η δολοφονική επίθεση ενάντια στους διαδηλωτές του Αμβούργου, οι απροκάλυπτα βίαιες επιθέσεις ενάντια στις αριστερές κυβερνήσεις της Βαβαρίας, Θουριγγίας και της Σαξονίας, θα αποτελέσουν μερικές από τις πλέον μελανές σελίδες στην ιστορία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, σελίδες που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από ανάλογες των Ναζί.

Από τα παρακρατικά σώματα που δημιούργησαν οι Έμπερτ, Νόσκε, θα ξεπηδήσουν τα "Τάγματα Εφόδου" και ο ναζισμός. Η σφαγή των Σπαρτακιστών θα ανοίξει τον δρόμο στον Χίτλερ, όσο και να προσπαθούν οι λειτουργικοί διανοούμενοι της μπουρζουαζίας να μας πείσουν, ότι "για την άνοδο του ναζισμού", έφταιγαν τάχα οι κομμουνιστές, "γιατί δεν υποστήριξαν την σοσιαλδημοκρατία στο μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα και στα ... δημοκρατικά της σχέδια". Μιλάμε για μια αήθη, αλλά και γελοία προσπάθεια πλαστογράφησης της ιστορίας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, προκειμένου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα να βγει αθώο και ανέγγιχτο από όλη αυτήν τη βρώμικη ιστορία.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Μίτσιγκαν, 1913. Η Μεταλλευτική Εταιρεία Κάλουμετ και Χέκλα, ανακοινώνει πανηγυρικά, μέρισμα 400 δολαρίων στους μετόχους της. 

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, 15.000 χαλκωρύχοι της ίδιας εταιρείας, με μεροκάματο περίπου ένα δολάριο την ημέρα, ξεκινούν έναν επίπονο και σκληρό απεργιακό αγώνα που θα κρατήσει σχεδόν εννέα μήνες και θα αποτελέσει μία από τις συγκλονιστικότερες κινητοποιήσεις στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. 

Οι στόχοι του αγώνα, δεν θα είναι άλλοι, από τη μείωση των ωρών εργασίας, την αύξηηση του μεροκάματου και την αναγνώριση του ταξικού τους συνδικάτου, της Δυτικής Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων. 

Η εργοδοσία, αρνήθηκε τα αιτήματα των εργατών, δίνοντας μόνο κάποιες αόριστες υποσχέσεις, για κάποια αύξηση του ημερομισθίου. 

Ο ταξικός αγώνας, θα είναι ανελέητος και σε κάποιες περιπτώσεις θα πάρει τη μορφή ενός μίνι εμφυλίου πολέμου. Απεργοσπάστες, η έφιππη πολιτοφυυλακή της Πολιτείας του Μίτσιγκαν, ιδιωτικοί μπάτσοι και μπράβοι-κοινωνικά αποβράσματα, θα μπούν στην υπηρεσία των αφεντικών. 



Ηγετική μορφή από την πλευρά των εργατών, η σλοβενικής καταγωγής, Annie Clemenic, μια νέα και δυναμική γυναίκα, που οι εργάτες την αποκαλούσαν χαϊδευτικά (λόγω του ύψους της, 1,88  μέτρα), "Big Annie".



Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1913, η Annie, θα οργανώσει στoν δεύτερο όροφο του κτιρίου  Italian Hall στην (τότε - σήμερα είναι ένα χωριό 700 κατοίκων) κωμόπολη Calumet, ένα χριστουγεννιάτικο πάρτυ, προκειμένου να διασκεδάσουν τα παιδιά των απεργών. 



Το τι έγινε, μας το περιγράφει η κομμουνίστρια ακτιβίστρια και συνδικαλίστρια Έλα Ριβ Μπλουρ ("μάνα" Μπλουρ), που βρισκόταν εκεί, στο βιβλίο της "Είμαστε πολλοί":

Παραμονή Χριστουγέννων, τα παιδιά θα μαζευτούν στην αίθουσα που η Άννι είχε στολίσει το δέντρο. Αφού τραγουδήσαμε όλοι μαζί, μοιράστηκαν τα δώρα και μια δεκατριάχρονη με μακριές κοτσίδες, φινλανδικής καταγωγής, κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει.

Η πόρτα άνοιξε και κάποιος άρχισε να φωνάζει "Φωτιά, φωτιά". 

Δεν υπήρχε πυρκαγιά, δεν υπήρχε καμιά φωτιά. Τα παιδιά όμως, πανικόβλητα και σε εντελώς αλλόφρονη κατάσταση, άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο προκειμένου να σωθούν, παρά το γεγονός ότι η Άννι προσπαθούσε συνέχεια να τα καθηυσχάσει, φωνάζοντας, "ηρεμήστε παιδιά, δεν υπάρχει φωτιά". 

Όσοι είμαστε γύρω από την εξέδρα, δεν μπορούσαμε να δούμε πόσα παιδιά έλειπαν, η αίθουσα ήταν ακόμα γεμάτη. Η μικρή συνέχιζε να παίζει πιάνο...

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και η πίσω πόρτα της αίθουσας άνοιξε. Ένας άντρας μπήκε, κρατώντας στην αγκαλιά του ένα άψυχο παιδικό κορμάκι. Στη συνέχεια ακολούθησε ένας άλλος κι ένας άλλος ... Τα νεκρά παιδάκια αφήνονταν στην εξέδρα, κάτω από το δέντρο. Εβδομήντα τρία παιδιά, όλα νεκρά. 
>>>
Στην αίθουσα βασίλευε νεκρική σιγή. Το θέαμα ήταν φρικτό. Η Άννι άρχισε να ουρλιάζει: "Είναι και άλλα; Εϊναι και άλλα παιδιά;". Ένας μπάτσος της είπε ατάραχα: - Τι κάνεις έτσι; Δικά σου είναι όλα αυτά; Η Άννι απάντησε κλαίγοντας με λυγμούς: - Δικά μου είναι, είναι όλα δικά μου ... 



Μαζί με τους γονείς που έσπευδαν αλλόφρονες να βρουν και να πάρουν τα παιδιά τους, κατέφτασαν και οι παπάδες. Άρχισαν να προσεύχονται για τους νεκρούς... Τους προηγούμενους μήνες είχαν ταχθεί ενάντια στην απεργία, κήρυτταν συνέχεια από τον άμβωνα για το πόσο καταστροφική ήταν. Αυτό παραήταν πολύ για την Άννι. Φώναζε συνέχεια:
"- Μην αφήσετε τους παπάδες, τους απεργοσπάστες παπάδες να αγγίξουν τα παιδά". Οι μπάτσοι τη συνέλαβαν.  
 
Τις ημέρες που ακολούθησαν, έγινε αστυνομική και δικαστική έρευνα. Το αποτέλεσαμα αναμενόμενο: Κανείς δεν έμαθε ποιοι ήταν αυτοί που έσπειραν τον πανικό. Το όνομα αυτού που πρώτος φώναξε "φωτιά", δεν έγινε ποτέ γνωστό. Οι εργάτες όμως ήταν σίγουροι πως ήταν κάποιος πληρωμένος πράκτορας της εταιρείας που ήθελε να διαλύσει τη γιορτή. 

Η απεργία, αν και αποτυχημένη, θα αποτελέσει σταθμό για την περαιτέρω ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η περιοχή παρήκμασε. Ο χαλκός έχασε την αρχική του σημασία για τη βιομηχανία, τα ορυχεία εξαντλήθηκαν, οι περισσότεροι εργάτες μετακινήθηκαν στα εργοστάσια αυτοκινήτων του Ντιτρόιτ ή στρατεύθηκαν μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917. Το τελευταίο ορυχείο χαλκού θα στην περιοχή, θα κλείσει το 1995.

Σήμερα το μόνο που θυμίζει την καταστροφή είναι ένα σεμνό μνημείο στο χωριό Calumet και κάποια τραγούδια όπως αυτό του Woody Guthrie, "1913 massacre", που θα το ξαναφέρει στην επιφάνεια ο Bob Dylan την δεκαετία του 1960. 




Παραπομπές:


- Ο κατάλογος των θυμάτων. Κυρίως παιδιά μεταναστών από τη Φινλανδία.

- "Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών" του Ζιν. Αν και δεν κάνει μνεία στο γεγονός, δεν παύει να είναι βιβλίο αναφοράς για την κοινωνική ιστορία των ΗΠΑ, του εργατικού της κινήματος και της επαναστατικής κατάστασης που προηγήθηκε του Μεγάλου Πολέμου, στη λεγόμενη "προοδευτική περίοδο" των ετών 1900-1917. 

- Ella Reeve Bloor, We Are Many: An Autobiography. New York: International Publishers, 1940. Η αυτοβιογραφία της "Μάνας Μπλουρ", της αριστερής φεμινίστριας που η δράση της άφησε εποχή στο αμερικανικό εργατικό κίνημα. 

- "Labor's Untold Story", των Richard O. Boyer, Herbert Morrais, 
Cameron Associates; Πρώτη έκδοση (1955). Μεγάλο βιβλίο, από δύο επίσης μεγάλους συγγραφείς, ιστορικούς του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η ενδελεχής και ακριβής γνώση του παρελθόντος, επιτρέπει να ατενίζεις το μέλλον αισιόδοξα.


Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Υπόθεση "Ειδικό Δικαστήριο", Παρίσι 21 Αυγούστου 1941

Ή αλλιώς, "Η υπόθεση του Ειδικού Τμήματος του Εφετείου των Παρισίων".

21 Αυγούστου 1941, Παρίσι, υπό γερμανική κατοχή. Στο μετρό, την 8η πρωινή, ένας άγνωστος νέος, δολοφονεί εν ψυχρώ, τον Γερμανό δόκιμο αξιωματικό του Ναυτικού, Alfons Moser. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, δράστης της επίθεσης, ήταν ο Pierre Georges, κομμουνιστής νεολαίος, που θα γίνει γνωστός στην διάρκεια της Αντίστασης με το θρυλικό προσωνύμιο “Συνταγματάρχης Fabien”. Ο Pierre Georges, αποφάσισε την εκτέλεση, ως αντίποινα για τη σύλληψη από τους Γερμανούς, κομμουνιστών, ελευθερομασόνων και Εβραίων, μια απόφαση, που η υλοποίησή της, σήμαινε και το πέρασμα της γαλλικής αντίστασης ενάντια στους Γερμανούς, σε μια νέα ποιότητα, αυτή, της ένοπλης, στρατιωτικής πια, αντιπαράθεσης.

Το Γερμανικό Ναυτικό, μετά το συμβάν, με επίσημο έγγραφό του στη γαλλική κυβέρνηση, ζητάει:

- Αντίποινα.
- Πληροφόρηση για τις εκτιμήσεις και εν γένει τις αντιλήψεις της γαλλικής κυβέρνησης, επί του θέματος. Απειλεί δε, ότι σε περίπτωση επανάληψης παρόμοιου γεγονότος, θα εκτελεστούν άτομα, ανήκοντα στη γαλλική ελίτ, είτε οικονομική, είτε πνευματική, ανεξάρτητα των πολιτικών πεποιθήσεών τους.


Η δοσιλογική γαλλική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Στρατάρχη Πεταίν, απαντάει ότι η δολοφονία ήταν έργο των κομμουνιστών και επί τούτο, λαμβάνει τα εξής μέτρα:

- Άμεση συγκρότηση Ειδικού Δικαστηρίου (Section spéciale), του οποίου οι αποφάσεις θα ήσαν αμετάκλητες, χωρίς δικαίωμα έφεσης ή αναστολής από την πλευρά των καταδικασθέντων.
- Άμεση υποβολή των δικογραφιών των κυριότερων φυλακισμένων κομμουνιστικών στελεχών που βρίσκονται υπό την ευθύνη της
(μιλάμε για δευτεροκλασσάτα στελέχη, αφού οι σπουδαιότεροι και οι έχοντες σοβαρή δράση, παραδίδονταν από τη Γαλλική Αστυνομία κατευθείαν στη Γκεστάπο).
- Άμεση εκδίκαση και εκτέλεση των καταδικαστικών αποφάσεων σε δημόσιο χώρο και μάλιστα με Νόμο, που καταδικάζει σε θάνατο την κομμουνιστική δράση και προπαγάνδα. Το άρθρο 10 του Νόμου, έδινε και την αναδρομική ισχύ του: "Η ποινική δίωξη δύναται οποτεδήποτε να ασκηθεί, ασχέτως αν η πράξη έχει τελεστεί πριν της δημοσιεύσεως του Νόμου".

Πραγματικά, αμέσως μετά, δημοσιεύτηκε αυτός ο Αναγκαστικός Νόμος, με ημερομηνία μάλιστα προγενέστερη, 14 Αυγούστου 1941, προκειμένου να μη φανεί στην κοινή γνώμη, ότι υπήρχε σχέση με την υπόθεση της δολοφονίας του Γερμανού δόκιμου.

Συντάκτης του νόμου, ήταν ένα επιφανής νομικός, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Παρίσι, ο Joseph Barthélemy, που υπηρέτησε ως υπουργός Δικαιοσύνης στην Τέταρτη και Πέμπτη Κυβέρνηση Πεταίν (Φεβρουάριος 1941 – Απρίλιος 1942). [Σημειωτέον, ο Joseph Barthélemy ήταν ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους διανοούμενους του Μεσοπολέμου, με πλούσιο επιστημονικό έργο – από τον πολιτικό και οικονομικό φιλελευθερισμό, λόγω του φόβου του από τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών κατά την περίοδο της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας, θα περάσει στην Άκρα Δεξιά και στο φασισμό και θα υπηρετήσει πιστά τον Πεταίν και το καθεστώς του Βισύ. Θα βρει τον θάνατο από καρκίνο στη φυλακή το 1945, πριν προλάβει η Ελεύθερη Γαλλία να τον δικάσει].

Ο Νόμος ήταν εξωφρενικός, αφού παραβίαζε όλες τις παραδοσιακές νομικές αρχές κάθε πολιτισμένου κράτους και ακόμα περισσότερο το ίδιο το γαλλικό Σύνταγμα, που από τον Σεπτέμβριο του 1791, όριζε ότι: α. Κανένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, β. Κανένας δεν μπορεί να καταδικαστεί σε δεύτερη ποινή για το ίδιο αδίκημα.

Παρά ταύτα, η υλοποίηση της απόφασης έπρεπε να προχωρήσει και άμεσα – όχι χωρίς αντιδράσεις και παραιτήσεις από ευσυνείδητους δικαστικούς – συστήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο, που θα δίκαζε και εκ των προτέρων θα καταδίκαζε τους φυλακισμένους κομμουνιστές, που ήσαν ήδη μέσα με χαμηλές ποινές για την προηγούμενη δράση τους.

Τελικά, παρά την αρνητική ψήφο ενός ευσυνείδητου δικαστικού, του René Linais, καταδικάστηκαν σε θάνατο οι κομμουνιστές, André Bréchet , Emile Bastard, και Αβραάμ Trzebrucki, οι οποίοι θα οδηγηθούν στη γκιλοτίνα στις 28 Αυγούστου 1941. Στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου, θα καταδικαστούν σε θάνατο, ακόμα τέσερις κομμουνιστές, μεταξύ των οποίων και ο πρώην βουλευτής του Κ. Κ. Γαλλίας, Ζαν Κοτελάς. Ο τέταρτος, θα καταδικαστεί ως "πριμ" για τους Γερμανούς, προκειμένου να αποζημιωθούν για την όποια καθυστέρηση στην εκτέλεση των αποφάσεων (ο ορισμός του απόλυτου εξευτελισμού).

[Ένας μεγάλος κύκλος βίας θα ανοίξει και δεν θα τελιώσει, παρά μόνο τους πρώτους μήνες μετά την Απελυεθέρωση. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, στο τέλος της Κατοχής, θα μετρήσει περίπου 75.000 εκτελεσμένα μέλη και θα πάρει τον τιμητικό τίτλο του "κόμματος των εκτελεσμένων". Μεταξύ των νεκρών, θα είναι ηγετικά στελέχη, όπως ο συνδικαλιστής Pierre Semard, ο δημοσιογράφος Gabriel Péri (Peri), ο πολύ γνωστός μας, φιλόσοφος Πολιτσέρ, ο μαρξιστής στοχαστής Valentin Feldman. Τόπος εκτελέσων,  ο Λόφος Βαλεριάν (Μον Βαλεριάν), που ο Λουί Αραγκόν, ονόμασε "Γολγοθά του Παρισιού"].

Ο θλιβερός Joseph Barthélemy, προσφωνώντας τους επίσης θλιβερούς δικαστές του Ειδικού Δικαστηρίου, είπε : “χαιρετίζω τη σοφία σας, την ανεξαρτησία στο χαρακτήρα σας και την ευσυνειδησία σας”. Μιλάμε για ανέκδοτο βέβαια, αφού οι δικαστές καταδίκασαν συνειδητά αθώους ανθρώπους σε θάνατο, προκειμένου να μην θιχτούν άνθρωποι της γαλλικής αριστοκρατίας.

Όσο αφορά τους εκτελεσθέντες, κράτησαν όλοι τους άψογη στάση, τόσο ως κομμουνιστές, όσο και ως πατριώτες. Ως σφραγίδα της υπόθεσης, αξίζει να αναφερθεί ένα απόσπασμα από την τελευταία επιστολή του Μπρεσσέ προς τη σύζυγό του:
“θεωρώ ότι απόψε ή αύριο δεν θα είμαι πια παρά μια ανάμνηση, θα πεις στο μικρό, ότι ο πατέρας του πέθανε υπερασπίζοντας τη ζωή των ταπεινών ανθρώπων, υπερήφανος ως Γάλλος και ως κομμουνιστής, χωρίς να μετανιώσει ποτέ για τίποτα”.


Ο André Bréchet.




Ο μόλις 21 ετών κομμουνιστής, Emile Bastard. Είχε ήδη καταδικαστεί σε τριετή φυλάκιση για "κομμουνιστική δράση" και ανέμενε την απόφαση του Εφετείου στο οποίο είχε προσφύγει.




Διαβάστε:

- Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ του HERVE VILLERE Πρόλογος ΜΙΧ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Μετάφραση ΕΥΓΕΝΙΑ ΖΗΚΟΥ. VILLERE HERVE Εκδόσεις ΑΛΜΑ, Αθήνα 1975 ή 1976. Στα γαλλικά, L'affaire de la Section spéciale.

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος παύθηκε επί Χούντας από Πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας και διώχθηκε, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει την απόλυση των δικαστικών που ήταν μη αρεστοί στο Καθεστώς των συνταγματαρχών. Υπερασπιζόμενος την έννοια της Δικαιοσύνης, έστω και με την αστική φιλοσοφική της έννοια, είπε το περίφημο “ουδείς διώκεται αναπολόγητος”. Στον πρόλογό του, γράφει μεταξύ άλλων: “σε βάραθρο μπορεί να πέσει ο δικαστής όταν στην υπέρτατη ώρα όπου παλεύει ανάμεσα στη φωνή της συνείδησής του και στη βάρβαρη εξωτερική πίεση, λυγίσει και παραβιάσει τη συνείδησή του”.

Ο συγγραφέας Hervé Villeré, για να γράψει το βιβλίο του, ζήτησε να συμβουλευθεί τους φακέλλους του Ειδικού Τμήματος - συνάντησε πολλές δυσκολίες και την αποτροπή του πρώτου υπουργού δικαιοσύνης της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατία René Pleven, με την αιτιολογία, ότι υπάρχει κίνδυνος αφύπνισης των παθών !

Δείτε:

- Section spéciale (1975).

Η περίφημη ταινία του Κώστα Γαβρά, βασισμένη στην υπόθεση και στο βιβλίο του Hervé Villeré.Στο σενάριο, μαζί με τον σκηνοθέτη και ο μεγάλος συγγραφέας Joge Semprún.